ΜΙΑ ΠΙΠΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΠΑ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΠΩΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ
Επισκεφθήκαμε στο Μουσείο Μαγκρίτ στις Βρυξέλλες και περιηγηθήκαμε στον σουρεαλιστικό του κόσμο.
Ένα τεράστιο πράσινο μήλο στην οροφή ενός πανέμορφου νεοκλασικού κτιρίου στην καρδιά των Βρυξελλών είναι από μόνο του ένα έργο Τέχνης που σε κάνει να σταθείς και να το κοιτάξεις για ώρα. Ένα απρόσμενο, σουρεαλιστικό στοιχείο μέσα στον αστικό ιστό της βελγικής πρωτεύουσας, που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από έναν από τους διάσημους πίνακες του Ρενέ Μαγκρίτ.
Γιατί στον κόσμο του μεγάλου Βέλγου δημιουργού τίποτα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται. Ένα μήλο μπορεί να κρύβει ένα πρόσωπο, ένας ουρανός μπορεί να εισβάλει σε ένα δωμάτιο, ένας καθημερινός άνθρωπος με καπέλο μπορεί να μετατραπεί σε ένα αίνιγμα. Ο Μαγκρίτ δεν ζωγράφιζε έναν διαφορετικό κόσμο, έκανε τον πραγματικό κόσμο να μοιάζει ξαφνικά παράξενος.
Το Musée Magritte Museum, στην καρδιά των Βρυξελλών, δύσκολα μπορεί κανείς να το «χορτάσει» με μία μόνο επίσκεψη. Δεν είναι απλώς ένα μουσείο αφιερωμένο σε έναν μεγάλο καλλιτέχνη, αλλά ένα ταξίδι στον τρόπο σκέψης ενός ανθρώπου που πέρασε τη ζωή του αμφισβητώντας τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία.
Στις αίθουσές του συναντά κανείς τον κόσμο του ανθρώπου με το καπέλο, των αιωρούμενων αντικειμένων, των σύννεφων που εισβάλλουν σε δωμάτια, των προσώπων που κρύβονται πίσω από μήλα και των εικόνων που μοιάζουν να ρωτούν τον θεατή αν αυτό που βλέπει είναι πράγματι αυτό που νομίζει.
Το μουσείο φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συλλογή έργων του Ρενέ Μαγκρίτ στον κόσμο, με περισσότερα από 230 έργα και αρχειακά τεκμήρια, από πίνακες και σχέδια μέχρι γλυπτά, φωτογραφίες, ταινίες και προσωπικά αντικείμενα.
Ρενέ Μαγκρίτ: Ο ζωγράφος που έκανε το καθημερινό να μοιάζει μυστηριώδες
Ο Ρενέ Μαγκρίτ (René Magritte) γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1898 στη Λεσσίν του Βελγίου και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του σουρεαλισμού, έναν καλλιτέχνη που άλλαξε τη σχέση μας με την εικόνα, τη λέξη και την πραγματικότητα.
Γιος ενός εύπορου βιοτέχνη, ο νεαρός Ρενέ βίωσε σε ηλικία μόλις 14 ετών ένα γεγονός που σημάδεψε βαθιά τη ζωή του: η μητέρα του, Ρεζινά Μπερτενσάν, αυτοκτόνησε πέφτοντας στον ποταμό Σαμπρ. Η αφήγηση ότι ο ίδιος βρέθηκε μπροστά στη στιγμή που ανέσυραν το σώμα της από το νερό, με το ύφασμα του φορέματός της να καλύπτει το πρόσωπό της, έχει συνδεθεί συχνά με τα καλυμμένα πρόσωπα που εμφανίζονται αργότερα στο έργο του, αν και η συγκεκριμένη σύνδεση παραμένει αντικείμενο συζήτησης.
Από το 1916 έως το 1918 σπούδασε στη Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών των Βρυξελλών, ενώ τα πρώτα του έργα επηρεάστηκαν από τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής, όπως ο κυβισμός. Το 1922 παντρεύτηκε τη Ζορζέτ Μπερζέ, τη φίλη των παιδικών του χρόνων, η οποία παρέμεινε σύντροφος και μούσα του σε όλη του τη ζωή.
Πριν αφοσιωθεί πλήρως στη ζωγραφική, εργάστηκε στον χώρο της διαφήμισης, σχεδιάζοντας αφίσες, εμπορικές εικόνες και ταπετσαρίες. Η εμπειρία αυτή διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη δύναμη των συμβόλων και της εικόνας.
Το 1926 υπέγραψε συμβόλαιο με την Galerie la Centaure στις Βρυξέλλες και άρχισε να αφιερώνεται αποκλειστικά στη ζωγραφική. Την ίδια περίοδο στράφηκε στον σουρεαλισμό, το καλλιτεχνικό κίνημα που έδινε έμφαση στο ασυνείδητο, στο όνειρο και στην ανατροπή της λογικής.
Καθοριστική υπήρξε η επιρροή του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, τα έργα του οποίου εντυπωσίασαν βαθιά τον Μαγκρίτ. Από εκεί άντλησε την ιδέα ότι ένα καθημερινό αντικείμενο, όταν αποσπαστεί από το συνηθισμένο του περιβάλλον, μπορεί να αποκτήσει μια εντελώς νέα, μυστηριώδη διάσταση.
Ό,τι βλέπουμε κρύβει ένα άλλο πράγμα
Ο Μαγκρίτ δεν απομακρύνθηκε ποτέ πραγματικά από την καθημερινότητα. Αντίθετα, πήρε τα πιο απλά και οικεία στοιχεία του κόσμου γύρω του και τα τοποθέτησε σε νέες, απρόβλεπτες σχέσεις. Ένα καπέλο, ένα παράθυρο, ένα δέντρο, ένας δρόμος, ένα σύννεφο μεταμορφώνονται στα έργα του σε ερωτήματα.
Tο κρυμμένο ήταν συχνά πιο σημαντικό από το ορατό. «Ό,τι βλέπουμε κρύβει ένα άλλο πράγμα. Πάντα θέλουμε να δούμε τι είναι κρυμμένο πίσω από αυτό που βλέπουμε», έγραφε, περιγράφοντας ουσιαστικά τη φιλοσοφία ολόκληρου του έργου του.
Η περιήγηση στο μουσείο που εκτείνεται σε τρεις ορόφους είναι ένα ταξίδι στον σουρεαλισμό, αλλά κυρίως στον τρόπο σκέψης ενός δημιουργού που δεν προσπάθησε ποτέ να εξηγήσει τον κόσμο, αλλά να μας κάνει να τον κοιτάξουμε ξανά.
Αυτό δεν είναι μια πίπα
Δεν γίνεται να μη σταθεί κάποιος μπροστά σε ένα από τα πιο γνωστά αλλά και πιο πολυσυζητημένα έργα του Ρενέ Μαγκρίτ, τη «Προδοσία των Εικόνων» (La Trahison des Images). Ένα έργο μικρό σε μέγεθος αλλά τεράστιο σε ιδέες, που δημιουργήθηκε το 1929, όταν ο καλλιτέχνης ήταν μόλις 30 ετών και αποτέλεσε μία από τις πιο χαρακτηριστικές δηλώσεις της καλλιτεχνικής του σκέψης.
Στον πίνακα βλέπουμε κάτι απολύτως απλό: μια καφέ πίπα, ζωγραφισμένη με την ακρίβεια και τη ρεαλιστική καθαρότητα που χαρακτηρίζει τον Μαγκρίτ. Κάτω από αυτήν, όμως, εμφανίζεται μια φράση που μοιάζει να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα: «Ceci n’est pas une pipe» («Αυτό δεν είναι μια πίπα»).
Η πρώτη αντίδραση είναι σχεδόν ενστικτώδης: «Μα φυσικά και είναι πίπα». Και όμως, ο Μαγκρίτ έχει δίκιο. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι μια πίπα, αλλά η ζωγραφισμένη αναπαράστασή της. Δεν μπορείς να την κρατήσεις, να τη γεμίσεις καπνό ή να τη χρησιμοποιήσεις. Είναι μια εικόνα μιας πίπας και όχι το ίδιο το αντικείμενο.
Με αυτό το απλό αλλά ευφυές παιχνίδι ανάμεσα στη λέξη και την εικόνα, ο Μαγκρίτ αμφισβητεί κάτι που θεωρούμε αυτονόητο: τη σχέση ανάμεσα στα πράγματα και στα ονόματά τους. Μας υπενθυμίζει ότι οι εικόνες δεν είναι η πραγματικότητα, αλλά ένας τρόπος να την ερμηνεύσουμε.
Les grâces naturelles
Ανάμεσα στα έργα που ξεχωρίζουν στο Musée Magritte Museum είναι και το «Les grâces naturelles» («Οι φυσικές χάριτες»), ένας πίνακας που αποκαλύπτει ίσως καλύτερα από πολλούς άλλους τη βαθιά γοητεία που ασκούσε στον Ρενέ Μαγκρίτ η ιδέα της μεταμόρφωσης.
Ζωγραφισμένο περίπου το 1961, σε μια ώριμη περίοδο της καλλιτεχνικής του πορείας, το έργο ανήκει στο περίφημο μοτίβο των «πουλιών – φύλλων», μιας από τις πιο ποιητικές και αναγνωρίσιμες δημιουργίες του. Στον κόσμο του Μαγκρίτ, ένα πουλί δεν είναι απαραίτητα μόνο πουλί και ένα φύλλο δεν είναι απλώς φύλλο. Τα δύο στοιχεία μπορούν να συνυπάρξουν, να αλλάξουν μορφή και να δημιουργήσουν μια νέα, παράξενη ύπαρξη.
Στεκόμενος μπροστά στον πίνακα, ο θεατής βρίσκεται απέναντι σε μια εικόνα που μοιάζει ταυτόχρονα φυσική και αδύνατη. Τα πουλιά έχουν το σχήμα τους, την κίνηση και την ελευθερία ενός ζωντανού πλάσματος, όμως το σώμα τους μοιάζει να έχει φτιαχτεί από φύλλα, σαν να έχουν γεννηθεί από το ίδιο το τοπίο.
Ο Μαγκρίτ δεν ενδιαφέρεται απλώς να δημιουργήσει ένα φανταστικό πλάσμα. Το πραγματικό του ενδιαφέρον βρίσκεται στη στιγμή της μετάβασης: εκεί όπου ένα πράγμα δεν είναι πλέον αυτό που γνωρίζουμε, αλλά δεν έχει ακόμη μεταμορφωθεί πλήρως σε κάτι άλλο.
Το φόντο του έργου ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτή την αίσθηση μυστηρίου. Ένα πυκνό φύλλωμα γεμίζει την επιφάνεια του πίνακα, δημιουργώντας έναν χώρο όπου το βάθος μοιάζει να χάνεται. Τα φύλλα επαναλαμβάνονται σχεδόν σαν μοτίβο, σαν μια φυσική ταπετσαρία που ταυτόχρονα κρύβει και αποκαλύπτει τη μεταμόρφωση.
Le retour
Καθηλωτικός απόλυτα είναι ο πίνακας «Le retour» («Η Επιστροφή»). Ένα από τα πιο ποιητικά έργα του καλλιτέχνη και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ικανότητάς του να μετατρέπει μια απλή εικόνα σε ένα ολόκληρο σύμπαν ερωτημάτων.
Στον πίνακα, μια σιλουέτα πουλιού πετά μέσα σε μια νυχτερινή σκηνή. Όμως το σώμα του δεν αποτελείται από φτερά. Στο εσωτερικό του δεν υπάρχει τίποτα άλλο παρά ένας φωτεινός ουρανός γεμάτος σύννεφα. Το πουλί μοιάζει σαν να έχει κοπεί από τον ίδιο τον ουρανό, σαν να είναι ένα κομμάτι ημέρας που ταξιδεύει μέσα στη σκοτεινή νύχτα.
Η αντίθεση είναι μαγική: γύρω του επικρατεί η ησυχία της νύχτας, τα αστέρια φωτίζουν τον ουρανό και το νερό αντανακλά το αχνό φως. Μέσα όμως στη μορφή του πουλιού υπάρχει ένα άλλο τοπίο, ένας άλλος χρόνος, μια άλλη πραγματικότητα.
Το «Le retour» ανήκει στο περίφημο μοτίβο του «πουλιού του ουρανού» (oiseau de ciel), που εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο έργο του Μαγκρίτ το 1940 και εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της καλλιτεχνικής του πορείας.
L’Empire des lumières
Ανάμεσα στα έργα που αποτυπώνουν ίσως περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο το καλλιτεχνικό σύμπαν του Ρενέ Μαγκρίτ βρίσκεται η περίφημη σειρά «Η Αυτοκρατορία του Φωτός» (L’Empire des lumières).
Η εικόνα μοιάζει αρχικά σχεδόν καθημερινή: ένας ήσυχος δρόμος κατοικιών μέσα στη νύχτα, ένας φανοστάτης που φωτίζει απαλά το σκοτάδι, σπίτια πίσω από δέντρα, μια ατμόσφαιρα απόλυτης ηρεμίας. Όμως πάνω από αυτή τη νυχτερινή σκηνή υπάρχει ένας φωτεινός ουρανός ημέρας, γεμάτος λευκά σύννεφα.
Είναι μια εικόνα που ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να αποδεχτεί. Πώς γίνεται να είναι ταυτόχρονα νύχτα και μέρα; Πώς μπορεί το σκοτάδι του δρόμου να συνυπάρχει με το φως ενός καλοκαιρινού ουρανού;
Κι όμως, ο Μαγκρίτ κάνει αυτή την αντίφαση να μοιάζει σχεδόν φυσική. Δεν δημιουργεί έναν φανταστικό κόσμο γεμάτο τέρατα και παράξενα πλάσματα. Παίρνει μια απόλυτα γνώριμη εικόνα και αλλάζει μόνο έναν κανόνα. Και αυτό αρκεί για να αλλάξει ολόκληρη η αντίληψή μας.
Η σειρά δημιουργήθηκε σε 27 διαφορετικές εκδοχές, σε λάδι και γκουάς, με μικρές διαφοροποιήσεις στη σύνθεση και στις διαστάσεις. Κάθε μία μοιάζει να αφηγείται την ίδια ιστορία, αλλά με διαφορετικό τόνο, σαν διαφορετικές αναμνήσεις του ίδιου ονείρου.