ΔΕΗ
pixabay

ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΕΥΒΟΙΑ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕ ΣΕ ΟΘΟΝΗ

Πέντε χρόνια μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές, το Evia Film Project είναι ένας λόγος να επιστρέψεις στην Βόρεια Εύβοια. Και ίσως ένας από τους πιο ουσιαστικούς τρόπους με τους οποίους ένας τόπος μπορεί να αρχίσει να ξαναγράφει την ιστορία του.

 

Καθώς το πλοίο άφηνε πίσω του την Αρκίτσα και πλησίαζε αργά την Αιδηψό, συνειδητοποίησα πως κουβαλούσα μαζί μου μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για την πόλη. Ίσως και μια προκατάληψη. Την είχα στο μυαλό μου σαν μια λουτρόπολη μιας άλλης εποχής. Έναν προορισμό που ζει στους ρυθμούς των ιαματικών νερών του, με μεγάλα ξενοδοχεία που κουβαλούν τη γοητεία περασμένων δεκαετιών και επισκέπτες που έρχονται εδώ για θεραπεία, όπως έκαναν οι γονείς και οι παππούδες τους. Σχεδόν τη φανταζόμουν ακίνητη, σαν μια πόλη που αντιστέκεται στον χρόνο.

Γρήγορα κατάλαβα πως έκανα λάθος. Η Αιδηψός είναι πολύ πιο ζωντανή απ’ όσο περίμενα. Ναι, ο μέσος όρος ηλικίας παραμένει υψηλός. Είναι άλλωστε ένας τόπος που εδώ και αιώνες είναι ταυτισμένος με τα ιαματικά λουτρά. Όμως, κάποιες μέρες του Ιουνίου συμβαίνει κάτι διαφορετικό στους δρόμους της. Οι αφίσες του Evia Film Project βρίσκονται παντού. Νέοι άνθρωποι κυκλοφορούν με διαπιστεύσεις στον λαιμό, κρατούν προγράμματα προβολών, κάθονται στα καφέ και συζητούν για ταινίες. Έξω από το «Κύμα» – το σήμα κατατεθέν της περιοχής, ένας χώρος πάνω σε μία ξύλινη εξέδρα στην παραλία, που παλιά λειτουργούσε ως αναψυκτήριο – δημιουργούνται αυθόρμητες παρέες από σινεφίλ όλη την ημέρα. Εκεί βρίσκεται η ομάδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το απόγευμα, έξω από το Σινέ Απόλλων, οι ίδιες παρέες μεγαλώνουν ακόμη περισσότερο.

Και κάπως έτσι η πόλη αποκτά έναν δεύτερο παλμό…

Η Βόρεια Εύβοια είναι από εκείνους τους τόπους που κουβαλάω μέσα μου. Οι Ροβιές, η Λίμνη, η Αιδηψός, οι διαδρομές μέσα στα πεύκα, οι μικρές παραλίες. Κάπως την έχω ταυτίσει νοσταλγικά με τα καλοκαίρια μου όταν ήμουν παιδί. Και δεν είναι τυχαίο πως εκεί επιλέξαμε να κάνουμε και τις πρώτες οικογενειακές διακοπές μετά τη γέννηση της κόρης μου.

Ύστερα ήρθαν οι φωτιές. Και δεν ξαναπήγα ποτέ, δεν μπορώ να συμβιβαστώ με τη σκέψη ότι ένα δάσος, ένας ολόκληρος τόπος, μπορεί να εξαφανιστεί μέσα σε λίγες ώρες. Δεν χωράει ο νους μου πώς αυτό που χρειάστηκε δεκαετίες για να μεγαλώσει μπορεί να γίνει στάχτη σε μια νύχτα.

Κάθε χρόνο άκουγα για το Evia Film Project, την «πράσινη» πρωτοβουλία του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που γεννήθηκε ακριβώς ως απάντηση στις καταστροφικές πυρκαγιές, επιχειρώντας να συνδέσει τον κινηματογράφο με το περιβάλλον, τη βιωσιμότητα και την αναζωογόνηση της Βόρειας Εύβοιας.

DCIM101MEDIADJI_0419.JPG

Κάθε χρόνο έλεγα πως θα πάω και κάθε χρόνο δεν πήγαινα. Μέχρι φέτος. Ίσως γιατί η πέμπτη διοργάνωση ήταν αφιερωμένη στο δάσος και στον αθέατο κόσμο του. Ίσως γιατί ένιωσα ότι είχε έρθει η στιγμή να ξανασυναντήσω έναν τόπο που αγαπώ. Όχι για να δω μόνο όσα χάθηκαν, αλλά και όσα προσπαθούν να ξαναγεννηθούν.

Η διαδρομή προς τις Ροβιές, όπου το πρόγραμμα του φεστιβάλ μάς οδήγησε για μια βουτιά και φαγητό δίπλα στη θάλασσα, δεν ήταν εύκολη. Υπάρχουν ακόμη σημεία όπου το βλέμμα καρφώνεται στους μαύρους κορμούς των δέντρων. Δυσκολεύεσαι να αναγνωρίσεις το βουνό όπως το θυμόσουν. Κι όμως, ανάμεσά τους ξεπροβάλλει ξανά το πράσινο. Μικρά πεύκα, θάμνοι, νέα βλάστηση. Η φύση κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: επιμένει. Αναγεννιέται αθόρυβα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, σαν να σου υπενθυμίζει ότι η ζωή βρίσκει πάντα έναν τρόπο να επιστρέφει. Κάπως έτσι μοιάζει σήμερα και η Βόρεια Εύβοια. Δεν προσπαθεί να κρύψει τις πληγές της. Τις κουβαλά μαζί της, αλλά ταυτόχρονα προχωρά μπροστά.

Ίσως γι’ αυτό σκέφτηκα τόσο έντονα το Digger του Τζώρτζη Γρηγοράκη, που είχα παρακολουθήσει το προηγούμενο βράδυ στο κατάμεστο Σινέ Απόλλων, παρουσία των συντελεστών της ταινίας. Με πρωταγωνιστές τον Βαγγέλη Μουρίκη και τον Αργύρη Πανταζάρα, το βραβευμένο φιλμ εκτυλίσσεται στην καρδιά ενός άγριου δασικού τοπίου και μιλά για τη σύγκρουση ανθρώπου και φύσης, για τη μνήμη, την απώλεια και την επιμονή. Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστή επιλογή για μια διοργάνωση που φέτος είχε ως κεντρική θεματική το δάσος και τον αθέατο κόσμο του. Παρακολουθώντας το εκεί, λίγα μόλις χιλιόμετρα από τα δάση που δοκιμάστηκαν τόσο σκληρά, η ταινία αποκτούσε μια διαφορετική βαρύτητα.

Το ίδιο βράδυ, μετά την προβολή, περπάτησα μέχρι τις γούρνες της Αιδηψού, εκεί όπου τα θερμά νερά καταλήγουν στη θάλασσα. Μέσα στις πέτρινες δεξαμενές άνθρωποι απολάμβαναν το ζεστό νερό. Τους ζήλεψα σχεδόν. Λίγα μέτρα πιο πέρα, κάτω από τον βράχο απ’ όπου αναβλύζει ασταμάτητα η θερμή πηγή, μια κοπέλα στεκόταν κάτω από τον φυσικό καταρράκτη, απολαμβάνοντας ένα ντους που δύσκολα θα μπορούσες να βρεις οπουδήποτε αλλού.

Και λίγο πιο δίπλα, μια ακόμη εικόνα. Ένας προβολέας, μια μεγάλη οθόνη και κόσμος συγκεντρωμένος για να παρακολουθήσει τους «Λουόμενους» της Εύας Στεφανή. Η ταινία προβαλλόταν σχεδόν μέσα στο φυσικό της περιβάλλον. Δεν ήταν μόνο μια ευφυής κινηματογραφική ιδέα,  ήταν μια από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου ο τόπος, οι άνθρωποι και η τέχνη μοιάζουν να γίνονται ένα.

 

Και ίσως αυτή η εικόνα να συνοψίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη φιλοσοφία του Evia Film Project. Ο κινηματογράφος δεν έρχεται απλώς στη Βόρεια Εύβοια ως επισκέπτης. Συνομιλεί με τον τόπο, γίνεται μέρος της καθημερινότητάς του και, έστω για λίγες ημέρες, μοιάζει να χτυπά στον ίδιο ρυθμό με αυτόν.

Το επόμενο πρωί παρακολούθησα στο Πολιτιστικό Κέντρο Μελίνα Μερκούρη μια ανοιχτή συζήτηση με αφορμή τη διεθνή συμπαραγωγή «Γέρμα» που κάποιες σκηνές της γυρίστηκαν στην Αιδηψό.  Πίστευα ότι θα ακούσω μια κουβέντα που αφορούσε κυρίως ανθρώπους του κινηματογράφου – παραγωγούς, χρηματοδοτήσεις, location scouting και τεχνικές λεπτομέρειες. Αντί γι’ αυτό, άκουσα κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Έμαθα πως η ταινία ξεκίνησε ουσιαστικά από ένα ταξίδι γνωριμίας που είχε οργανωθεί στο πλαίσιο του Evia Film Project. Ένα απλό ταξίδι αναζήτησης τοποθεσιών κατέληξε να φέρει μια μεγάλη ελληνοϊσπανική συμπαραγωγή στην Αιδηψό, με τη σκηνοθέτρια Λάρα Ισαγκίρε να ερωτεύεται τον τόπο και να αποφασίζει να εντάξει την περιοχή στην ταινία της.

Η πιο χαρακτηριστική στιγμή ήρθε όταν πήρε τον λόγο ο δήμαρχος Ιστιαίας – Αιδηψού, Γιάννης Κοντζιάς. Δεν μίλησε μόνο ως αυτοδιοικητικός. Μίλησε ως άνθρωπος που έχει δει τον τόπο του να αλλάζει μέσα από αυτή τη διοργάνωση. Είπε κάτι που σημείωσα: ότι το φεστιβάλ «αφυπνίζει την τοπική κοινωνία», τη φέρνει πιο κοντά στους ανθρώπους της τέχνης και δημιουργεί προοπτικές που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν αδιανόητες.

Και δεν ήταν λόγια ευγένειας. Ήδη, όπως ανακοινώθηκε, μετά τη Γέρμα υπάρχουν και άλλες κινηματογραφικές παραγωγές που εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να πραγματοποιήσουν γυρίσματα στην περιοχή. Η Βόρεια Εύβοια αρχίζει να μπαίνει στον χάρτη των διεθνών location scouts.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα του Evia Film Project: να αποδείξει ότι ο πολιτισμός δεν είναι πολυτέλεια, πως μπορεί να γίνει εργαλείο ανάπτυξης, εξωστρέφειας και τελικά αισιοδοξίας. Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης μέσα σε πέντε χρόνια δεν δημιούργησε απλώς ένα νέο κινηματογραφικό γεγονός. Δημιούργησε μια σχέση εμπιστοσύνης με έναν τόπο.

Το γεφύρι της Άρτας και τον Χάνιμπαλ Λέκτερ στον Ταρζάν

Από τις πιο ενδιαφέρουσες εμπειρίες του τριημέρου που έμεινα εκεί ήταν χωρίς αμφιβολία το masterclass του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ, Ορέστη Ανδρεαδάκη.

Ο τίτλος του, «Το γεφύρι της Άρτας, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ και ένα σπίτι στο δάσος», από μόνος του σε έκανε να αναρωτιέσαι πώς μπορούν να συνδεθούν όλα αυτά μεταξύ τους. Και όχι, δεν ήταν μια ακαδημαϊκή διάλεξη για τον κινηματογράφο, αλλά μια συναρπαστική αφήγηση που ξεκινούσε από τις ελληνικές παραλογές και τα δημοτικά τραγούδια και κατέληγε στον σύγχρονο κινηματογραφικό τρόμο, αποδεικνύοντας ότι οι μεγάλες ανθρώπινες ιστορίες δεν αλλάζουν ποτέ, απλώς αλλάζουν μορφή.

Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης μίλησε για το Γεφύρι της Άρτας, για τη Μάνα τη Φόνισσα, για τους αρχαίους μύθους, για τον Σαίξπηρ και τον Τίτο Ανδρόνικο, και λίγα λεπτά αργότερα βρισκόταν στον Γουές Κρέιβεν, στο Nightmare on Elm Street, στον Στίβεν Σπίλμπεργκ και στο folk horror.

Τελικά, τα πιο βίαια θέματα βρίσκονται ήδη μέσα στη λαϊκή μας παράδοση και ο κινηματογράφος δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να συνεχίζει μια αφήγηση που ξεκίνησε αιώνες πριν.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του προγράμματος είναι πως οι ταινίες δεν λειτουργούσαν ως μεμονωμένες προβολές, αλλά σαν κομμάτια μιας μεγάλης συζήτησης γύρω από το δάσος, τη φύση και τη θέση του ανθρώπου μέσα σε αυτήν.

Το βράδυ της Παρασκευής παρακολουθήσαμε τον «Ταρζάν και τη σύντροφό του» (Tarzan and His Mate, 1934), ένα από τα σημαντικότερα φιλμ της κλασικής χολιγουντιανής περιόδου με τον θρυλικό Τζόνι Βαϊσμίλερ. Περισσότερο από μια νοσταλγική επιστροφή στον παλιό κινηματογράφο, η ταινία λειτούργησε ως υπενθύμιση της σχέσης του ανθρώπου με τη φύση, αλλά και των αντιφάσεων της εποχής της. Πίσω από την περιπέτεια διακρίνονται αντιρατσιστικές και αντιαποικιοκρατικές αναγνώσεις, ενώ το δάσος παρουσιάζεται ως ένας τόπος ελευθερίας, όπου ο άνθρωπος καλείται να συνυπάρξει με το φυσικό περιβάλλον αντί να το κατακτήσει.

Πριν από την προβολή, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης και ο κριτικός κινηματογράφου Χρήστος Μήτσης μάς ταξίδεψαν στην ιστορία της ταινίας και του κινηματογραφικού μύθου του Ταρζάν. Ο Χρήστος Μήτσης υπενθύμισε ότι για ολόκληρες δεκαετίες ο Ταρζάν συγκαταλεγόταν στις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της μεγάλης οθόνης, ενώ στάθηκε και στην ξεχωριστή θέση που κατέχει η συγκεκριμένη ταινία, καθώς γυρίστηκε πριν από την επιβολή του αυστηρού Κώδικα Χέις, διατηρώντας μια σπάνια ελευθερία έκφρασης για τα δεδομένα της εποχής.

Λίγες ώρες αργότερα, το ίδιο δάσος άλλαζε εντελώς πρόσωπο. Στην προβολή του «Παρασκευή και 13» (Friday the 13th, 1980), του Σον Σ. Κάνιγχαμ, η φύση δεν ήταν πια καταφύγιο αλλά απειλή. Το δάσος μετατρεπόταν σε σκηνικό τρόμου, σε έναν χώρο όπου ο άνθρωπος εισβάλλει και τελικά βρίσκεται αντιμέτωπος με τους δικούς του φόβους. Ήταν ενδιαφέρον να βλέπεις δύο τόσο διαφορετικές ταινίες να συνομιλούν μεταξύ τους μέσα στο ίδιο φεστιβάλ: η μία αντιμετώπιζε το φυσικό τοπίο ως πεδίο αρμονικής συνύπαρξης, ενώ η άλλη το μετέτρεπε σε τόπο αγωνίας και επιβίωσης.

Ο Γιώργος Κρασσακόπουλος, προλογίζοντας την ταινία, μίλησε για τη σημασία της στην ιστορία του κινηματογράφου τρόμου, καθώς καθόρισε το είδος του slasher, εισάγοντας στοιχεία που επηρέασαν δεκάδες ταινίες που ακολούθησαν. Ωστόσο, πέρα από την κινηματογραφική της αξία, εκείνο που έμενε στο τέλος ήταν η αίσθηση πως ακόμη και ένα φαινομενικά «εμπορικό» horror μπορούσε να ενταχθεί οργανικά στη μεγάλη συζήτηση που άνοιγε το Evia Film Project για τη σχέση του ανθρώπου με το δάσος, τη φύση και όσα εκείνη κρύβει.

Και ύστερα ήρθε η βραδιά λήξης

Στο κατάμεστο Σινέ Απόλλων, με δεκάδες παιδιά, γονείς, κατοίκους, δημοσιογράφους και επισκέπτες. Εκεί είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε τατουάζ-μεταξοτυπίες, να «φορέσουμε» αυτοκόλλητα δεινοσαύρων στα ρούχα μας και να αισθανθούμε για λίγο πάλι παιδιά, καθώς ένας «ταχυδακτυλουργός» έκανε διάφορα ζογκλερικά στην είσοδο του κινηματογράφου.

Λίγο πριν ξεκινήσει το Jurassic Park, προβλήθηκε η μικρού μήκους ταινία που δημιούργησαν τα παιδιά και οι έφηβοι του εργαστηρίου «It’s a Wrap! – Φτιάξε το ντοκιμαντέρ σου». Και ήταν μία από τις πιο αισιόδοξες στιγμές ολόκληρου του φεστιβάλ, καθώς τα παιδιά πλέον δεν ήταν απλώς θεατές, αλλά δημιουργοί. Και γι αυτό καταχειροκροτήθηκαν.

Το επόμενο πρωί, φεύγοντας από την Αιδηψό, κοιτούσα ξανά από το κατάστρωμα του πλοίου την πόλη και είχα στο μυαλό μου έναν προβολέα δίπλα στις θερμές πηγές και το γεμάτο Σινέ Απόλλων. Μια πόλη που, αντί να εγκλωβιστεί στην ταυτότητα της καταστροφής, επιλέγει να ξανασυστηθεί μέσα από τον πολιτισμό.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα