ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΝΑ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΤΑ ΒΟΥΝΑ;
Η ζωή στην ύπαιθρο πέρα από τη ρομαντική εικόνα: Πριν από δέκα χρόνια, μια ομάδα νέων ανθρώπων δημιούργησε τα «Ψηλά Βουνά» για να στηρίξει την επανακατοίκηση των ορεινών περιοχών και σήμερα προσπαθεί να κάνει την αποκέντρωση μια βιώσιμη επιλογή ζωής.
Ήταν μία από αυτές τις μέρες των διακοπών που σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να παρατείνω εσαεί αυτό το συναίσθημα ευδαιμονίας. Να ξυπνάω κάτω από τον Όλυμπο, μέσα στη φύση και η πρώτη εικόνα που να αντικρίζω να είναι η θάλασσα στο βάθος. Δεν είναι λίγοι αυτοί που αποφάσισαν να αφήσουν πίσω τους τις πόλεις και να γίνουν ορεσίβιοι. Πίσω, όμως, από τη ρομαντική εικόνα ενός σπιτιού στο βουνό, της ησυχίας και ενός διαφορετικού ρυθμού ζωής, υπάρχει μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη.
Η αποκέντρωση δεν είναι απλώς η απόφαση να αφήσεις την πόλη. Είναι μια ολόκληρη διαδικασία που συνδέεται με την κατοικία, την εργασία, τις υπηρεσίες, τις μετακινήσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις και, τελικά, με τη δυνατότητα ενός τόπου να προσφέρει μια ζωή με προοπτική.
Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός λόγος για τον οποίο κάποιος αποφασίζει να «πάρει τα βουνά», εξηγεί η Χριστίνα Παπακυρίτση από τα Ψηλά Βουνά, μια Κοινωνική Συνεταιριστική Επιχείρηση με έδρα το Ανατολικό Ζαγόρι, που ιδρύθηκε το 2016 με στόχο την επανακατοίκηση και την αξιοβίωτη, ολοκληρωμένη ανάπτυξη των ορεινών περιοχών.
Για κάποιους ανθρώπους είναι η ανάγκη να βρίσκονται πιο κοντά στη φύση, για άλλους η επιθυμία για έναν διαφορετικό ρυθμό ζωής και για μια καθημερινότητα με πιο ουσιαστικές σχέσεις, όπου γνωρίζεις τον διπλανό σου και αισθάνεσαι ότι μπορείς να συμμετέχεις ενεργά σε όσα συμβαίνουν γύρω σου.
Το σημαντικό, ωστόσο, είναι να μην βλέπουμε την αποκέντρωση ως απόδραση από την πόλη. Για να μπορέσει κάποιος να ζήσει πραγματικά σε έναν ορεινό τόπο χρειάζεται δουλειά, κατοικία, ανθρώπινες σχέσεις, βασικές υπηρεσίες και χρόνο για να ενταχθεί στην τοπική κοινωνία. «Αυτές ακριβώς τις προϋποθέσεις προσπαθούμε να ενισχύσουμε μέσα από τα Ψηλά Βουνά», λέει.
Η καθημερινότητα στο βουνό, όπως πραγματικά είναι
Για την ίδια, ένα από τα πιο έντονα συναισθήματα που γεννά η ζωή στο βουνό είναι η επίγνωση του ίδιου του τόπου. Οι εποχές, ο καιρός, το φως, οι αποστάσεις, ακόμη και η σιωπή αποκτούν διαφορετική σημασία σε σχέση με την πόλη. Υπάρχουν στιγμές μεγάλης ηρεμίας και ελευθερίας, μαζί όμως με μια αίσθηση ευαλωτότητας. Όταν γνωρίζεις ότι για μια υπηρεσία υγείας, για μια βλάβη ή ακόμη και για μια καθημερινή ανάγκη μπορεί να χρειαστεί να διανύσεις μια σημαντική απόσταση, αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά την έννοια της ασφάλειας.
Τον χειμώνα, με δύσκολο καιρό ή όταν βρίσκεσαι σε ένα χωριό με ελάχιστους κατοίκους, αυτή η αίσθηση γίνεται ακόμη πιο έντονη. Την ίδια στιγμή, όμως, αυτή η πραγματικότητα σε φέρνει πιο κοντά στον τόπο και στους ανθρώπους γύρω σου. Μαθαίνεις να οργανώνεσαι διαφορετικά, να υπολογίζεις περισσότερο τον καιρό και τις αποστάσεις, αλλά και να βασίζεσαι περισσότερο στις σχέσεις που δημιουργείς με την κοινότητα. «Η ζωή στο βουνό έχει μια πολύ μεγάλη ομορφιά, αλλά μαζί της έχει και μια πραγματικότητα που δεν πρέπει να εξωραΐζουμε», σημειώνει.
Στο Δεμάτι, όπου βρίσκεται η έδρα των Ψηλών Βουνών και το Κέντρο Στήριξης Ορεινών Περιοχών, δύσκολα υπάρχει μια πραγματικά τυπική ημέρα. Η καθημερινότητα για την ίδια, συνδυάζει δουλειά γραφείου, διαδικτυακές συναντήσεις, συντονισμό δράσεων και συνεχή επαφή με ανθρώπους της περιοχής.
Μια ημέρα μπορεί να ξεκινήσει με δουλειά στον υπολογιστή και online συναντήσεις και να συνεχιστεί με μια συνάντηση με κατοίκους ή ανθρώπους από γειτονικά χωριά, με την προετοιμασία μιας δράσης, μιας εθελοντικής ομάδας ή ενός προγράμματος. Και επειδή πρόκειται για ένα πολύ μικρό ορεινό χωριό, η δουλειά και η καθημερινότητα μπλέκονται πολύ περισσότερο μεταξύ τους. Μπορεί να υποδεχτείς κάποιον που έρχεται για να γνωρίσει την περιοχή, να συζητήσεις με έναν κάτοικο για μια ανάγκη ή μια ιδέα ή απλώς να σταματήσεις για μια κουβέντα που τελικά γίνεται εξίσου σημαντική με μια προγραμματισμένη συνάντηση.
Η κατοικία είναι ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα
Σε πολλά χωριά υπάρχουν κλειστά σπίτια, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι διαθέσιμα προς ενοικίαση ή ότι βρίσκονται σε κατάσταση που επιτρέπει την άμεση κατοίκησή τους. Μετά έρχεται η εργασία, η πρόσβαση σε υπηρεσίες, η μετακίνηση, η υγεία, η εκπαίδευση για μια οικογένεια με παιδιά, ακόμη και απλά πράγματα όπως τα καθημερινά ψώνια.
Υπάρχει και η κοινωνική διάσταση. Το να εγκατασταθείς σε έναν τόπο δεν σημαίνει απλώς να νοικιάσεις ένα σπίτι. Χρειάζεται χρόνος για να γνωρίσεις την κοινότητα και να γίνεις κομμάτι της. Γι’ αυτό και μέσα από το «Πάρε τα Βουνά» τα Ψηλά Βουνά προσπαθούν να μην παρουσιάζουν μια ωραιοποιημένη εικόνα, αλλά να βοηθούν κάθε άνθρωπο να καταλάβει τι σημαίνει στην πράξη η ζωή στον τόπο που τον ενδιαφέρει.
Μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στην ελληνική περιφέρεια
Η Χριστίνα Παπακυρίτση διαπιστώνει πως, από τη μία πλευρά, υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα από ανθρώπους νεότερων ηλικιών, για μια ζωή εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Αυτό αποτυπώνεται και στα αιτήματα που δέχονται τα Ψηλά Βουνά, από ανθρώπους που αναζητούν χωριά, κατοικία, δυνατότητες τηλεργασίας, επαγγελματικές ευκαιρίες ή έναν διαφορετικό τρόπο ζωής.
Από την άλλη, το ενδιαφέρον από μόνο του δεν αρκεί για να αντιστρέψει τη δημογραφική συρρίκνωση. Πολλά χωριά συνεχίζουν να χάνουν μόνιμο πληθυσμό και υπηρεσίες. Υπάρχουν, επομένως, άνθρωποι που θέλουν να μετακινηθούν προς την περιφέρεια και την ίδια στιγμή τόποι που δυσκολεύονται να τους υποδεχθούν.
Για να αλλάξει πραγματικά αυτή η εικόνα, χρειάζεται θέληση και από τους θεσμικούς φορείς και τις τοπικές αυτοδιοικήσεις. Η αποκέντρωση δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην ατομική απόφαση κάποιου να φύγει από την πόλη. Χρειάζονται πολιτικές, υποδομές, υπηρεσίες, πρόσβαση σε κατοικία και εργασία και ένας συνολικός σχεδιασμός που να κάνει την εγκατάσταση και, κυρίως, την παραμονή στον τόπο εφικτή.
Στα Ψηλά Βουνά προσπαθούν να συμβάλουν ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση, αναπτύσσοντας προτάσεις και πολιτικές που μοιράζονται με Περιφέρειες και Δήμους και επιδιώκουν, όπου υπάρχει κοινή βούληση, να εφαρμοστούν στην πράξη. Μία από αυτές είναι η πρόταση για τη δημιουργία Γραφείων Προσέλκυσης Πληθυσμού, κυρίως σε ορεινούς δήμους αλλά και σε δήμους της περιφέρειας που δεν έχουν ως έδρα ένα μεγάλο αστικό κέντρο και αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα πληθυσμιακής συρρίκνωσης και αποδυνάμωσης των τοπικών κοινοτήτων.
Η ιδέα είναι να υπάρχει ένας σταθερός τοπικός μηχανισμός που θα καταγράφει τις πραγματικές δυνατότητες κάθε περιοχής και θα μπορεί να υποστηρίζει ανθρώπους που ενδιαφέρονται να εγκατασταθούν εκεί, συνδέοντάς τους με διαθέσιμη κατοικία, εργασία, υπηρεσίες, τοπικούς φορείς και την ίδια την κοινότητα.
Με αυτόν τον τρόπο, η αποκέντρωση παύει να είναι μια μοναχική προσπάθεια του καθενός και γίνεται οργανωμένη πολιτική υποδοχής και εγκατάστασης νέων κατοίκων. «Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα για εμάς. Να μετατρέψουμε το ενδιαφέρον για αποκέντρωση σε πραγματική δυνατότητα εγκατάστασης και ζωής στην περιφέρεια».
Όσα έχουν ήδη πετύχει τα Ψηλά Βουνά
Η δουλειά αυτή έχει ήδη κάποια μετρήσιμα αποτελέσματα. Τα Ψηλά Βουνά προσπαθούν να καταγράφουν όλο και πιο συστηματικά τον αντίκτυπο των δράσεών τους στις ορεινές κοινότητες. Ένα σημαντικό κομμάτι αποτελεί το Δίκτυο Πρεσβευτών και Πρεσβειρών Αποκέντρωσης, το οποίο αριθμεί σήμερα 57 μέλη σε διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας. Πρόκειται για ανθρώπους που λειτουργούν εθελοντικά ως τοπικοί σύνδεσμοι για όσους σκέφτονται να μετακινηθούν στην ύπαιθρο. Μέσα από τη δική τους εμπειρία προσφέρουν πρακτική πληροφόρηση, καθοδήγηση και μια πρώτη σύνδεση με την τοπική κοινότητα.
Μέχρι σήμερα, τα Ψηλά Βουνά έχουν υποστηρίξει περισσότερους από 20 ανθρώπους και οικογένειες να κάνουν ένα νέο ξεκίνημα στην ύπαιθρο. Παράλληλα, έχουν υποστηρίξει τη σύσταση και έχουν προσφέρει συμβουλευτικές υπηρεσίες σε περισσότερες από 30 επιχειρήσεις και φορείς της Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας, βοηθώντας ομάδες να οργανώσουν και να αναπτύξουν δραστηριότητες που μπορούν να δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και οικονομική δραστηριότητα σε μικρούς τόπους.
Στον πρωτογενή τομέα έχουν δημιουργήσει ένα δίκτυο 27 παραγωγών που θα συμμετέχουν στο μοντέλο Κοινωνικά Υποστηριζόμενης Γεωργίας στην περιοχή των Ιωαννίνων. Στόχος είναι να ενισχυθεί η σύνδεση των μικρών παραγωγών με τους καταναλωτές και να δημιουργηθούν πιο σύντομες και δίκαιες αλυσίδες διάθεσης των προϊόντων τους. Παράλληλα, έχουν φιλοξενήσει περισσότερους από 200 εθελοντές από όλο τον κόσμο και έχουν υλοποιήσει πολλές δράσεις σε ορεινές περιοχές με στόχο τη στήριξη του συνεργατισμού, την ενίσχυση του πρωτογενούς τομέα και την εκπαίδευση γύρω από τον τουρισμό που βασίζεται στην κοινότητα.
Σκοπός τους είναι μέσα από αυτές τις δράσεις να δημιουργούνται νέες συνεργασίες, νέες επαγγελματικές δυνατότητες και περισσότερες προϋποθέσεις ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να παραμείνουν ή να δημιουργήσουν μια νέα ζωή στην ύπαιθρο.
Σε αυτή την προσπάθεια, σημαντικό ρόλο έχουν και οι τοπικές αρχές. Η εμπλοκή τους εξαρτάται από τον τόπο και τη συγκεκριμένη δράση, όμως η τοπική αυτοδιοίκηση μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο, καθώς πολλά από τα ζητήματα που επηρεάζουν τη ζωή στις ορεινές περιοχές – οι υποδομές, οι υπηρεσίες, η στήριξη της τοπικής οικονομίας και η δημιουργία ευκαιριών για νέους ανθρώπους – χρειάζονται συνεργασία με τους δήμους και τους θεσμικούς φορείς.
Στο Ζαγόρι, τα Ψηλά Βουνά έχουν αναπτύξει ουσιαστική συνεργασία με τον Δήμο μέσα από κοινές δράσεις και ευρωπαϊκά προγράμματα που αφορούν τη βιώσιμη ανάπτυξη, τον τουρισμό, την τοπική επιχειρηματικότητα και την ενίσχυση των κοινοτήτων. Αντίστοιχα, συνεργάζονται και με άλλους ορεινούς δήμους και τοπικούς φορείς σε δράσεις εκπαίδευσης, κοινωνικής οικονομίας, πρωτογενούς παραγωγής και τουρισμού που βασίζεται στην κοινότητα.
Το ζητούμενο, όπως επισημαίνει η Χριστίνα Παπακυρίτση, είναι αυτές οι συνεργασίες να μην περιορίζονται σε μεμονωμένες εκδηλώσεις, αλλά να αποκτούν συνέχεια και να οδηγούν σε ουσιαστικές παρεμβάσεις, νέες υπηρεσίες και καλύτερες συνθήκες για τους ανθρώπους που ήδη ζουν ή θέλουν να εγκατασταθούν στις ορεινές περιοχές.
Όταν η αποκέντρωση περνά από το χωράφι
Ένα από τα πεδία στα οποία επιχειρούν να δώσουν πρακτική απάντηση είναι και η βιώσιμη γεωργία, μέσα από ένα μοντέλο κοινωνικής καινοτομίας που βασίζεται στην Κοινωνικά Υποστηριζόμενη Γεωργία. Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια πιο σύντομη, δίκαιη και διαφανής σύνδεση ανάμεσα στους μικρούς παραγωγούς και τους καταναλωτές. Η λογική είναι να συνδεθεί η παραγωγή ενός δικτύου μικρών παραγωγών με νοικοκυριά που αναζητούν φρέσκα, εποχιακά και τοπικά προϊόντα. Έτσι ο παραγωγός μπορεί να αποκτήσει ένα πιο σταθερό και οργανωμένο κανάλι διάθεσης, ενώ ο καταναλωτής γνωρίζει καλύτερα από πού προέρχεται η τροφή του και ποιον στηρίζει μέσα από την αγορά του.
Αν και δεν έχει τεθεί ένα αυστηρό χιλιομετρικό όριο, βασική αρχή είναι η διαδρομή από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση να παραμένει όσο το δυνατόν πιο σύντομη, χωρίς όμως να χάνει το μοντέλο την οικονομική και λειτουργική του βιωσιμότητα. Η πρώτη εφαρμογή σχεδιάζεται στην περιοχή των Ιωαννίνων, με παραγωγούς κυρίως από ορεινές περιοχές της Ηπείρου και της Πίνδου. «Είμαστε πλέον έτοιμοι και έτοιμες να δοκιμάσουμε αυτό το μοντέλο στην πράξη».
Στο δίκτυο περιλαμβάνονται οπωροκηπευτικά και εποχιακά φρούτα, όσπρια, δημητριακά και άλευρα, βότανα, μανιτάρια και άλλα προϊόντα συλλογής, μέλι και προϊόντα μελισσοκομίας, αυγά και τυροκομικά, αλλά και μεταποιημένα προϊόντα μικρής κλίμακας, όπως ζυμαρικά, ψωμί και αρτοποιήματα. Μέσα από το μοντέλο Κοινωνικά Υποστηριζόμενης Γεωργίας, τα προϊόντα αυτά θα μπορούν να συγκεντρώνονται σε εβδομαδιαία καλάθια και να φτάνουν απευθείας σε νοικοκυριά, ακολουθώντας την εποχικότητα και την πραγματική διαθεσιμότητα της παραγωγής.
Ένα πολύ όμορφο παράδειγμα είναι τα πειραματικά θερμοκήπια των Ψηλών Βουνών, τη διαχείριση των οποίων έχει πλέον αναλάβει ένα ζευγάρι που ήρθε μαζί με την κόρη του για να εγκατασταθεί στο χωριό και έχει ξεκινήσει να παράγει κηπευτικά, όπως ντομάτες, φασολάκια και πιπεριές. Είναι μια μικρή αλλά πολύ ουσιαστική εικόνα του πώς η αποκέντρωση μπορεί να συνδεθεί στην πράξη με την παραγωγή και τη δημιουργία νέας δραστηριότητας σε έναν ορεινό τόπο.
Για τα Ψηλά Βουνά, ο ιδανικός αντίκτυπος όλων αυτών των δράσεων θα ήταν τα ορεινά χωριά να μπορούν ξανά να αποτελούν μια πραγματική και βιώσιμη επιλογή ζωής. Ένας νέος άνθρωπος που σκέφτεται να φύγει από την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη να μην πρέπει να ξεκινήσει από το μηδέν, αλλά να μπορεί να βρει πληροφορίες για κατοικία και εργασία, να γνωρίσει ανθρώπους που ήδη ζουν στον τόπο, να έχει πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες και να ξέρει ότι υπάρχει ένα δίκτυο που μπορεί να τον βοηθήσει στα πρώτα του βήματα.
Παράλληλα, οι άνθρωποι που ήδη ζουν στα χωριά θα πρέπει να μπορούν να παραμείνουν εκεί με αξιοπρέπεια, να έχουν εισόδημα, υπηρεσίες και προοπτική. «Ο στόχος δεν είναι μόνο να προσελκύσουμε νέους ανθρώπους, αλλά να δημιουργηθούν οι συνθήκες ώστε οι κοινότητες να είναι ξανά ζωντανές, λειτουργικές και βιώσιμες».
Μπορούν, λοιπόν, τα ορεινά χωριά να ξαναζωντανέψουν;
Η απάντηση της Χριστίνας Παπακυρίτση είναι ναι, αλλά όχι αν περιμένουμε ότι αυτό θα συμβεί μόνο του και όχι με την ιδέα ότι όλα τα χωριά μπορούν να επιστρέψουν στον πληθυσμό που είχαν πριν από πενήντα χρόνια. Η επιτυχία μπορεί να σημαίνει κάτι πιο ρεαλιστικό: ένα χωριό που σήμερα έχει ελάχιστους μόνιμους κατοίκους να αποκτήσει νέους ανθρώπους, ζευγάρια, οικογένειες, παρέες ή ομάδες που επιλέγουν να ζήσουν και να δραστηριοποιηθούν εκεί, να δημιουργηθούν νέες επαγγελματικές δραστηριότητες και συνεργασίες, να υπάρχουν σημεία συνάντησης, βασικές υπηρεσίες και περισσότερη ζωή σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Σε έναν πολύ μικρό τόπο, ακόμη και λίγες νέες εγκαταστάσεις ή πρωτοβουλίες μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την καθημερινότητα και τις προοπτικές της κοινότητας.
Υπάρχουν πλέον δυνατότητες που παλαιότερα δεν υπήρχαν, όπως η τηλεργασία, οι ψηφιακές υπηρεσίες, οι νέες μορφές κοινωνικής επιχειρηματικότητας και διαφορετικά μοντέλα τουρισμού και παραγωγής. Δεν αρκούν όμως από μόνες τους.
Η αποκέντρωση χρειάζεται πολιτικές για την κατοικία, πρόσβαση σε εργασία και βασικές υπηρεσίες, κατάλληλες υποδομές, ενεργές τοπικές κοινότητες και φορείς που θέλουν να υποδεχθούν και να στηρίξουν νέους κατοίκους. Χρειάζεται, επίσης, έναν μηχανισμό που να μπορεί να συνδέει όλες αυτές τις ανάγκες και τις δυνατότητες μεταξύ τους.
Τις σπάνιες πια φορές που επισκέπτομαι το χωριό της μαμάς μου στη Φωκίδα, με κατακλύζει η νοσταλγία και ένα γλυκόπικρο αίσθημα για το παρελθόν. Δεν ξέρω αν το συγκεκριμένο χωριό θα καταφέρει να έχει μέλλον για τους νεότερους και να μην είναι απλώς ένας τόπος συνάντησης για τον Δεκαπενταύγουστο. Το σίγουρο είναι ότι το μέλλον για τη ζωή στο βουνό δεν είναι απλώς μια ρομαντική ιδέα για λίγες ημέρες διακοπών, αλλά μια συνειδητή, ρεαλιστική και βιώσιμη επιλογή για ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν, να εργαστούν, να δημιουργήσουν και να γίνουν μέρος μιας κοινότητας.
«Αν δουλέψουμε συστηματικά πάνω σε αυτές τις προϋποθέσεις, τότε πολλά ορεινά χωριά μπορούν όχι να επιστρέψουν στο παρελθόν τους, αλλά να αποκτήσουν ένα νέο, βιώσιμο μέλλον», καταλήγει η Χριστίνα Παπακυρίτση.
Τροφή για σκέψη για όλες εκείνες τις φορές που σκεφτόμαστε να πάρουμε τα βουνά.