Ο Πούτιν έδιωξε τον επικεφαλής της VEB – Το “μένουμε πίσω” που τον εξόργισε
Διαβάζεται σε 5'
Η κρατική τράπεζα ανάπτυξης VEB απομάκρυνε τον επικεφαλής οικονομολόγο της, Αντρέι Κλεπάτς, μετά τις δηλώσεις του ότι η Ρωσία μένει πίσω από τη Δύση και την Κίνα και πληρώνει ολοένα μεγαλύτερο οικονομικό τίμημα από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
- 17 Αυγούστου 2026 16:37
Η ρωσική κρατική τράπεζα ανάπτυξης VEB απέλυσε τον επικεφαλής οικονομολόγο της, Αντρέι Κλεπάτς, μετά τις δηλώσεις που έκανε, στις οποίες ανέφερε ότι η χώρα του μένει πίσω από τη Δύση και την Κίνα και υφίσταται ολοένα μεγαλύτερη οικονομική ζημιά λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Κλεπάτς, ένας από τους πιο γνωστούς οικονομολόγους της Ρωσίας στον τομέα της μακροοικονομίας, έκανε τις επίμαχες δηλώσεις σε οικονομικό συνέδριο τον Μάιο, ωστόσο αυτές μεταδόθηκαν από ρωσικά μέσα ενημέρωσης μόλις την περασμένη εβδομάδα.
«Μένουμε πίσω. Χάνουμε τόσο στον τομέα του τεχνολογικού όσο και του οικονομικού ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Και δεν χάνουμε μόνο σε σχέση με την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά κατά κάποιον τρόπο και από την Ουκρανία», είπε, προσθέτοντας ότι αυτό οφείλεται και στην οικονομική στήριξη που λαμβάνει το Κίεβο από τη Δύση.
«Δεν θα κερδίσουμε τον ανταγωνισμό σε αυτόν τον πόλεμο φθοράς. Έχουμε την ψευδαίσθηση ότι όλα εκεί, στην Ουκρανία, θα καταρρεύσουν. Δεν έχουν καταρρεύσει και δεν θα καταρρεύσουν. Το κόστος μας αυξάνεται», ανέφερε, προειδοποιώντας παράλληλα για τον κίνδυνο κοινωνικής κρίσης.
Σπάνια δημόσια κριτική για το κόστος του πολέμου
Η ομιλία, η οποία έχει δημοσιευτεί στον ιστότοπο του Nikitsky Club, ενός φόρουμ οικονομολόγων, ακαδημαϊκών και κυβερνητικών αξιωματούχων, αποτέλεσε μια σπάνια δημόσια κριτική από υψηλόβαθμο στέλεχος κρατικού φορέα σχετικά με το κόστος της συνέχισης του πολέμου που ξεκίνησε η Μόσχα το 2022.
Ο Κλεπάτς έχει διατελέσει σε διάφορες θέσεις σε οικονομικούς φορείς και εργάστηκε στο υπουργείο Οικονομίας για δέκα χρόνια πριν ενταχθεί στη VEB.
Η VEB, η οποία χρηματοδοτεί κρατικά έργα, επιβεβαίωσε γραπτώς ότι ο Κλεπάτς δεν είναι πλέον επικεφαλής οικονομολόγος της, χωρίς ωστόσο να αναφέρει τους λόγους της απομάκρυνσής του. Ο ίδιος, ο οποίος είχε διοριστεί στη συγκεκριμένη θέση το 2014, επιβεβαίωσε επίσης την εξέλιξη στο Reuters.
Στην ομιλία του τον Μάιο, ο Κλεπάτς υπογράμμισε την ανθεκτικότητα που έχει επιδείξει η Ρωσία απέναντι στις δυτικές κυρώσεις, επισήμανε όμως ότι οι οικονομικές πιέσεις αυξάνονται, μεταξύ άλλων λόγω των ουκρανικών επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές και υποδομές εφοδιαστικής αλυσίδας.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην αυξανόμενη εισοδηματική ανισότητα και στον βραδύτερο ρυθμό αύξησης του ρωσικού ΑΕΠ σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Ουκρανία.
Τον Ιούλιο, η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας εκτίμησε ότι η οικονομία ενδέχεται να μην παρουσιάσει καθόλου ανάπτυξη φέτος. Την ίδια ώρα, οι επαναλαμβανόμενες ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου και αποθηκών της Wildberries προκάλεσαν διαταραχές στην προσφορά, αυξάνοντας τους κινδύνους για τον πληθωρισμό.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν έχει από την πλευρά του δηλώσει ότι η οικονομία παραμένει σταθερή, παρά τις -όπως τις χαρακτηρίζει- εξωτερικές προσπάθειες υπονόμευσής της.
«Από οικονομική άποψη δεν θα καταρρεύσουμε, αλλά η υστέρησή μας θα συνεχίσει να αυξάνεται, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται», δήλωσε ο Κλεπάτς, προβλέποντας ότι θα μπορούσε να προκύψει κοινωνική κρίση «ακριβώς τη στιγμή που κανείς δεν θα το περιμένει ιδιαίτερα».
Προς το παρόν, πάντως, δεν υπάρχουν ενδείξεις σοβαρών κοινωνικών αναταραχών στη Ρωσία, όπου έχει επιβληθεί αυστηρή λογοκρισία εν μέσω πολέμου, οι διαδηλώσεις περιορίζονται και έχουν επιβληθεί βαριές ποινές σε αντιφρονούντες.
Η ρωσική οικονομία υπό πίεση
Ο Κλεπάτς επέκρινε επίσης αυτό που χαρακτήρισε ως υπερβολική εξάρτηση της Ρωσίας από την Κίνα, ενώ υποστήριξε ότι η έλλειψη συντονισμού μεταξύ νομισματικής, δημοσιονομικής και βιομηχανικής πολιτικής έχει συμβάλει στη φετινή οικονομική επιβράδυνση.
«Η ποιότητα της διακυβέρνησης επιδεινώνεται σχεδόν συνεχώς», δήλωσε.
Όπως πρόσθεσε, «λαμβάνονται συνεχώς αποφάσεις που έχουν εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο αιτιολόγησης, αλλά μακροπρόθεσμες στρατηγικές συνέπειες».
Η απόλυση του Κλέπατς, σύμφωνα με τον Guardian, υπογραμμίζει την αυξανόμενη επιμονή του Κρεμλίνου για πίστη εντός των ανώτερων βαθμίδων στην ηγεσία της Ρωσίας, εν μέσω αναφορών ότι ο Πούτιν έχει περικυκλωθεί ολοένα και περισσότερο από αξιωματούχους που διστάζουν να αμφισβητήσουν τις απόψεις του.
Η οικονομία της Ρωσίας αντιμετωπίζει την πιο δύσκολη περίοδο από την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία το 2022, πιεσμένη από τις τεράστιες δαπάνες κατά τη διάρκεια του πολέμου, τις δυτικές κυρώσεις και την αυξανόμενη ικανότητα της Ουκρανίας να χτυπήσει τη βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου της Μόσχας.
Μόνο κατά τους πρώτους τέσσερις μήνες του 2026, το έλλειμμα του προϋπολογισμού της Ρωσίας έφτασε τα 5,87 τρισεκατομμύρια ρούβλια (81 δισεκατομμύρια δολάρια), πολύ πάνω από τον στόχο των 3,79 τρισεκατομμυρίων ρουβλιών που έχει θέσει η κυβέρνηση για ολόκληρο το έτος. Μερικοί από τους στενότερους συμβούλους του Πούτιν τον έχουν προειδοποιήσει κατ’ ιδίαν ότι το τρέχον επίπεδο δαπανών σε καιρό πολέμου καθίσταται μη βιώσιμο.
Πρόσφατα, οι ουκρανικές επιθέσεις έπληξαν δεκάδες αποθήκες που ανήκουν στην Wildberries, τον μεγαλύτερο λιανοπωλητή ηλεκτρονικού εμπορίου της Ρωσίας, καταστρέφοντας αποθέματα αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι επιθέσεις έχουν εγείρει ερωτήματα σχετικά με την οικονομική σταθερότητα της εταιρείας και έχουν προκαλέσει σοβαρό πλήγμα σε χιλιάδες ανεξάρτητους πωλητές που εξαρτώνται από την πλατφόρμα για τα προς το ζην.
Από πλευράς Πούτιν δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είναι διατεθειμένος να περιορίσει τον πόλεμο ή τις δαπάνες αυτού. Αντ’ αυτού, το Κρεμλίνο έχει επιδιώξει πρόσθετα έσοδα αυξάνοντας τους φόρους στις μικρότερες επιχειρήσεις και ασκώντας πιέσεις στους ολιγάρχες να συνεισφέρουν περισσότερο στην πολεμική προσπάθεια.
Τα οικονομικά της Ρωσίας, πάντως, έχουν ενισχυθεί από την φετινή άνοδο των τιμών του πετρελαίου μετά τον πόλεμο των ΗΠΑ στο Ιράν, παρέχοντας στη Μόσχα δισεκατομμύρια δολάρια σε πρόσθετα έσοδα και βοηθώντας στην άμβλυνση μέρους της αυξανόμενης οικονομικής πίεσης.