Πού το πάει ο Τσίπρας στην εξωτερική πολιτική
Διαβάζεται σε 4'
Οι σχέσεις με Ηνωμένες Πολιτείες και ΕΕ, αλλά και το όραμα των «μεσαίων δυνάμεων».
- 26 Ιουλίου 2026 07:25
«Πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική». Είναι το «μότο» που συνοδεύει, απαρέγκλιτα, τις δημόσιες τοποθετήσεις της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης και του Αλέξη Τσίπρα για τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Ο πρώην πρωθυπουργός όμως -βασισμένος και στο «κεφάλαιο» που έχει διαμορφώσει κατά την κυβερνητική θητεία του- μοιάζει πως επιθυμεί να δώσει ένα νέο «βάθος» στην προσέγγιση αυτή. Αναζητώντας μάλιστα «δρόμους» που υπερβαίνουν την πεπατημένη των ελληνικών κυβερνήσεων που είχαν ανάλογο δόγμα στο παρελθόν.
Σε αυτές -ξεκαθαρίζουμε- η ΕΛ.Α.Σ δεν θεωρεί ότι περιλαμβάνεται η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αντιθέτως, σε τακτική βάση επικρίνει την εξωτερική πολιτική του Μεγάρου Μαξίμου για λογικές «πρόθυμου» ή «δεδομένου». Επισημαίνοντας μάλιστα ότι έχει οδηγήσει σε αρνητικά αποτελέσματα. Όπως για παράδειγμα στην υπόθεση της προμήθειας των F-35 στην Τουρκία ή στο ότι η Ελλάδα μοιάζει να μένει «εκτός» των κέντρων που λαμβάνουν κομβικές αποφάσεις για την ευρύτερη περιοχή.
Δεν είναι κρυφό ότι η δυναμική έλευση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, που παγιώνεται ήδη στη θέση της (δημοσκοπικής) αξιωματικής αντιπολίτευσης, έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον του διεθνούς παράγοντα. Οι πρεσβείες των σημαντικότερων χωρών επέδειξαν ενδιαφέρον μέσω της διπλωματικής οδού να ενημερωθούν για τις προθέσεις του Αλέξη Τσίπρα.
Στο πλαίσιο αυτό υπήρξαν συζητήσεις του επικεφαλής της ΕΛ.Α.Σ με τους πρέσβεις της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιταλίας και της Ισπανίας σε συνάντηση που διοργάνωσε η Νορβηγική πρεσβεία. Στη συζήτηση αυτή μετείχαν επίσης οι πρεσβευτές της Ολλανδίας και της Δανίας. Όπως ήταν αναμενόμενο, στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν οι σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, με έμφαση μάλιστα στο ζήτημα των σχέσεων της γειτονικής χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτά ενώ το στίγμα του είχε ήδη δώσει ο Αλέξης Τσίπρας με την πρόσφατη παρουσία του στην Κύπρο. Εκεί όπου στο πλαίσιο εκδήλωση του ινστιτούτου του είχε κοινή παρουσία με τον γενικό γραμματέα του ΑΚΕΛ, Στέφανο Στεφάνου.
Κομβική ήταν φυσικά η συνάντηση με την πρέσβη των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα, Κίμπερλι Γκιλφοϊλ, που πραγματοποιήθηκε στις 29 Ιουνίου. Εκεί όπου ο Αλέξης Τσίπρας αποσαφήνισε την πεποίθησή του για τον στρατηγικό χαρακτήρα των σχέσεων της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, όμως, επισήμανε ότι κριτήριο για την εξέλιξη της σχέσης αυτής πρέπει να είναι η «αμοιβαία επωφελής βάση». Ξεκαθαρίζοντας πως «κόκκινη γραμμή» είναι η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και της ασφάλειας της χώρας. Δίνοντας έτσι σαφή και ξεκάθαρα μηνύματα προθέσεων στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τράμπ.
Αν και απασχόλησε την επικαιρότητα συγκριτικά λιγότερο, ιδιαίτερα σημαντική φαίνεται να είναι η συνάντηση που είχε ο Αλέξης Τσίπρας στις 16 Ιουλίου με πρεσβευτές χωρών από την αμερικανική ήπειρο. Συγκεκριμένα με τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων του Καναδά, της Βραζιλίας, της Κούβας, του Μεξικό της Χιλής και του Περού. Ιδίως γιατί εκεί ο Αλέξης Τσίπρας -όπως αναφέρουν στην Αμαλίας- παρουσίασε το όραμά του για τη «συνεργασία των Μεσαίων Δυνάμεων»!
Εκεί ο Αλέξης Τσίπρας κατέθεσε έναν προβληματισμό συμβατό με τις δημόσιες παρεμβάσεις του πρωθυπουργού του Καναδά, Μάρκ Κάρνεϊ. Θυμίζουμε ότι ο Καναδός πρωθυπουργός σε ομιλία του στις 20 Ιανουαρίου του 2026 είχε τονίσει την ανάγκη οι λεγόμενες «μεσαίες δυνάμεις», χώρες δηλαδή με ειδικό βάρος στην διεθνή σκηνή, να πάψουν να κινούνται σε λογικές ανταγωνισμών μεταξύ τους για την εύνοια των «μεγάλων δυνάμεων» και αντίθετα να συγκροτήσουν έναν εναλλακτικό πόλο συνεργασίας. Όπως είχε μάλιστα χαρακτηριστικά αναφέρει «αν δεν βρίσκεσαι στο τραπέζι, θα βρίσκεσαι στο μενού».
Με βάση τα παραπάνω η ΕΛ.Α.Σ και ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται πως θα πορευθούν το επόμενο διάστημα, που πιθανότατα να περιλαμβάνει προκλήσεις για την εξωτερική πολιτική, με γνώμονα τον πολυδιάστατο χαρακτήρα των διεθνών σχέσεων της Ελλάδας. Ο στόχος που θα προκρίνεται είναι «η Ελλάδα να γίνει ξανά πυλώνας ειρήνης και σταθερότητας, βασισμένη τόσο στις παραδοσιακές της συμμαχίες στη βάση του αμοιβαίου οφέλους, αλλά και με «άνοιγμα» στις μεσαίες δυνάμεις σε όλο τον κόσμο». Μια τακτική που εκτιμάται ότι είναι απόλυτα ρεαλιστική και ταυτόχρονα ανταποκρίνεται καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη στον στόχο της εξυπηρέτησης των εθνικών συμφερόντων.