ΣΚΥΛΟΓΙΟΙ ΚΑΙ ΑΙΜΟΠΟΤΕΣ – ΑΝ Ο B.D. FOXMOOR ΕΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΖΕ ΤΗΝ “ΟΔΥΣΣΕΙΑ”
Ζεστό βουβομαστίγωμα, λυχνάρι του αλωνάρη και εσύ Τηλέμαχε σκυφτέ, του βασιλιά ορφάνεμα και της Zεντάγιας ξόδι.
“Παίξε Μούσα στιχομάνα του Οδυσσέα την άγρια περασιά από τον κόσμο τούτο και βάλε δυο κούπες να βυζάξουμε πέρα στο δροσανέμι, ώσπου να αρχίσει ξέφρενο, το γέρμα του αιμοπότη.
Τους σκυλογιούς και λυγισμένους μη φοβηθείς, του ακάθαρτου ο αλάθευτος ας ξεπεζέψει το αμπόρετο, κάτω στης σιχαμιάς το ριζαριό.
Κι εσείς οι κριτικάρηδες, νενέκοι και κωλέτηδες, βουλώστε το μωρέ πια, τηράτε τις ταινίες ανέξοδα χωρίς να δώσετε παράδες και γράφετε του σκηνοθετάρη κάργα τεμενάδες. Κοντυλοφόροι ξώμαχοι, του Νόλαν φιδογέννες.
Βουλώστε το και σεβαστείτε τ’ αμίλητα, γιατί τα κουσούρια και τα λάθια μου τα ‘χω απασφαλισμένα, πάνω στη βούβαση του γελαστή θα ζεματίσω το μαχαίρι.
Μέσα στην αίθουσα θα μπω του φόβου θρεματάρι και όταν σφαλίσει ο ψίθυρος τους σκοτωμένους τους γυρτούς, το χοροστάσι των μνηστήρων θα μοιάζει νεκροστόλι.
Και εσύ Τηλέμαχε σκυφτέ, του βασιλιά ορφάνεμα και της Zεντάγιας ξόδι, τα μαύρα παιδικάτα σου μεμιάς θα τα πετάξεις γιατί ο πατεράρης σου γυρνά, γεμάτος μπεηλίκια. Ζεστό βουβομαστίγωμα, λυχνάρι του αλωνάρη.
Και όσο θα σπρώχνει του ομόαιμους στης εσχατιάς το ξέφτι, όλοι μαζί θα γλυκοφάνε της λασπουριάς τα αποσπόρια.
Τι να φοβάται αυτός που έκανε σουλάτσα σε γκρεμίσματα, που αγκάθωσε του κυκλωπάρη το ναρκεμένο μάτι, που άκουσε των σειρήνων την πύρινη τους ρίμα, δεμένος στο κατάρτι μιας σκαλιστής βαρκάτζας; Θυμητάρι κόμπιασμα, του χλευαστή ο αδάκρυτος.
Πείτε οι ποιητάρηδες το πρόταγμα του αφορμάρη και πάψτε εσείς με τα ποπκόρν τα χράτσα και τα χρούτσα, λερώνετε τα βάθια μου με σάλιο δράκου και σπλαχνιά, και είναι πολλά τα αμοίραστα.
Πιότερο καλή η “Οδύσσεια” απ’ του “Ινσέπτιον” το χρυσόνειρο, απ’ του Ντι Κάπριο τη σβούρα την ασώπαστη, εκεί που όλοι χανόσαντο μες στα αργόφανταα τα ονείρατα, όσο σπάραζε ο αμπαρωτής της πυροστιάς το αρσενάλι.
Καλύτερο και απ’ τον “Ιππότη της Σκοτιάς”, του Τζόκερ τα γιορτάσια.
Έξω απ’ το σινεμά ξανά στον τόπο τον ασύνορο, να κάτσω να συλλογιστώ τους κυκλωπάδες και τους λωτοφαγάδες, τον σκυλογιό Αντίνοο, την σκυλοκόρη Κίρκη, δαιμοναριό και μοιροχάρτι τα περατίκια του βαρκάρη, πληρωμένα κρίματα κατεβασιά στον Άδη.
Γι’ αυτό κι αρνούμαι τα λερά, τα αλλαξομήνια της λεχώνας και ρίχνω μέσα στου χρόνου τη φωτιά τα ακύλιστα ταμένα. Κι όσοι δεν δείλιασαν ποτέ στο πιθανό να βάλουν αγκωνάρι, πώς έρχεται ξαστέρωμα να δουν, η πετρανάσα ο φιδοβάτης”.
Το κείμενο είναι προϊόν μυθοπλασίας.