ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΣΤΟ TIKTOK: Η CRINGE ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΛΑΤΡΕΙΑ
Τελικά, για να πετύχεις στην πολιτική, πρέπει να μιλάς όσο λιγότερο γίνεται γι’ αυτήν; Κι αν ποτέ δεις στον δρόμο σου μια γιαγιά ή έναν παππού, πήγαινε φωτογραφίσου μαζί τους.
«Μην αφήνεις την πραγματικότητα να σου χαλάσει μια ωραία ιστορία».
Το διαχρονικό αυτό ρητό πλέον δεν αποτελεί απλώς μια κλισέ φράση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις δημοσιογραφικές υπερβολές. Έχει εξελιχθεί περίπου σε κανόνα που κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο σε μια εποχή όπου γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στην επικοινωνία και τη δημοσιογραφία. Με την πλήρη επικράτηση των non papers, ποιος μπορεί να βάλει το χέρι του στη φωτιά που ξεκινά η μία και που τελειώνει η αλλη;
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον δημιουργούνται αμέτρητα, αλλεπάλληλα και διαδοχικά Mandela Effects. Ξέρετε, κοινές αντιλήψεις που έχουν καρφιτσωθεί στη συλλογική μνήμη, ακόμα κι αν δεν ανταποκρίνονται πλήρως στα πραγματικά γεγονότα. Από το λέγε-λέγε και γράφε-γράφε στο διάβαζε-διάβαζε και βλέπε-βλέπε, οι απλοϊκές αφηγήσεις πάντα επικρατούν έναντι της σύνθετης πραγματικότητας.
Ας πούμε, οι εκλογές του 2023 έμειναν στην ιστορία, μεταξύ άλλων, και ως «οι εκλογές του TikTok». Καθοριστικός παράγοντας για τη συντριπτική νίκη της ΝΔ θεωρήθηκε και η παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στο τότε ταχύτατα ανερχόμενο και πλέον απόλυτα δημοφιλές μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Ήταν ο κρυφός άσος στο μανίκι της προεκλογικής εκστρατείας του. Τώρα αν ρωτούσες τι ακριβώς έκανε ή έλεγε και «σάρωσε ο Κυριάκος στο TikTok», πέραν του να υπάρχει με συνέπεια και σύστημα (άρα να γράφει και νούμερα), μάλλον κανείς δε θυμόταν ή δεν μπορούσε να σου απαντήσει. Ήταν όμως η παρουσία και ο επαγγελματισμός, σίγουρα σε σύγκριση με τους υπόλοιπους πολιτικούς αρχηγούς, συν το τυπικό λιβάνισμα από τα φίλια μέσα που έχτισαν το αφήγημα.
Έτσι κι αλλιώς, πολιτικές εκπομπές στην τηλεόραση πια δεν υπάρχουν, οι συνεντεύξεις -ειδικά των πολιτικών αρχηγών- είναι απόλυτα ελεγχόμενες, τα ντιμπέιτ απολύτως ξύλινα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, έστω και καθυστερημένα, έγινε ο πρώτος έλληνας πολιτικός που κατάλαβε ότι κάθε (δημόσιο) πρόσωπο είναι πια και μια πλατφόρμα, λειτούργησε ως influencer/δημιουργός περιεχομένου (ακόμα κι αν αυτο δεν έχει καμία σημασία ή ουσία) και το καρπώθηκε σε μια διπλή εκλογική αναμέτρηση που χαρακτηρίστηκε από τη μεγάλη αποχή (39 και 47%, αντίστοιχα). Έστω κι αν η εκτίμηση ειδικά για την αποχή των νέων το 2023, στους οποίους υποτίθεται περισσότερο απευθύνονται αυτά τα νέα «κόλπα ζόρικα», ήταν ότι πάνω από 1 στους 2 δεν πήγε να ψηφίσει.
Και μετά hell break loose, «άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου» επί το ελληνικότερον και λυρικότερον.
Πολύ σύντομα ακολούθησε η λαίλαπα Κασσελάκη, μια επικοινωνιακή καταιγίδα που βασίστηκε σε ένα αδιαμφισβήτητο επικοινωνιακό χάρισμα και κάηκε περνώντας από όλα τα στάδια του lifestyle, ενώ κάθε φορά που μιλούσε για πολιτική ετοιμαζόταν και μια διορθωτική δήλωση για να σβήσει τα μαργαριτάρια, καταλήγοντας να παζαρεύει το πολιτικό του μέλλον με παρτίδες τένις σε κοινή θέα.
Πλέον, πολιτευτές κάθε βαθμίδας το «δίνουν όλο» στα κανάλια τους. Τους βλέπουμε να πηγαίνουν σε συναυλίες, να χορεύουν σε συναυλίες, να πηγαίνουν γήπεδο, να σφίγγουν το πρόσωπό τους σε μια χαμένη ευκαιρία ή ένα άστοχο τρίποντο, να παίζουν μπάσκετ σαν σε βιντεοκασέτα των 80s, να ξεφεύγουν με μικρές αποδράσεις βουνό ή θάλασσα, να κάνουν αδέξιο bookstagram με βιβλία που μοιάζουν και είναι άθικτα, να χρησιμοποιούν όλα τα gimmicks που κινούν το μοντέρνο content (από “this or that?” μέχρι «μείνε σιωπηλός-ή μέχρι να ακούσεις κάτι καλύτερο…»). Και φυσικά να επιστρατεύουν την απόλυτη wild card των σόσιαλ μίντια παντού και πάντα: όταν δεις έναν παππού ή μία γιαγιά, πήγαινε δίπλα του και φωτογραφίσου μαζί τους…ή ακόμα καλύτερα, κάνε τους 2-3 ερωτήσεις.
Το αποτέλεσμα, με λίγες εξαιρέσεις, είναι cringe. Όχι γιατί είναι άσχημο να μαθαίνουμε λίγο καλύτερα κάποιον που διεκδικεί την ψήφο μας, όχι γιατί είναι κακό να βλέπουμε κάποιον να τσαλακώνεται μακριά από την κοστουμαρισμένη τυπικότητα των τηλεοπτικών πλατό, όχι γιατί τα βίντεο είναι κακής ποιότητας. Όμως, πλέον ανοίγεις το κινητό σου και πάντα κάποιος σου μιλάει, αν κάποτε βαρεθήκαμε να μετράμε μίτινγκ που θα μπορούσαν να είναι mail, τώρα στοκάρουμε ριλάκια που αν έλειπαν δε θα έλειπαν σε κανέναν. Για να κερδίσεις λοιπόν την προσοχή, χρειάζεται έστω λίγο ταλέντο – αυτο το πατροπαράδοτο «να γράφεις», «να τα λες», «να είσαι άνετος, ο εαυτός σου».
Οι Έλληνες πολιτικοί στο TikTok, κατά κανόνα δεν είναι άνετοι γιατί τους είναι πολύ δύσκολο να υπάρξουν εκτός ενός πολύ συγκεκριμένου σοβαροφανούς σκριπτ. Δεν «είναι ο εαυτός τους», ούτε «τσαλακώνονται» γιατί αυτά που λένε σπάνια είναι «δικά» τους και συνήθως αντανακλούν τις φαντασιώσεις των επιτελείων τους για το «τι θέλει ο κόσμος». Κι επίσης, σπάνια μιλάνε για πολιτική π.χ. εκλαϊκεύοντας σημαντικά πολιτικά ζητήματα ή προτείνοντας τις θέσεις τους γιατί -μαντέψτε- αυτά τα βιντεάκια έχουν και το μικρότερο engagement.
Έχουν κάνει και πολύ κακό οι Τραμπ-Μαμντάνι, τα απόλυτα παραδείγματα πολιτικών-content creators, έστω και ως διαφορετικές όψεις του ίδιου επικοινωνιακού νομίσματος. Ο Τραμπ έχει το, αποκρουστικό μεν, χάρισμα δε, να μετατρέπει την πιο σοβαρή πολιτική συζήτηση σε μήνυμα για παιδιά δημοτικού είτε καλώντας τους Αμερικανούς να μην πηγαίνουν στην «κακή Ισπανία», είτε σηκώνοντας το τηλέφωνο κι αναιρώντας μια κόκκινη κάρτα που ήταν «μια κακή απόφαση, ενός κακού διαιτητή». Κι ο Μαμντάνι, με το αδιανόητο επιτελείο, απλά ξέρει (ή σε πείθει ότι ξέρει πάντα) για τι πράγμα μιλάει, είτε είναι οι πιο άγνωστοι παίκτες στην ιστορία των Knicks, είτε το πώς θα λύσει το στεγαστικό στη Νέα Υόρκη. Εδώ είμαστε ακόμα στο επίπεδο ο Μητσοτάκης να λέει «γατάκια» για να φαίνεται λιγότερο άβολος κι ο Τσιπρας να κρατάει μια μπάλίτσα Μπαρτσελόνα για να φαίνεται περισσότερο μοντέρνος (…ή ότι ήθελε να κάνει εκεί).
Ο κύκλος μοιάζει οριστικά φαύλος. Για να πετύχεις στην πολιτική, πρέπει να μιλάς όσο λιγότερο γίνεται γι’ αυτήν. (Ή μήπως έτσι ήταν πάντα, απλά δεν είχαμε like/dislike αντιδράσεις;). Κι έρχεται, of all people, ο Αντώνης Σαμαράς να μας ζητήσει να κρατήσουμε την μπίρα του, όσο περιμένουμε να ανακοινώσει το νέο κόμμα του, αφού με μια έξοχη (όσον αφορά την αποτελεσματικότητά της, το περιεχόμενο είναι εντελώς άλλη κουβέντα) χρήση του μέσου την προηγούμενη εβδομάδα, «συνομίλησε» με συνεργάτη του δίνοντας την ψευδαίσθηση «συνέντευξης» και πέτυχε αυτό που προσπαθούν όλοι -να γίνει viral δηλαδή- εκτοξεύοντας πολιτικά βέλη στην οικογένεια Μητσοτάκη.
Ίσως τελικά, η ελπίδα πεθάνει τελευταία. Και τα πράγματα μέχρι τις εκλογές να γίνουν λίγο πιο spicy. Χωρίς να χρειαστεί κάποιος υποψήφιος βουλευτής να ανέβει π.χ. στον πύργο Αθηνών για να μεταδώσει το μήνυμά του…