Σταγόνα στον ωκεανό της ακρίβειας τα μέτρα για τα καύσιμα
Η πίεση δεν περιορίζεται στην αντλία, όπου ούτως ή άλλως η παρέμβαση είναι περιορισμένη. Συγκεκριμένα, ένα νέο κύμα ανατιμήσεων αρχίζει να διαγράφεται στην αγορά, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας, παραγωγής και πρώτων υλών περνά σταδιακά στην εφοδιαστική αλυσίδα και από εκεί στις τελικές τιμές των προϊόντων.
- 01 Οκτωβρίου 2026 06:11
Μια περιορισμένη ανάσα για τους οδηγούς επιχειρούν να δώσουν οι νέες παρεμβάσεις στην αγορά καυσίμων, χωρίς όμως να ανατρέπουν την εικόνα των ιδιαίτερα υψηλών τιμών. Άλλωστε, η αμόλυβδη και το πετρέλαιο κίνησης εξακολουθούν να διατίθενται σε επίπεδα άνω των 2 ευρώ το λίτρο, την ώρα που η διεθνής αγορά πετρελαίου παραμένει εξαιρετικά ευμετάβλητη και οι πιέσεις στο κόστος μεταφέρονται σταδιακά και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων.
Στο diesel, η συνολική ελάφρυνση διαμορφώνεται πλέον στα 20 λεπτά το λίτρο, καθώς στα 15 λεπτά της κρατικής επιδότησης προστίθεται έκπτωση 5 λεπτών από τα διυλιστήρια. Στην αμόλυβδη εξακολουθεί να εφαρμόζεται έκπτωση 10 λεπτών από τη Helleniq Energy και τη Motor Oil.
Παρά τις παρεμβάσεις, η μέση πανελλαδική τιμή του πετρελαίου κίνησης βρίσκεται σήμερα στα 2,21 ευρώ το λίτρο, ενώ η αμόλυβδη διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στα 2,20 ευρώ. Σε αρκετές περιοχές, μάλιστα, η βενζίνη έχει ξεπεράσει τα 2,30 ευρώ, ενώ δεν λείπουν οι περιπτώσεις όπου αγγίζει ακόμη και τα 2,40 ευρώ το λίτρο.
Περιορισμένη η αποκλιμάκωση στην αντλία
Η πρόσθετη κρατική ενίσχυση των 5 λεπτών στο diesel εκτιμάται ότι θα οδηγήσει τη μέση τιμή του περίπου στα 2,15-2,16 ευρώ το λίτρο. Η μείωση, ωστόσο, παραμένει μικρή σε σχέση με το συνολικό ύψος των τιμών, καθώς η αγορά εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την επίδραση των έντονων διακυμάνσεων στις διεθνείς τιμές του αργού.
Ενδεικτική της μεταβλητότητας είναι η πορεία του Brent, το οποίο μέσα στην ίδια ημέρα κινήθηκε από περίπου 95 έως 99 δολάρια το βαρέλι, έχοντας προηγουμένως προσεγγίσει τα 105 δολάρια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η κυβέρνηση επιλέγει να επανεξετάζει την κατάσταση στην αγορά καυσίμων ανά δεκαπενθήμερο, προκειμένου οι παρεμβάσεις να προσαρμόζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στις διεθνείς εξελίξεις.
Το επόμενο κρίσιμο στοίχημα είναι το πετρέλαιο θέρμανσης
Έτσι, το επόμενο σημαντικό ορόσημο τοποθετείται στα μέσα Οκτωβρίου, όταν ολοκληρώνεται η ισχύς των σημερινών μέτρων και παράλληλα ξεκινά η διάθεση του πετρελαίου θέρμανσης.
Ήδη, η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο η τιμή εκκίνησης να κινηθεί κοντά στα 1,75 ευρώ το λίτρο. Εφόσον, όμως, η τιμή της αγοράς διαμορφωθεί περίπου στα 2 ευρώ, θα απαιτηθεί συνολική παρέμβαση της τάξης των 25 λεπτών ανά λίτρο, χωρίς ακόμη να έχει ξεκαθαρίσει το μείγμα κρατικής επιδότησης και συμμετοχής των διυλιστηρίων.
Οι συζητήσεις, πάντως, με τη HELLENiQ Energy και τη Motor Oil αναμένεται να ενταθούν το επόμενο διάστημα. Οι δύο όμιλοι έχουν ήδη επωμιστεί σημαντικό κόστος από τις εκπτώσεις που εφαρμόζουν από το καλοκαίρι, ενώ από την πλευρά τους επισημαίνουν τον έντονα εξαγωγικό χαρακτήρα της δραστηριότητάς τους.
Το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι διπλό κι έχει να κάνει, αφενός με το ύψος της ενδεχόμενης έκπτωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης και αφετέρου ,ε το κατά πόσο θα είναι εφικτό να συνεχιστούν ταυτόχρονα οι υφιστάμενες μειώσεις σε diesel και αμόλυβδη. Ήδη στην αγορά υπάρχουν εκτιμήσεις ότι μια σημαντική συμμετοχή των διυλιστηρίων στο πετρέλαιο θέρμανσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανεξέταση της έκπτωσης στην αμόλυβδη.
Το κόστος για το Δημόσιο και το αίτημα προς την Ευρώπη
Στο μεταξύ, μόνο η επιδότηση των 15 λεπτών ανά λίτρο στο πετρέλαιο κίνησης για το επόμενο δεκαπενθήμερο εκτιμάται ότι θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό με περίπου 20 εκατ. ευρώ.
Το τελικό ύψος των μέτρων θα εξαρτηθεί, πάντως, από δύο βασικούς παράγοντες και δη την πορεία των διεθνών τιμών του πετρελαίου και τις αποφάσεις που θα ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Πρωθυπουργός έχει ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα εξαίρεσης των προσωρινών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης από τους σχετικούς δημοσιονομικούς υπολογισμούς, αλλά και την αξιοποίηση πρόσθετων εσόδων από τον ΦΠΑ για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Έτσι, η αγορά καυσίμων εξακολουθεί να κινείται ουσιαστικά από δεκαπενθήμερο σε δεκαπενθήμερο. Οδηγοί και νοικοκυριά περιμένουν κάθε φορά την επόμενη κυβερνητική παρέμβαση, την ώρα που μια απότομη μεταβολή στις διεθνείς τιμές μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να αλλάξει τα δεδομένα.
Και στο βάθος νέες ανατιμήσεις
Η πίεση, όμως, δεν περιορίζεται στην αντλία, όπου ούτως ή άλλως η παρέμβαση είναι περιορισμένη. Συγκεκριμένα, ένα νέο κύμα ανατιμήσεων αρχίζει να διαγράφεται στην αγορά, καθώς το αυξημένο κόστος ενέργειας, παραγωγής και πρώτων υλών περνά σταδιακά στην εφοδιαστική αλυσίδα και από εκεί στις τελικές τιμές των προϊόντων.
Προμηθευτές και λιανεμπόριο, μεβάση πληροφορίες, κινούνται προς το παρόν με προσοχή, γνωρίζοντας ότι σημαντικές αυξήσεις θα μπορούσαν να περιορίσουν περαιτέρω την κατανάλωση. Παράλληλα, λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας και το ισχύον πλαίσιο, σύμφωνα με το οποίο οι ανατιμήσεις συνδέονται έως το τέλος του έτους με περιορισμούς στις πολιτικές προσφορών.
Παρά ταύτα, οι νέοι τιμοκατάλογοι που έχουν ήδη αρχίσει να φτάνουν στα σούπερ μάρκετ προκαλούν ανησυχία για την πορεία των τιμών τους επόμενους μήνες. Παράγοντες της αγοράς τοποθετούν τις αυξήσεις που έχουν κατατεθεί κατά μέσο όρο στην περιοχή του 7% έως 12%, με σημαντικές αποκλίσεις ανάλογα με την κατηγορία και το προϊόν.
Από το «πάγωμα» του καλοκαιριού στις νέες πιέσεις
Στο μεταξύ, η σημερινή εικόνα διαφέρει αισθητά από εκείνη που είχε διαμορφωθεί τους προηγούμενους μήνες. Η συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και αγοράς είχε ως στόχο να αποφευχθούν ανατιμήσεις κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο και, όπου υπήρχαν περιθώρια, να προκύψουν μειώσεις στις τιμές.
Σε αρκετές περιπτώσεις οι μειωμένες τιμές διατηρήθηκαν και τον Οκτώβριο, ενώ ορισμένοι προμηθευτές έχουν δεσμευθεί να συνεχίσουν τις μειώσεις έως και τον Δεκέμβριο.
Η νέα πραγματικότητα, ωστόσο, στην ενέργεια και στις πρώτες ύλες αλλάζει σταδιακά το τοπίο. Νέοι τιμοκατάλογοι με αυξήσεις έχουν ήδη κατατεθεί και το μεγάλο ερώτημα είναι πλέον ποιο μέρος αυτών των αυξήσεων θα μετακυλιστεί τελικά στον καταναλωτή και σε ποιο χρονικό διάστημα.
Οι διεθνείς πιέσεις κρατούν ψηλά το κόστος των αγροτικών προϊόντων
Οι προοπτικές για την πορεία των τιμών των πρώτων υλών παραμένουν επίσης κρίσιμος παράγοντας για την πορεία απόδοσης της παρέμβασης στα καύσιμα στο μέτωπο του πληθωρισμού. Σύμφωνα με το 9ο μηνιαίο Δελτίο Τιμών Αγροτικών Προϊόντων για το 2026 της Τράπεζας Πειραιώς, ενδεχόμενη περαιτέρω άνοδος του ενεργειακού κόστους εξαιτίας των γεωπολιτικών εξελίξεων θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς, διατηρώντας τους κινδύνους για τις τιμές των αγροτικών προϊόντων σε ανοδική κατεύθυνση.
Επίσης, οι κλιματικές και γεωπολιτικές εξελίξεις εξακολουθούν να επηρεάζουν τις διεθνείς αγορές. Οι καλύτερες προοπτικές παραγωγής μπορούν να περιορίσουν τις πιέσεις σε σιτάρι και καλαμπόκι, ενώ στη σόγια η ζήτηση από τη βιομηχανία επεξεργασίας και τον κλάδο των βιοκαυσίμων λειτουργεί υποστηρικτικά για τις τιμές.
Στη ζάχαρη, π.χ. οι περιορισμοί στην προσφορά που συνδέονται και με τις καιρικές συνθήκες εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντα στήριξης. Αντίστοιχα, στην αγορά ρυζιού οι αβεβαιότητες γύρω από τις βροχοπτώσεις στην Ασία και η επίδραση του El Niño συνεχίζουν να δημιουργούν πιέσεις στην προσφορά.
Αντίθετα, η βελτίωση των προοπτικών προσφοράς έχει οδηγήσει σε διόρθωση των τιμών στο χυμό πορτοκαλιού, αν και οι κίνδυνοι παραμένουν ανοδικοί. Στο βαμβάκι, η σχετικά ανθεκτική ζήτηση αναμένεται να λειτουργήσει υποστηρικτικά για τις τιμές, ενώ στην αγορά βοοειδών η περιορισμένη προσφορά στηρίζει τις τιμές, με την ηπιότερη διεθνή ζήτηση να λειτουργεί ως αντίβαρο.
Συνολικά, ο δείκτης αγροτικών προϊόντων ενισχύθηκε κατά 3,98% σε μηνιαία βάση, ενώ ο ευρύτερος δείκτης εμπορευμάτων σημείωσε ακόμη μεγαλύτερη άνοδο, κατά 7,61%. Η εξέλιξη αντανακλά κυρίως τις ανησυχίες για την παγκόσμια προσφορά, καθώς οι κλιματικοί κίνδυνοι στις βασικές παραγωγικές περιοχές εξακολουθούν να επηρεάζουν τις τιμές.
Τα περιθώρια των νοικοκυριών στενεύουν
Όλα αυτά συμβαίνουν σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί έχουν ήδη δεχθεί σημαντικές πιέσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς του 2025, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών ανήλθε σε 21.842,40 ευρώ, από 20.694,48 ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 5,5%. Σε μηνιαία βάση, η μέση δαπάνη διαμορφώθηκε στα 1.820,20 ευρώ.
Τη μεγαλύτερη θέση στον οικογενειακό προϋπολογισμό καταλαμβάνουν τα είδη διατροφής και τα μη οινοπνευματώδη ποτά, στα οποία κατευθύνεται το 20,4% της μέσης δαπάνης.
Για τα νοικοκυριά με τα χαμηλότερα εισοδήματα η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Στο φτωχότερο 20% του πληθυσμού, τα τρόφιμα απορροφούν το 31,9% των συνολικών δαπανών, έναντι 13,2% στο πλουσιότερο 20%.
Παράλληλα, τα νοικοκυριά του χαμηλότερου εισοδηματικού πεμπτημορίου αύξησαν τις δαπάνες τους κατά 4,5% σε σχέση με το 2024, ενώ στο υψηλότερο πεμπτημόριο η αύξηση έφτασε το 6,4%.
Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι μια νέα γενικευμένη άνοδος στις τιμές βασικών αγαθών θα έρθει σε μια συγκυρία κατά την οποία οι δυνατότητες προσαρμογής των οικογενειακών προϋπολογισμών έχουν ήδη περιοριστεί.
Νέα πίεση και από το ηλεκτρικό ρεύμα
Στο μέτωπο της ενέργειας, επιπλέον επιβάρυνση δημιουργούν και οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας. Η μέση χονδρεμπορική τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στα 157,92 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 18,4% σε σύγκριση με τα 133,40 ευρώ/MWh του Αυγούστου.
Η αγορά κατέγραψε μάλιστα ιδιαίτερα υψηλές τιμές μέσα στον μήνα. Στις 25 Σεπτεμβρίου η χονδρεμπορική τιμή έφτασε τα 213,62 ευρώ/MWh, πριν υποχωρήσει αισθητά προς το τέλος του μήνα. Στις 30 Σεπτεμβρίου διαμορφώθηκε περίπου στα 109 ευρώ/MWh.
Η αποκλιμάκωση της τελευταίας ημέρας αποτελεί θετική εξέλιξη, δεν αναιρεί όμως την επιβάρυνση που προκύπτει από τον μέσο όρο του συνόλου του μήνα. ‘Αλλωστε, οι προμηθευτές δεν καθορίζουν τις λιανικές τιμές των πράσινων τιμολογίων πο κυριαρχουν ακόμη, με βάση τις διακυμάνσεις μίας μόνο ημέρας, αλλά συνυπολογίζουν τις προηγούμενες αγορές, τις προβλέψεις για την αγορά και το κόστος αντιστάθμισης κινδύνου.
Οι αυξημένες τιμές του Σεπτεμβρίου, επομένως, εξακολουθούν να δημιουργούν πιέσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας που θα ανακοινωθούν για τον Οκτώβριο.
Η ακρίβεια παραμένει το μεγάλο μέτωπο
Από τα καύσιμα και το ρεύμα έως τα τρόφιμα και τις πρώτες ύλες, η εικόνα που διαμορφώνεται, πάντως, είναι αυτή μιας οικονομίας που εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλαπλές εστίες κόστους.
Οι παρεμβάσεις στην αντλία προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση, αλλά το εύρος τους παραμένει περιορισμένο σε σχέση με το συνολικό βάρος που καλούνται να σηκώσουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Και όσο οι διεθνείς τιμές ενέργειας, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι πιέσεις στις πρώτες ύλες παραμένουν παράγοντες αβεβαιότητας, η μάχη με την ακρίβεια φαίνεται πως θα συνεχιστεί σε πολλά και διαφορετικά μέτωπα.