Η “ΟΔΥΣΣΕΙΑ” ΤΟΥ ΝΟΛΑΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΝ “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΠΕΙΡΑΣΜΟ” ΚΑΙ ΤΟ “ΟΠΕΝΧΑΙΜΕΡ”
Είδαμε το ιστορικό έπος του Κρίστοφερ Νόλαν με τους Ματ Ντέιμον, Τομ Χόλαντ, Χίμες Πατέλ και Αν Χάθαγουεϊ: Μια σκληρή, σκοτεινή εκδοχή της “Οδύσσειας”.
Στην Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν τα πάντα είναι αφηγήσεις.
Η ταινία ξεκινάει με ένα μότο: «Μια εποχή φαινομενικής μαγείας…», ήδη με το καλημέρα δηλαδή αμφισβητώντας την ιδέα των παγιωμένων αντιλήψεων. Η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, ναι, αλλά γράφεται κι από αναμνήσεις, γράφεται από βάρδους που τραγουδούν τα έπη, γράφονται κι από τον ίδιο μας τον εαυτό και όσα ψιθυρίζουμε οι ίδιοι στο αυτί μας για να πειστούμε για κάτι.
Για το μέγεθος των κατορθωμάτων. Για τις λεπτομέρειες που φουσκώνουν, τους αριθμούς που μεγαλώνουν. Αλλά και για τη σημασία της κάθε πράξης.
Το ίδιο το συμβάν που οδηγεί στην Οδύσσεια είναι εξάλλου μια τέτοια αφήγηση: Ο Τρωικός Πόλεμος – ο ίδιος, ένα γεγονός υπό ιστορική εξέταση – συνέβη επειδή ο Πάρις απήγαγε την Ωραία Ελένη, αλλά τα πραγματικά αίτια ήταν φυσικά άλλα, κάτω από αυτό τον αφηγηματικό μανδύα. Οι πόλεμοι πάντα διεξάγονται κάτω από αφηγήσεις που τους δικαιολογούν, τα ανδραγαθήματα αποκτούν μυθικές (αν όχι μαγικές) διαστάσεις, και βαφτίζονται ηρωισμός.
Είναι λοιπόν μια εποχή μαγείας; Ίσως. Ενδεχομένως. Μπορεί λίγο, μπορεί αρκετά. Ποιος ξέρει να πει σίγουρα.
Η σχέση του Νόλαν με το φανταστικό είχε έτσι κι αλλιώς πάντα αυτή την ενδιαφέρουσα ένταση: Δεν το αρνείται, δεν το αποφεύγει, αλλά το γειώνει πάντα σε κάτι πιο –ας πούμε– ρεαλιστικό, αποφεύγοντας τις ξέφρενεις πτήσεις φαντασίας. Το sci-fi στοιχείο του Inception απεικονίζεται με εντελώς κυριολεκτικούς τρόπους, η διαστημική πτήση του Interstellar συνδέεται με εξισώσεις, και η μαγεία του The Prestige παρουσιάζεται χέρι-χέρι με την σκοτεινή επιστήμη.
Έτσι κι εδώ, η εποχή «μιας φαινομενικής μαγείας» θέτει εξαρχής τις ιστορίες που θα ακολουθήσουν σε μια βάση όχι ακριβώς αμφισβήτησης, αλλά μιας διάστασης λαϊκής εξιστόρησης όπου κάποια πράγματα έγιναν έτσι, κάποια ίσως λίγο αλλιώς, αλλά σημασία έχει η ουσία των γεγονότων – συναισθηματικά μιλώντας. Μιας και για μια ακόμα φορά, ο Νόλαν (όπως και στο Interstellar και το Οπενχάιμερ) δημιουργεί έναν αχανή κόσμο θαυμάτων (και τεράτων) καταλήγοντας να εσωτερικεύει τα πάντα, συναισθηματικά και ηθικά για τον κεντρικό ήρωα.
Έτσι, ναι, ο Κύκλωπας φυσικά και υπάρχει, αλλά όχι ως κάποιο θαυμαστό στοιχείο σε μια εποχή μαγείας, μα ως ένα πλάσμα γκροτέσκου τρόμου που ποτέ δεν εξηγείται, με το όλο επεισόδιο να παρουσιάζεται αποκομμένο από τα πιο φαντεζί του στοιχεία. Δεν υπάρχει σκηνή που ο Οδυσσέας εξηγεί θριαμβευτικά το μεγάλο του σχέδιο. Δεν υπάρχει ο κομπασμός του «είμαι ο Κανένας».
Αργότερα, σε μια από τις καλύτερες σεκάνς της ταινίας με τη μάγισσα Κίρκη (μιας εντυπωσιακά σκοτεινής Σαμάνθα Μόρτον), μια μεταμόρφωση συμβαίνει με έναν απόλυτα σωματικό και απτό τρόπο που παραπέμπει σε παλιομοδίτικο body horror. Η βάση της σκηνής είναι το μακιγιάζ και η ερμηνεία, όχι το CGI – ή, υποθέτω, η μαγεία. (H υποψήφια για Όσκαρ μακιγιέζ Λουίζα Άμπελ του Οπενχάιμερ κάνει εκπληκτική δουλειά σε όλη την ταινία, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμόρφωσης του πολύ καλού Τζον Λεγκουιζάμο σε έναν γερασμένο Εύμαιο.)
Η κατά Νόλαν Οδύσσεια είναι σε γενικές γραμμές αρκετά πιστή στην ορίτζιναλ ιστορία, τουλάχιστον όσο αφορά την ακολουθία των επεισοδίων. Υπάρχει ένα επεισόδιο που απουσιάζει πλήρως αλλά θεωρώ πως η δραματουργική χρησιμότητά του έχει επαναπλασαριστεί σε άλλα σημεία του έργου.
Η δράση σίγουρα δεν είναι απολύτως γραμμική – αναμενόμενο αυτό από ένα σενάριο του Νόλαν – όμως το πιο σημαντικό στοιχείο εδώ είναι το πώς τα πάντα στο τέλος καταλήγουν να μας παρουσιάζονται όχι ως αντικειμενική Ιστορία, αλλά ως αφηγήσεις. Κάθε ένα από τα επεισόδια αποτελεί διήγηση ή ανάμνηση, με την ταινία εξαρχής να εκπαιδεύει τον θεατή για μια αμφισβήτηση των πιο αποδεκτών στοιχείων περί ηρωισμού και θεών.
Ομολογουμένως το φιλμ αργεί να πάρει μπροστά, με μια πρώτη πράξη που έχει να συστήσει πολλούς χαρακτήρες και σκηνικά, σε ένα εντελώς απλωμένο ξεφόρτωμα πληροφορίας που μπουκώνει λίγο με το καλημέρα. Η επιμονή του Νόλαν να ξεδιπλώνει τις ιστορίες του με αυτή την κυκλική δομή, με ιστορίες και χαρακτήρες που διαρκώς επιστρέφουν στα ίδια σημεία εδώ αργεί να λειτουργήσει απόλυτα, και σε κάποια σημεία φρενάρει κιόλας την όποια αίσθηση φόρας έχει χτιστεί.
Η βραβευμένη με Όσκαρ μοντέζ Τζένιφερ Λέιμ καταφέρνει πάντως να δώσει αυτή την κυλινδρική ορμή στην ταινία ακόμα και πατώντας πάνω στα επιμέρους κενά σημεία του σεναρίου, με αποκορύφωμα την φανταστική δουλειά σε μια καθοριστική σεκάνς της τελευταίας πράξης του φιλμ.
Το μεγαλύτερο ρυθμικό λάθος της ταινίας είναι μια μεγάλη, αρκετά πεζή και πληκτική σεκάνς μάχης που έρχεται λίγο πριν το τέλος, αμέσως μετά από την προαναφερθείσα σεισμικής επίδρασης συναισθηματική κλιμάκωση η οποία κρύβει μέσα της όλη την ουσία του έργου. Τι κλιμάκωση όμως είναι αυτή! Οφείλω να παραδεχτώ πως δάκρυσα.
Η σκηνή θέτει όλο το έπος υπό μια οπτική γωνία που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην υπαρξιακή αυτο-αμφισβήτηση του Οπενχάιμερ και στην (θρησκευτική, αλλά και τελικά εντελώς γήινη) ενοχή και των δοκιμασιών του Τελευταίου Πειρασμού του Σκορσέζε. Αυτή η Οδύσσεια θέλει να ανήκει περισσότερο στην ίδια συζήτηση με την αμφισβήτηση και την εσωτερικότητα του Μπέργκμαν, παρά με μπλοκμπάστερ υπερθεάματα και φαντασία που παρασύρει.
Για να φτάσουμε εκεί, περνάμε φυσικά από όλα τα διάσημα εμπόδια για τον Οδυσσέα και το πλήρωμά του. Ο Κύκλωπας, οι Λαιστρυγόνες, η Σκύλλα κι η Χάρυβδη, η Κίρκη, η Καλυψώ, οι σειρήνες… Κάθε στάση και καημός σε αυτό το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής μετά τον θρίαμβο(;) του Τρωικού Πολέμου, την ώρα που πίσω στην Ιθάκη η Πηνελόπη περιμένει υπομονετικά και επίμονα, ξηλώνοντας κάθε βράδυ αυτό που υφαίνει στη διάρκεια της μέρας, αρνούμενη να παντρευτεί κάποιον από τους μνηστήρες.
Ο Οδυσσέας του τραχύ και μεστού Ματ Ντέιμον είναι ένας άντρας στοιχειωμένος, που μοιάζει να προκαλεί θεούς και δαίμονες. Η θύμηση των χαμένων ανδρών του δεν τον αφήνει ποτέ ήσυχο, την ώρα που ο (πάντα εξαιρετικός) Χίμες Πατέλ ως Ευρύλοχος λειτουργεί ως ζωντανή του συνείδηση και το όραμα της Αθηνάς (Ζεντάγια) ως κάτι σαν ενοχικό αγγελάκι στον ώμο του.
Οι Ντέιμον και Πατέλ ηγούνται στην ουσία ενός εντυπωσιακού καστ το οποίο ο Νόλαν χρησιμοποιεί με σχεδόν χειρουργική ακρίβεια, έχοντας να διαλέξει μεγάλους σταρς για ρόλους με ψωμί ή ρόλους των λίγων λέξεων. Σα να θες να παίξεις μια ιστορία στο κεφάλι σου, όπου έχεις την άνεση να φανταστείς όποιο πασίγνωστο ηθοποιό θες ακόμα και σε ένα πρόσωπο λιγοστών σκηνών – βλέπε Σαρλίζ Θερόν ως Καλυψώ, γιατί όχι! – αλλά που λόγω του μεγέθους του ο Νόλαν μπορεί να το κάνει πραγματικότητα.
(Ανάμεσα στο εντυπωσιακό καστ εντοπίσαμε έναν μόνο Έλληνα ηθοποιό: Τον αγαπημένο Γιάννη Κοκιασμένο από τη Στρέλλα, σε μια κομβικής σημασίας σκηνή και ένα σύντομο διάλογο στα ελληνικά.)
Η ταινία δεν μοιάζει λοιπόν άκριτα γοητευμένη από τον Οδυσσέα, ούτε τον παρουσιάζει σαν ξύπνιο καταφερτζή. Όσο σαν βασανισμένη ιδιοφυία που πασχίζει να βρει ειρήνη για τις αποφάσεις του. Σε όλη τη διάρκεια της Επιστροφής τα βάζει με τους θεούς, φλερτάρει με την καταστροφή – θέλει να ακούσει το τραγούδι των σειρήνων που τον φέρνει σε υπαρξιακή απόγνωση, θέλει να επισκεφθεί τον Άδη και να αντιμετωπίσει τους νεκρούς συντρόφους και τους άταφους άντρες του, που είναι οργισμένοι μαζί του.
Ίσως η κορυφαία σεκάνς της ταινίας αυτή η τελευταία, φαντάζεται τις μετά θάνατον ψυχές με έναν τρόπο δυσβάσταχτα σωματικό, χωμάτινο, βρώμικο άρα και αναπόφευκτα επιδραστικό. Εδώ τη σκηνή κλέβει ο Έλιοτ Πέιτζ (που συνεργάζεται ξανά με τον Νόλαν μετά το Inception) στο ρόλο του Σίνωνα, να ξερνάει πόνο και θυμό και επαναφέροντας την σημασία της σκηνής με την οποία ξεκινά το φιλμ – με τον Δούρειο Ίππο μισοθαμμένο σε μια ακτή και τον Πέιτζ ως Σίνωνα σε σοκ και απόγνωση. Ο Νόλαν χρησιμοποιεί ξανά τον ηθοποιό ως ένα αγνό ηθικό κέντρο για μια δαιδαλώδη ιστορία, σε ένα τρομερά εύστοχο κάστινγκ.
Πίσω στην Ιθάκη (σε ένα σκηνικό που φέρνει στο νου και το πρόσφατο φιλμ Η Επιστροφή με τον Ρέιφ Φάινς ως Οδυσσέα), η Πηνελόπη περιμένει.
Ο Νόλαν κινηματογραφεί την Αν Χάθαγουεϊ διαρκώς ως μια παρουσία μισοκρυμμένη – ως θολή φιγούρα στο φόντο, ή πίσω από τη διαχωριστική πόρτα που την κρατά μακριά από τους μνηστήρες.
Ανάμεσά τους, ο Αντίνοος του Ρόμπερτ Πάτινσον είναι ό,τι πιο κοντινό σε ευθύ villain έχει η ταινία. Όχι απλά με τον ανήθικο τρόπο που κυνηγά την Πηνελόπη και μηχανορραφεί ενάντια στον Τηλέμαχο (Τομ Χόλαντ), αλλά και με ένα backstory που τον συνδέει με την έναρξη του πολέμου και την πλήρη του αδιαφορία για τους άγραφους κανόνες της ύπαρξης.
«Άγραφοι κανόνες», δηλαδή αυτό που οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται ως ύβρη απέναντι στους θεούς. Η ύβρις αυτή εξετάζεται από τον Νόλαν με όρους καθαρά ηθικούς και εσωτερικευμένους: Είτε τα εμπόδια είναι πράξεις εκδίκησης θυμωμένων θεών, είτε είναι συνέπειες των πράξεων των ανθρώπων, το αποτέλεσμα είναι ένα και το αυτό.
Εδώ είναι που η εκδοχή του Νόλαν γίνεται πραγματικά ενδιαφέρουσα, εξετάζοντας την ιστορία του Οδυσσέα με ένα σαφώς πολύ σύγχρονο και μοντέρνο ψυχολογικό βλέμμα. Όπως και στο Οπενχάιμερ, ο Νόλαν βλέπει τον κεντρικό του χαρακτήρα ως μια τραγική φιγούρα που δημιούργησε κάτι που δεν μπορούσε μετά να ελέγξει – στην ουσία, ο αρχιτέκτονας ενός αρρωστημένου νέου κόσμου όπου οι παλιοί κανόνες πετιούνται έξω από το παράθυρο. Είναι η ιστορία για το πώς κάτι διαταράσσεται στο κοινωνικό συμβόλαιο, όταν οι άγραφοι κανόνες σβήνονται. Όταν διαπράττουμε ύβρη δηλαδή – όποια αφήγηση προτιμά καθένας.
Υπό αυτή την οπτική γωνία, αυτή η Οδύσσεια είναι ένα έπος δίχως ήρωες, μια απόφαση πολύ ενδιαφέρουσα και πολύ πιο τολμηρή από το όποιο “προοδευτικό” κάστινγκ που έχει εξοργίσει το συντηρητικό κοινό πριν δει την ταινία. Ο Νόλαν οραματίζεται τον κόσμο της δικής του Οδύσσειας ως πνιγηρό, με λίγο φως, με τη θάλασσα να απειλεί και εχθρικά πλάσματα που σου σφίγγουν την καρδιά όταν τα αντικρύζεις.
Ο θαυματουργός διευθυντής φωτογραφίας Χόιτ φαν Χόιτεμα και η καλλιτεχνική διευθύντρια Ρουθ ντε Γιονγκ που ξέρει πώς να οραματίζεται μια Αποκάλυψη (βλέπε και: Twin Peaks The Return), σκιαγραφούν ένα τοπίο που μοιάζει περισσότερο καταραμένο παρά υποσχόμενο, την ώρα που η ξανα εκπληκτική μουσική του τριπλά οσκαρικού Λούντβιχ Γκόρανσον (Αμαρτωλοί, Οπενχάιμερ) δίνει ώθηση στην αφήγηση με μια σύνθεση ζωηρή όσο και υπαινικτικά απειλητική, με αόριστα φολκλορικές πινελιές.
Σε αυτό το κλίμα, ο νολανικός Οδυσσέας παίρνει έναν δρόμο επιστροφής διπλά δύσκολο – τόσο κυριολεκτικά, όσο και εσωτερικά, καθώς πρέπει να πλεύσει στις άγριες θάλασσες ενός κόσμου αλλαγμένου προς το χειρότερο. Στα χέρια του Νόλαν, ένα αρχαίο έπος αποκτά λοιπόν και μια διάσταση που το κάνει κατά κάποιο τρόπο και αντίδραση στο αρρωστημένο Σήμερα.
Μια εποχή όπου οι άγραφοι κανόνες δικαίου και ηθικής μοιάζουν να αγνοούνται χωρίς αιδώ. Αν τίποτα δεν είναι “ιερό”, τίποτα δεν είναι δεσμευτικό, τότε τι μας κρατάει από την πλήρη πολιτισμική κατάλυση; Το αναρωτιέμαι κάθε φορά που βλέπω τον Τραμπ να ανοίγει το στόμα του, το αναρωτιέμαι κάθε μέρα που η γενοκτονία στη Γάζα συνεχίζεται με την στήριξη όσων μετά θα επικαλούνται το δίκαιο όταν τους συμφέρει. Τι μας έχει απομείνει, πάνω στο οποίο να μπορούμε ξανά να χτίσουμε από την αρχή; Η επιστροφή δε μπορεί παρά να είναι πολυετής – και επίπονη.
Η Οδύσσεια κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.