Κι όμως γυρίζει…
Διαβάζεται σε 6'
Μία συνολική αποτίμηση του αγώνα για την προστασία των Προσφυγικών στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
- 04 Ιουλίου 2026 07:14
Τους τελευταίους πέντε μήνες διεξήχθη ένας πολυμέτωπος αγώνας για την υπεράσπιση της ζωής και της αξιοπρέπειας και τη διάσωση των Προσφυγικών της Λ. Αλεξάνδρας, ως ένα ζωντανό εργαστήρι αστικής συμβίωσης και ως μια κοινότητα αντίστασης, απέναντι στην επέλαση του real estate και του gentrification, που εκτοπίζει τους πιο ευάλωτους από τις γειτονιές τους.
Από κάποιους χαρακτηρίζεται ως ένας αγώνας έντονα ριζοσπαστικός ή και επαναστατικός, αναδεικνύοντας ένα ριζοσπαστικό πολιτικό φαντασιακό. Για άλλους είναι ένας διευρυμένος κοινωνικός αγώνας που συσπειρώνει και ενεργοποιεί τον λεγόμενο προοδευτικό-δημοκρατικό κόσμο, κάνοντας χρήση διαφορετικών και πολυεπίπεδων εργαλείων, ανάμεσα τους και αυτών που προσφέρει η αστική δημοκρατία. Στην ουσία όμως, αν αποφύγουμε τις μανιχαϊστικές παγίδες, τις απλοϊκές αναλύσεις και τις εύκολες κριτικές, είναι ένας συνδυασμός και των δύο, σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους. Είναι ένας αγώνας από τη μία ανάδειξης της δύναμης των από τα κάτω και προάσπισης του δικαιώματος στο να ορίζουν τη ζωή τους και από την άλλη αναδεικνύεται και ως ένας αγώνας υπεράσπισης των ίδιων των αυτονόητων της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας και του νομικού της πολιτισμού.
Πολύ σύντομα, σε μια πρώτη προσπάθεια να διαλύσω τη διάχυτη ομίχλη, θα επισημάνω: Η κατάληψη εγκαταλελειμμένων κτιρίων για την κάλυψη ζωτικών κοινωνικών αναγκών δεν είναι «παράνομη». Βάση του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού Δικαίου, η προάσπιση του δικαιώματος στη στέγαση προηγείται όλων. Ο ΟΗΕ και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) ορίζουν: όταν οι άνθρωποι ζουν σε έναν χώρο για μεγάλο χρονικό διάστημα και αναπτύσσουν κοινωνικούς δεσμούς, ο χώρος αυτός αποκτά την προστασία της “κατοικίας”. Αυτή η αναγνώριση προστατεύει τα άτομα και τις κοινότητες από βίαιες και αδικαιολόγητες εξώσεις. Ακόμη και διεθνείς θεσμοί, όπως το UN-Habitat, αναγνωρίζουν την τεράστια κοινωνική τους λειτουργία. Σημειωτέον ότι το ελληνικό κράτος δεσμεύεται από τις διεθνείς συνθήκες, οι οποίες έχουν ανώτερη νομική ισχύ από τους εγχώριους νόμους.
Η “ανάπλαση” των Προσφυγικών, ως ένας συνδιαστικός σχεδιασμός εξυπηρέτησης οικονομικών συμφερόντων και ακροδεξιάς πολιτικής στρατηγικής, στόχευσε την κοινότητα των Προσφυγικών, ως ένα κοινωνικό εγχείρημα των από τα κάτω για την αυτοοργάνωση των κοινωνιών και την υπεράσπιση του δικαιώματος στη στέγη και στην πόλη. Τα παραπάνω δεν αποτελούν κάποια επαναστατική κατάκτηση, αλλά την α-β των ευρωπαϊκών χωρών και της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας.
Πρόκειται καθαρά για ένα “πόλεμο θέσεων”. Το κράτος επιτίθεται όχι μόνο στα κτίρια και τους ανθρώπους που ζουν εντός τους, αλλά στη θέση που κατέχει αυτό το εγχείρημα στην κοινωνική συνείδηση: στο γεγονός ότι αποδεικνύει πως η ζωή μπορεί να οργανωθεί αλλιώς, έξω από τη λογική του κέρδους.
Ο αγώνας, λοιπόν, που διεξάγεται δεν είναι ένας στενά ιδεολογικός αγώνας, αλλά βαθιά κοινωνικός, ο οποίος συνέκλινε με όλο το βάθος και το πλάτος ενός κοινωνικού φαντασιακού που εμπερικλείει αξίες και ιδανικά της συγχρονίας του διαφωτισμού, του σοσιαλιστικού κινήματος, της οικολογίας, ακόμη και του φιλελεύθερου κόσμου. Ακριβώς γι’ αυτό αγκαλιάστηκε από τόσους διαφορετικούς και διαφορετικές, που παρά τις διαφωνίες τους ασπάζονται ένα κοινό σύστημα αξιών για τον άνθρωπο και την κοινωνία. Χαρακτηρίζω αυτό το κύμα αλληλεγγύης ως το Ποτάμι του Δημοκρατικού Πολιτισμού (κατά Α. Οτζαλάν), το οποίο στάθηκε απέναντι στο ποτάμι του κεντρικού ή ολοκληρωτικού πολιτισμού.
Το ποτάμι αυτό, που αναδύθηκε από τη βάση της κοινωνίας και των κινημάτων και συμπεριέλαβε συλλόγους, συλλογικότητες, σωματεία, συνδικάτα, νομικούς, διανοούμενους, επιστήμονες, καλλιτέχνες, δήμους, τη Διεθνή Αμνηστία, τον ΟΗΕ και το Ευρωκοινοβούλιο, επισφραγίστηκε από το ψήφισμα του Δήμου Αθηναίων στις 24 Ιουνίου. Δηλαδή της τοπικής αυτοδιοίκησης που αποτελεί κομμάτι αυτού του ποταμιού ως κοινωνικός-πολιτικός θεσμός.
Η ικανότητα των grassroots κινημάτων να χτίζουν τέτοιες ευρείες, οριζόντιες συμμαχίες, συγκλίνοντας θεσμούς και κοινωνίες, έθεσαν ανάχωμα στους σχεδιασμούς ενός πολιτικού κέντρου και του σχεδιασμού του, που φάνηκε διατεθειμένο να καταδικάσει δύο ανθρώπους σε θάνατο για τα αυτονόητα και να ξεριζώσει άλλους 400, στο βωμό του κέρδους και του πολιτικού ρεβανσισμού. Αποτελούν, δε, παράδειγμα ριζοσπαστικής πολιτικής εν δράσει και το “ιστορικό μπλοκ” που οφείλει να συγκροτήσει ο προοδευτικός κόσμος απέναντι στην σύγχρονη βαρβαρότητα και την επέλαση του 3ου παγκοσμίου πολέμου.
Ενάντια στα παραπάνω, αμέσως μετά το τέλος της απεργίας πείνας, έχει ξεκινήσει μια αντεπίθεση που επικαλείται προσχηματικά τη Δημοκρατία. Η τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Π. Μαρινάκη, αλλά και η ιδεολογική κατήχηση των καθεστωτικών think tanks της σκληρής δεξιάς και του ακραίου κέντρου που έχει ακολουθήσει, αγωνιούν να μεταπείσουν το “ξεστρατισμένο ποίμνιο” για το παραστράτημά του. Όσους και όσες, δηλαδή, ύψωσαν ανάστημα για τα αυτονόητα του δημοκρατικού κόσμου, με όρους όχι “επαναστατικούς”, αλλά απολύτως θεσμικούς και συστημικούς. Τους χιλιάδες πολίτες που στάθηκαν αλληλέγγυα, πανεπιστημιακούς, καλλιτέχνες, νομικούς, διανοούμενους, επιστήμονες, αλλά ακόμη περισσότερο τοπικούς και διεθνείς θεσμούς. Δεν επαν-ανακαλύπτω κάποια Αμερική. Επιβεβαιώνω το προφανές, διακριτό πλέον σε όλο το φάσμα του πολιτικού κόσμου από τα κάτω μέχρι και την κοινοβουλευτική αριστερά, τη σοσιαλδημοκρατία και τη φιλελεύθερη και λαϊκή δεξιά.
Έχει εδώ και χρόνια εγκατασταθεί ένα καθεστώς, που για τη διατήρηση και διαιώνιση της εξουσίας του έχει επιβάλει έναν διανοητικό σκοταδισμό και έχει καταπατήσει κάθε έννοια δημοκρατικότητας, νομιμότητας και κανόνων του κράτους δικαίου, επιχειρώντας να διαφημίσει τη συνολική οπισθοδρόμηση που έχει επιβάλει στον τόπο, ως φιλελεύθερη πρόοδο.
Υπό αυτή την έννοια, η επίθεση στα Προσφυγικά μετά τις δηλώσεις του Κυβερνητικού εκπροσώπου έχει λάβει ΠΛΕΟΝ διαστάσεις επίθεσης στην ίδια την κοινωνία των πολιτών και τους θεσμούς, στην ίδια τη λειτουργία, δηλαδή, της φιλελεύθερης αστικής δημοκρατίας. Επιχειρεί συν τοις άλλοις να επαναβεβαιώσει την πολιτειακή εκτροπή που κλιμακώνεται στον τόπο μας αλλά και διεθνώς, μέσα από την υπερσυγκέντρωση εξουσιών του καθεστώτος Μητσοτάκη: Από το σκάνδαλο των υποκλοπών ως τον νέο ποινικό κώδικα Φλωρίδη και από το νέο νομοσχέδιο για την τοπική αυτοδιοίκηση, μέχρι και την επιχειρούμενη αναθεώρηση του συντάγματος.
Αδιαφορεί για τους ίδιους τους θεσμούς της Δημοκρατίας, το ευρωπαϊκό θεσμικό δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους διεθνείς θεσμούς. Επιχειρεί να ξαναγράψει την ιστορία πάνω στους άξονες: “Το νόμιμο είναι και ηθικό”, “ο νόμος είναι πάνω από τα ανθρώπινα δικαιώματα”, “η δημοκρατία δεν κάνει διάλογο”, “οι κοινωνίες δεν έχουν κανένα δικαίωμα συμπερίληψης στο κοινωνικό γίγνεσθαι”. Υπό αυτή την έννοια και πάλι, οι μεταφυσικές αφηγήσεις της “επίπεδης γης” έρχονται να σταθούν απέναντι στον ίδιο τον νομικό και πολιτικό πολιτισμό της σύγχρονης δυτικής φιλελευθερης δημοκρατίας. Δυστυχώς γι’ αυτούς, με αφορμή τον αγώνα υπεράσπισης των Προσφυγικών της Λ. Αλεξάνδρας, η φωνή από το Ποτάμι του Δημοκρατικού Πολιτισμού ήταν εκκωφαντική: “Και όμως, γυρίζει”.