Ψάχνοντας το όραμα της Φον ντερ Λάιεν
Διαβάζεται σε 6'
Προβληματικά σημεία από την ομιλία της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την “Κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης”.
- 16 Σεπτεμβρίου 2026 13:12
Με τη φετινή της ομιλία για την Κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (SOTEU) ενώπιον του σώματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, η Ούρσουλα φον ντερ Λαίεν επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στον γεωπολιτικό πραγματισμό και τη διαχείριση συσσωρευμένων αδυναμιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), αφήνοντας ωστόσο ευδιάκριτα κενά ανάμεσα στις διακηρύξεις προθέσεων και την απτή πολιτική πράξη.
Στο πεδίο της ασφάλειας, η ανακοίνωση ενός νέου ευρωπαϊκού μηχανισμού για τις στρατηγικές δυνατότητες (Strategic Enablers) αποτελεί σαφή ομολογία της χρόνιας και προβληματικής εξάρτησης της ΕΕ από τις ΗΠΑ σε τομείς όπως οι αερομεταφορές, ο εναέριος ανεφοδιασμός και η αεράμυνα. Παρότι η έκκληση για επίτευξη κοινής πολιτικής στόχευσης έως το 2030 διατηρεί κάποια στοιχεία στρατηγικής συνοχής, η πρωτοβουλία αποτελεί ένα αόριστο σχήμα χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα ή συγκεκριμένο επιμερισμό βαρών, που είναι θεσμικά και πολιτικά δύσκολο να εφαρμοστεί στην πράξη Την ίδια ασάφεια έχει και η πρόταση για ένα «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Ασφαλείας» με τη συμμετοχή του Ηνωμένου Βασιλείου, της Νορβηγίας, της Ουκρανίας και του Καναδά· μια ιδέα που, αν και φιλοδοξεί να συγκροτήσει μια ευρεία «συμμαχία για το μέλλον», όπως ανέφερε η πρόεδρος της Κομισιόν, κινδυνεύει να δημιουργήσει επικαλύψεις ή ακόμα και τριβές με τις υφιστάμενες δομές του ΝΑΤΟ, βαθαίνοντας το ρήγμα με τις ΗΠΑ και υποκαθιστώντας τη βαθύτερη θεσμική ολοκλήρωση με ad hoc φόρουμ γεωπολιτικού σχεδιασμού.
Η ίδια τάση αναδιαμόρφωσης υφιστάμενων πόρων αντί για πραγματικά νέα κατεύθυνση διαφαίνεται και στην υποστήριξη προς το Κίεβο. Η εξαγγελία κοινών έργων με ουκρανικές επιχειρήσεις και η χρηματοδότηση προς τη βιομηχανία των drones βασίζεται στην ουσία στα «περισσεύματα» άνω των 10 δισ. ευρώ από το πρόγραμμα SAFE, αναδεικνύοντας τη δυστοκία των κρατών-μελών να απορροφήσουν πλήρως τα αρχικό κεφάλαιο για κοινές προμήθειες όπλων. Στο διπλωματικό μέτωπο, το άνοιγμα προς τον Καναδά για καθεστώς «συνδεδεμένου μέλους» εντυπωσιάζει επικοινωνιακά, αλλά παρακάμπτει επιδεικτικά τα θεσμικά όρια των ευρωπαϊκών συνθηκών περί γεωγραφικής εγγύτητας, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για το νομικό και πολιτικό περιεχόμενο μιας τέτοιας πρότασης.
Πηγαίνοντας τώρα στο ζήτημα των παράνομων εποικισμών του Ισραήλ, η πρόεδρος της Κομισιόν εισέπραξε χειροκροτήματα καταδικάζοντας τους ισραηλινούς εποικισμούς στην περιοχή E1 της Δυτικής Όχθης, όμως η άρνησή της να προτείνει συγκεκριμένα μέτρα —όπως η απαγόρευση εμπορίου με παράνομους οικισμούς, την οποία ζητά η ίδια η επικεφαλής εξωτερικής πολιτικής Κάγια Κάλλας και εφαρμόζουν ήδη η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς— αποτυπώνει μια διστακτική διαχείριση. Η επιμονή σε ρητορικές καταδίκες και στη διοχέτευση κονδυλίων για την ανθρωπιστική βοήθεια και την ανοικοδόμηση της Γάζας λειτουργεί περισσότερο ως άλλοθι παρά ως ουσιαστική διπλωματική και πολιτική παρέμβαση, διατηρώντας επί της ουσίας αλώβητο το σημερινό, παραβατικό status quo.
Στο εσωτερικό μέτωπο, το σύνθημα «όχι προνόμια, αλλά δικαιώματα» προσέφερε μια δόση φιλολαϊκού, κοινωνικού τόνου στην ομιλία, μαζί με το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Φροντίδας (Care Deal) και τη δέσμευση για περιφερειακές επενδύσεις που θα διασφαλίζουν το δικαίωμα στη στέγη. Ωστόσο, οι αναφορές στον πρόσφατο νόμο για τη στέγαση και τις βραχυχρόνιες μισθώσεις περισσότερο επιβεβαιώνουν ότι οι Βρυξέλλες αντιδρούν καθυστερημένα σε μια οξύτατη στεγαστική κρίση, παρά ότι προσφέρουν άμεσες και ουσιαστικές λύσεις, ενώ ο ορίζοντας του 2027 για σχετικές θεματικά Συνόδους Κορυφής αποκαλύπτει τους αργούς και εκτός κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας γραφειοκρατικούς ρυθμούς του μηχανισμού των Βρυξελλών.
Στο ζήτημα της τεχνολογικής ανάπτυξης, η de facto παραδοχή ότι η Ευρώπη έχει χάσει οριστικά το τρένο της πρωτοπορίας στα θεμελιώδη μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) συνοδεύτηκε από μια προσπάθεια εξωραϊσμού της κατάστασης μέσω πέντε τομεακών πρωτοβουλιών (υγεία, μεταφορές, αγροδιατροφή, μεταποίηση, άμυνα/διάστημα). Παρά την ορθότητα της εστίασης στην εφαρμογή των σημερινών μοντέλων στην ΑΙ, η απουσία συγκεκριμένων χρηματοδοτικών πόρων, ρυθμιστικών διατάξεων και επενδύσεων για να καταπολεμηθεί η αναπόφευκτη τεχνολογική υστέρηση της ηπείρου αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η ΕΕ να αρκεστεί για άλλη μια φορά στον ρόλο του απλού καταναλωτή τεχνολογικών υποδομών τρίτων κρατών.
Τέλος, η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία για το Νερό ήρθε ως επιβεβλημένη απάντηση στη σοβαρή ξηρασία του καλοκαιριού του 2026 και τη δραματική συρρίκνωση μεγάλων ποταμών της Ευρώπης. Εδώ όμως εντοπίζεται και μια βαθιά αντίφαση: την ώρα που η Κομισιόν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη λειψυδρία, δέχεται σφοδρή κριτική από περιβαλλοντικές οργανώσεις και ευρωβουλευτές για τις απόπειρες αποδυνάμωσης της Οδηγίας-Πλαίσιο για τα Ύδατα προς όφελος της εξορυκτικής βιομηχανίας.
Συνολικά, η ομιλία της Φον ντερ Λαίεν παρουσίασε μια Ευρώπη που αναγνωρίζει τις στρατηγικές και κλιματικές της ευπάθειες, αλλά συχνά επιλέγει τη διαχείριση εντυπώσεων, την ανακύκλωση κονδυλίων και τους διπλωματικούς ελιγμούς αντί για αποφάσεις που απαντούν σε χρόνιες προκλήσεις. Σε μια ιστορική συγκυρία που σημαδεύεται από την ανησυχητική άνοδο της ακροδεξιάς σε ολόκληρη την ήπειρο και την ταχύτατη στρατιωτικοποίηση των δημοσιονομικών δαπανών, η επικεφαλής της Κομισιόν μοιάζει να επιμένει σε μια πολιτική διακηρύξεων. Αντί να απαντήσει ουσιαστικά στις πραγματικές κοινωνικές συνθήκες που δοκιμάζουν την καθημερινότητα των Ευρωπαίων πολιτών, περιορίζεται σε επικοινωνιακά αναχώματα, παραβλέποντας τις βαθύτατες υπαρξιακές και οικονομικές ανασφάλειες της κοινωνίας —από το δυσβάσταχτο κόστος ζωής και τη στεγαστική επισφάλεια μέχρι τη διάλυση του κοινωνικού κράτους και την κλιματική ευαλωτότητα.
Αυτό που πραγματικά χρειάζεται η ΕΕ σήμερα δεν είναι η περαιτέρω διοχέτευση πόρων σε εξοπλιστικά σχήματα, αλλά ισχυρότερα και πιο τολμηρά χρηματοδοτικά εργαλεία αφιερωμένα στην έρευνα, την κοινωνική ανάπτυξη και την πραγματική συνοχή, παράλληλα με την έμπρακτη στήριξη της κοινωνίας των πολιτών. Απαιτείται μια ριζική απλοποίηση και αποσυμφόρηση του δυσκίνητου και σύνθετου γραφειοκρατικού πλαισίου που πνίγει την καινοτομία, καθώς και η διαμόρφωση ουσιαστικών πολιτικών διασύνδεσης των μη κυβερνητικών οργανώσεων και των ερευνητικών ινστιτούτων ανάμεσα στα κράτη-μέλη. Χωρίς αυτές τις βαθιές τομές που θέτουν την κοινωνική βάση στο επίκεντρο, οι ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες θα συνεχίσουν να αποξενώνονται από τους πολίτες, τροφοδοτώντας την ίδια την κρίση που ισχυρίζονται ότι επιχειρούν να επιλύσουν.
*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.