RICARDO VILLALOBOS: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΑΛΛΑΞΕ ΤΟ TECHNO
Με τον Ricardo Villalobos δεν ξέρεις ποτέ τι θα ακούσεις μετά. Ένα δεκάλεπτο minimal techno κομμάτι, μια salsa από το πουθενά, έναν δίσκο παιγμένο ανάποδα ή απλώς τον ίδιο να εγκαταλείπει για λίγο το booth. Τώρα που επιστρέφει στην Αθήνα για το Borderline Festival, θα μάθουμε…
Ο Ricardo Villalobos είναι ο βασιλιάς των memes που αφορούν την ηλεκτρονική χορευτική μουσική.
Η πληθωρική σκηνική παρουσία σε συνδυασμό με το ελαφρώς καρτουνίστικο πρόσωπο και την απολύτως zero fucks given προσέγγισή του σχετικά με το αν υπάρχουν κάμερες που τον σημαδεύουν καθ’όλη τη διάρκεια ενός ακόμα μαραθώνιου σετ, τον έχουν κάνει δεκάδες φορές viral. Σε στιγμιότυπα κραιπάλης από τα αχαλίνωτα 00s (και όχι μόνο), σε ποστ που σχολιάζουν την κάποτε κραταιά minimal σκηνή, σε αναφορές στο βερολινέζικο techno lifestyle του οποίου έχει υπάρξει εμβληματική μορφή.
Το τελευταίο meme όμως είναι διαφορετικό. Λέγεται Ricardo Villalobos Bingo. Κι αναρωτιέται χιουμοριστικά τι γράφει η μπίνγκο κάρτα τους: «Ποιον Ρικάρντο να περιμένουμε;»
Εκείνον που αφήνει κομμάτια που διαρκούν πάνω από 10 λεπτά να παίξουν ολόκληρα γιατί θέλει να πειράξει το μυαλό του κοινού του; Ή εκείνον που απλά έχει πιάσει την κουβέντα με κάποιον πίσω από το booth, γυρνώντας την πλάτη στους clubbers; (Ή μπορεί να έχει εξαφανιστεί για λίγο, αφήνοντας έναν δίσκο να παίζει, ας πούμε για να φτιάξει ένα ποτό.)
Εκείνον που βάζει κομμάτια που κανένα Shazam και καμία μνήμη, προσωπική ή συλλογική, δε θα μπορέσει να κάνει ID; Ή εκείνον που κάποια στιγμή διακόπτει την techno επανάληψη με μια salsa, ένα κομμάτι jazz ή κάτι με ποπ φωνητικά που οδηγεί το δωμάτιο σε έκρηξη; (Πριν αρκετά χρόνια στην Αθήνα σε ένα μέρος που επικρατούσε χάος με το ταβάνι να στάζει ιδρώτα και τις τουαλέτες να έχουν κυριολεκτικά πλημμυρίσει, το είχε πετύχει από το πουθενά διακόπτοντας το σφυροκόπημα με το “It’s My Life” των Talk Talk.)
Εκείνον που δε χάνει beat και οι μεταβάσεις του είναι δαντελένιες διατηρώντας αμείωτο το groove; Ή εκείνον που ακριβώς επειδή μιξάρει ετερόκλητα πράγματα, οι «αλλαγές» του καμιά φορά μοιάζουν να διαρκούν αιώνες; (Αν δεν έχει αποφασίσει να παίξει κάποιον δίσκο ανάποδα, αφενός μεν γιατί μπορεί κι αφετέρου δε γιατί είναι πεπεισμένος ότι αυτό θα τον βοηθήσει στο χτίσιμο της ατμόσφαιρας)
Εκείνον που θα περάσει το μισό βράδυ με μισόκλειστα μάτια κι ένα τεράστιο χαμόγελο, σε ένα εντελώς δικό του κόσμο, ίσως χορεύοντας πιο πολύ κι από κοινό του; Ή εκείνον που όλο το βράδυ, όσοι βρίσκονται δίπλα ή κοντά του, θα προσπαθούν να του δώσουν πράγματα -ένα τσιγάρο, ένα ποτό, ένα χαρτάκι- που καθόλου δεν τους ζήτησε;
Εκείνον που κάποιος από την παρέα βρήκε το σετ του πολύ δύσκολο; Ή εκείνον που σε κάποιον από την παρέα του άλλαξε τη ζωή, αποκαλύπτοντάς του έναν πολύ διαφορετικό τρόπο για να ακούει ηλεκτρονική μουσική; (Καμιά φορά αυτοί οι δύο από την παρέα είναι το ίδιο πρόσωπο.)
Όλα αυτά είναι μέρος του μύθου του Ricardo Villalobos. Εδώ και 30+ χρόνια στο κόλπο, κανείς δεν είναι σαν κι αυτόν. Εδώ και 30+ χρόνια, μια κατηγορία από μόνος του.
Τόσο ως DJ που επιβάλλεται με την απρόβλεπτη προσωπικότητά του, πάντα ένα κλικ πιο «θεατρικός» από τους υπόλοιπους. Όχι όμως παριστάνοντας τον ανιματέρ ή τον νάρκισσο που αναζητά αποθέωση (μιας και πρόσφατα ξανασυζητήθηκαν τα όρια του DJ performance με την «κόντρα» Sven Väth-Argy), αλλά μετατρέποντας την κινησιολογία του DJ -ειδικά όταν έχει τα κέφια του- σε χορογραφία με πιρουέτες, δραματικές χειρονομίες κι ένα εντελώς προσωπικό στυλ, ακόμα και στον τρόπο που πατάει κουμπάκια ή βάζει τα βινύλια και τα ακουστικά του στη θέση τους.
«Μπορεί για τον ίδιο να είναι απλό, αλλά στον έξω κόσμο φαίνεται εντυπωσιακό: ο Villalobos έχει μια απαράμιλλη ικανότητα να είναι ταυτόχρονα ριψοκίνδυνος κι απίστευτα δημοφιλής. Αρκεί να τον παρακολουθήσει κανείς απλώς να εμφανίζεται σε ένα gig και θα καταλάβει τον μαγνητισμό του. Η πυρετώδης ανταπόκριση του κοινού του επισκιάζει οποιονδήποτε από τους συνομηλίκους του στη minimal house και techno σκηνή, ακόμα και όταν τολμά, ας πούμε, να παρεμβάλλει στο σετ του σειρήνες αεροπορικής επιδρομής», το περιέγραψαν πολύ γλαφυρά στο Resident Advisor σε ένα καλοκαιρινό μεγάλο αφιέρωμα που περιλάμβανε και μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του Ρίκι.
(Κάπου εδώ ίσως είναι χρήσιμο να πούμε ότι το επώνυμό του προφέρεται Βιγιαλόμπος → δύο “ll” = “γ”).
Αλλά ας μη μείνουμε μόνο στο κλαμπ ή στα μεγάλα φεστιβάλ. Ο Villalobos ως παραγωγός δεν έπαιξε ποτέ εκ του ασφαλούς, επεκτείνοντας διαρκώς τα όρια, αψηφώντας τις προσδοκίες συνδυάζοντας τον ευρωπαϊκό μετρονόμο της ανατροφής του με το λατινοαμερικάνικο ταμπεραμέντο της καταγωγής του.
Γεννήθηκε στο Σαντιάγο της Χιλής, όμως οι γονείς του μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ μετακόμισαν στην πατρίδα της μητέρας του, Γερμανία, κι εγκαταστάθηκαν λίγο έξω από το Ντάρμσταντ, μια μικρή πόλη κοντά στη Φρανκφούρτη. Εκεί διοργάνωσε τα πρώτα του πάρτι προσπαθώντας on acid να πείσει την αστυνομία να μην τους τα κλείσει. Εκεί είναι που πρωτοέβαλε και μερικά κομμάτια στη σειρά ως disc jockey, έμαθε να παίζει κόνγκος και μπόνγκας κι ανέπτυξε την ιδιαίτερη αγάπη του για τους Depeche Mode.
Στις αρχές των 90s κυκλοφόρησε και τα πρώτα του tracks, αποκτώντας ρόλο στην dance σκηνή της Φρανκφούρτης που μπορεί να μην είχε Αντόρνο και Χορκχάιμερ, αλλά διέθετε τον Σβεν Βαθ, το ιστορικό κλαμπ Dorian Grey και το Robert Johnson που το διαδέχθηκε, όπως και σημαντικά labels σαν την Playhouse που κυκλοφόρησε τη μουσική του. Με την αλλαγή της χιλιετίας μετακόμισε στο Βερολίνο, κι ανάμεσα σε δύο κομμάτια (“808 The Bassqueen” και “Que Belle Epoque”) που τον καθιέρωσαν, ήρθε το 2003 η κορυφαία στιγμή του. Το ντεμπούτο του Alcachofa (που σημαίνει «αγκινάρα») είναι ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ του 21ου αιώνα, με κομμάτια όπως τα “Easy Lee” και “Dexter” να είναι ό,τι κοντινότερο σε “hits” για την «χαμένη γενιά» που έχτισε το αφήγημα του σύγχρονου βερολινέζικου clubbing ζώντας 72ωρα Σαββατοκύριακα, ενίοτε «ξεχνώντας να γυρίσει σπίτι». Ένας δίσκος που άλλαξε το techno, αν και ο ίδιος, προσπαθώντας να αποδυνδεθεί από τη φόρμουλα του minimal που πια μιμούνταν όλοι, προτιμούσε να αποκαλεί “micro-house”.
Είναι το σημείο που ο Βιγιαλόμπος έγινε σταρ, οι μετοχές και η αμοιβή του εκτοξεύθηκαν. Κατέκτησε την Ιμπίθα, περιοδεύει σε όλον τον κόσμο ακόμα και σήμερα, αλλά διατήρησε στα καλλιτεχνικά βήματά του την πρόκληση του υψηλού ρίσκου. Πείραξε τον κατάλογο της ιστορικής jazz ετικέτας ECM, κυκλοφόρησε 37λεπτα κομμάτια και 28λεπτα remixes, έφτιαξε ένα φανταστικό remix για τους Depeche Mode κι όμως είδε τους εφηβικούς του ήρωες να το απορρίπτουν, ενώ το τελευταίο του πρότζεκτ ήταν η επιμέλεια μιας θαυμάσιας συλλογής που επανεπισκέφθηκε το έργο της θρυλικής Sun Ra Arkestra.
Έχοντας πάντα την ίδια σκανδαλιάρικη ευρηματικότητα, «το να παίζεις δίσκους είναι σαν να λές ανέκδοτα, ποτέ δεν μπορείς αν υπάρχει κάποιος που θα τον πειράξουν». Αλλά και διατηρώντας, στα 56 του, μια αγνή, σχεδόν παιδική αφοσίωση στην έννοια του πάρτι γιατί «παραμένει το μέρος που συναντιόμαστε ακόμα έχοντας κάτι κοινό: την ανάγκη να περάσουμε καλά»
Αυτήν την εβδομάδα που επιστρέφει στην Αθήνα, τι λέτε να γράφει η μπίνγκο κάρτα μας; Ποιον Ρικάρντο να περιμένουμε;
Ο Ricardo Villalobos, In Collab with ReSolute (NYC), εμφανίζεται στο Borderline Festival. Μαζί του, μεταξύ άλλων, Nightmares on Wax και Yasmine Hamdan — Onassis Ready, Παρ. 9/10