CITIZEN VIGILANTE: ΤΑΙΝΙΑ Η ΣΠΟΤ, ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΚΡΟΔΕΞΙΑΣ;
H ταινία Citizen Vigilante του Uwe Boll θα μπορούσε να είναι άνετα ένα 90λεπτο σποτ της AfD στη Γερμανία.
Αν πριν από λίγες ημέρες μάς (σάς) έκαναν την ερώτηση αν έχει μεταφερθεί στον κινηματογράφο απολύτως πιστά το ακροδεξιό δόγμα της εποχής (που, μεταξύ άλλων, ξορκίζει τη μετανάστευση και εκφράζει προβληματισμούς για τη λειτουργία των θεσμών από δεξιά) θα απαντούσαμε μ’ ένα στεγνό και κατηγορηματικό όχι.
Το “Citizen Vigilante” (του Uwe Boll) όμως “καταργεί” στην πράξη αυτή την άρνηση. Διότι, πράγματι, είναι η πρώτη ταινία (ή από τις πρώτες έστω) που ζωντανεύει τον ακροδεξιό αντισυστημισμό, των εύκολων συμπερασμάτων και της απλοϊκής συλλογιστικής. Οχι απλώς παρουσιάζοντάς τον, αλλά παίρνοντας θέση μέσα από την αφήγηση, τη γωνία των πλανών και μία εξοργιστικής σημείωσης μετά τους τίτλους τέλους.
Για όσους δεν ξέρουν περί τίνος πρόκειται σε ό,τι αφορά την πλοκή: Ο “Πολιτής Τιμωρός” της ταινίας επικαλείται την έλλειψη δικαιοσύνης σε μία ευρωπαϊκή πόλη στην οποία ζει (χωρίς όμως να έχει υπηκοότητα της χώρας) για να παίρνει τον νόμο στα χέρια του. Σκοτώνει μετανάστες που έχουν προηγούμενως σκοτώσει ή βιάσει, τιμωρεί παιδιά που κάνουν μπούλινγκ σε συνομηλικούς τους ή απλά δεν πληρώνουν το εισιτήριο στο λεωφορείο, προστατεύει γυναίκες λίγο πριν ρίξουν στο ποτό τους το χάπι του βιασμού επιτήδειοι. Εχει κοντολογίς μία δράση που εκτείνεται σε πολλές εκφάνσεις και εκφράσεις της κοινωνίας. Ο τύπος πάντως σκοτώνει. Από την αρχή έως το τέλος.
Καλλιτεχνικά η ταινία (ειδικοί δεν είμαστε αλλά βγάζει μάτι) είναι μετριότατη, αν όχι κάκιστη. Οι διάλογοι είναι τόσο επιτηδευμένοι που θα έκαναν τους σεναριογράφους της “Λάμψης” του Νίκου Φώσκολου να πιστέψουν ότι έγραψαν σενάριο υψηλοτάτου επιπέδου. Χοντροκομμένα πράγματα στη σκηνοθεσία, σπλάτερ εφέ της δεκαετίας του ’80 και πάει λέγοντας. Το πραγματικό πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό, έχουμε παρακολουθήσει χιλιάδες τέτοιες προχειρότητες στο πέρασμα των χρόνων.
Το πρόβλημα είναι ότι η ταινία έχει στοχευμένο αφήγημα από το οποίο δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να απομακρυνθεί, έστω και για τα μάτια του κόσμου. Θα μπορούσε να είναι σποτ οποιουδήποτε ακροδεξιού κόμματος της Ευρώπης σέβεται τον εαυτό του, ακόμα και της AfD στη Γερμανία. Και η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για “καλλιτεχνική” προσπάθεια που όντως προσομοιάζει σε προπαγανδιστικό μηχανισμό.
Από το πρώτο πλάνο, πριν καν πέσουν οι τίτλοι της αρχής, η μετανάστευση ενοχοποιείται. Σκληρά και απροκάλυπτα. Μία μητέρα με το μικρό παιδί της ψωνίζουν στο σούπερ μάρκετ. Πληρώνουν, φεύγουν από το μαγαζί και δευτερόλεπτα αργότερα η μητέρα σφάζεται από έναν μετανάστη με μία μαχαριά στο λαιμό. Το παιδί απορεί τι έχει συμβεί ενώ το αίμα πετάγεται σαν από πίδακα παντού.
Ακολουθούν δεκάδες τέτοιες σκηνές. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μία ουδέτερη αφήγηση που απλώς παρουσιάζει τα γεγονότα “όπως είναι”. Η ταινία είναι “στρατευμένη” τρόπον τινά στη λογική ότι τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα από την Αφρική και την Ασία αλλοιώνουν τη σύνθεση των ευρωπαϊκών κοινωνιών και διασαλεύουν την κοινωνική είρηνη.
Δεν παρουσιάζεται επ’ ουδενί αντίλογος, η άλλη πλευρά είτε δεν υπάρχει είτε μονολογεί μισόλογα από την απειλή του πιστολιού του “Τιμωρού”. Είναι μια ιδεολογική πλατφόρμα “ντυμένη” με κινηματογραφικά πλάνα και πασπαλισμένη με στερεότυπα του στιλ “οι ριζοσπάστες ισλαμιστές συνεργάζονται με τη woke αριστερά”. Ο Τραμπ θα μπορούσε να παίξει άνετα στην ταινία αυτή. Ή, ακόμα καλύτερα, να την χρηματοδοτήσει.
Δικαιοσύνη είναι να σκοτώνεις…
Αυτό όμως που χρειάζεται μεγάλη προσοχή είναι ο τρόπος που ο σκηνοθέτης και ο σεναριογράφος “μιλούν” για την έλλειψη δικαιοσύνης. Γι’ αυτούς ο θεσμός φαίνεται ότι δεν λειτουργεί σωστά από το γεγονός και μόνο ότι κατά την οπτική τους (οπτική του κεντρική ήρωα) η δικαιοσύνη δεν τιμωρεί αρκετά αυστηρά τους μετανάστες που εγκληματούν και οι οποίοι, σε τελική ανάλυση, δεν σέβονται το σύστημα αξιών στο οποίο ζουν μετά τη μετανάστευή τους.
Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η σκηνή κατά την οποία μία νεαρή λευκή, “γηγενής” κοπέλα, που έχει πέσει θύμα ομαδικού βιασμού από μετανάστες, παρακολουθεί με ευχαρίστηση στην τηλεόραση την είδηση που γνωστοποιεί ότι ο “Τιμωρός” έχει στείλει στον άλλον κόσμο όλους τους δράστες του βιασμού της. Ενα απαλό χάδι του πατέρα προς την κόρη ακριβώς εκείνες τις στιγμές έρχεται να επιβεβαιώσει ότι ο διάβολος κρύβεται στις σκηνοθετικές λεπτομέρειες. Δεν είμαστε δε και χθεσινοί για το πώς ένας σκηνοθέτης παίρνει θέση.
Ο “Τιμωρός”, προς γνώση σας, δεν είναι ένας τύπος ουδέτερος ταξικά, δεν πρόκειται για το παιδί της διπλανής πόρτας που απλώς “αγανάκτησε” με τους “σκούρους” στις “λευκές” γειτονιές του Ζάγκρεμπ (η ταινία γυρίστηκε στην πρωτεύουσα της Κροατίας αλλά δεν αναφέρεται με το όνομά της). Ο κ. Σάντερς είναι ένας βαθύπλουτος επιχειρηματίας του real estate, απόλυτος “κίλερ” και στη δουλειά του, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζεται να έχει τρομερό πρόβλημα με την κάλυψη που παρέχει ο νόμος στος ενοικιαστές που δεν πληρώνουν το ενοίκιό τους. Ο “Τιμωρός”, με κάποιον τρόπο, θέλει να τιμωρήσει και τους φτωχούς για τους οποίους δεν κρύβει την αποστροφή του. Και να μην ξεχάσουμε βέβαια. Ο Σάντερς είναι και πρώην υψηλόβαθμος αξιωματικός του Αμερικανικού στρατού.
Ολα τα παραπάνω θα μπορούσαν να μην σχολιαστούν καν, αν δεν υπήρχε στους τίτλους τέλους εκείνη η κρίσιμη σημείωση για την οποία έγινε λόγος και πιο πάνω. “Η ταινία αφιερώνεται σ’ όλα εκείνα τα θύματα δολοφονιών και βιασμών τα οποία πρόδωσε το νομικό μας σύστημα” διαβάζουμε ενώ περνούν από μπροστά μας τα ονόματα των συντελεστών της ταινίας. Με κάποιον τρόπο η παραγωγή έσπευσε να μάς ενημερώσει για τον “προσανατολισμό” της και το ιδεολογικό φορτίο με το οποίο “εξόπλισε” το δημιούργημά της. Η στόχευση ήταν απολύτως ξεκάθαρη πια, ακόμα και ένας πολιτικά αδαής η αφελής θα μπορούσε να το κατανοήσει με ευκολία.
Υπό αυτήν την έννοια ίσως δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα όσοι μιλήσουν για ένα πολύ καλό “πλυντήριο” των αντιμεταναστευτικών ιδεών της ακραίας δεξιάς στην Ευρώπη και στην Αμερική. Το πόνημα αυτό διαθέτει όλα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ανάλογων προσπαθειών στην τέχνη. Ξεκάθαρη αφήγηση, επαρκές πολιτικό στίγμα (μέσα από τα δήθεν “αντικειμενικά” μάτια του κεντρικού πρωταγωνιστή), ειλικρίνεια προθέσεων και στοχοποίηση του άλλου ο οποίος είναι στην προκειμένη περίπτωση ο μετανάστης. Δεν υπάρχουν άλλες ιδιότητες προς διερεύνηση στο μεταναστικό φαινόμενο, παρά μόνο η εγκληματική που η ταινία αγωνιά να αποδώσει στο σύνολο των μεταναστών στην “πολιτισμένη” δύση.
Θα μπορούσε η ταινία να έχει ως “θύμα” τους ομοφυλόφιλους ή τους τρανς που επίσης αλλοιώνουν την πληθυσμιακή σύνθεση των ευρωπαϊκών κοινωνιών, ως προς το ήθος αυτή τη φορά, ή ακόμα και τους Ρομά που “συνήθως εγκληματούν και έχουν ροπή προς την παρανομία” όπως ισχυρίζεται αιώνες τώρα το κυρίαρχο αφήγημα. Στη Γερμανία του Μεσοπολέμου μία τέτοια ταινία θα έχει ως “θύμα” τους Εβραίους. Θα την παρακολουθούσε με καμάρι ο Χίτλερ σε κάποιο κινηματογράφο του Βερολίνου και οι εφημερίδες που πρόσκεινταν σ’ αυτόν θα έγραφαν την επομένη ότι ” η ταινία θίγει υπαρκτά κοινωνικά ζητήματα” όπως ισχυρίζονται οι υποστηρικτές του “Τιμωρού” σήμερα.
Η βιομηχανία του θεάματος, το ξέρουμε καλά, δεν είναι “αθώα”. Πολλές φορές παίζει με τα κατώτερα των ενστίκτων των θεατών για να φτάσει στον κύριο και πρωταρχικό στόχο που δεν είναι άλλος από το κέρδος. Καμία έκπληξη ως προς αυτό. Την έκπληξη τη γεννά η τραχύτητα της θέλησης των δημιουργών της ταινίας η οποία βγάζει μάτι από την αρχή. Αν το έκαναν για να δώσουν μπουστ στην ταινία, θα το απαντήσει ο χρόνος και μόνο. Προς το παρόν πάντως, τα καταφέρνουν. Χιλιάδες λέξεις έχουν γραφτεί και άλλες τόσες αναμένεται να γραφτούν. Δεν είναι και λίγο για ένα τόσο μεγάλο τίποτα…