Ε. Τσακαλώτος: Πώς η Αριστερά μπορεί να θέσει την πολιτική ατζέντα

Διαβάζεται σε 6'
Ε. Τσακαλώτος: Πώς η Αριστερά μπορεί να θέσει την πολιτική ατζέντα
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος Eurokinissi

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος γράφει για τον τρόπο με τον οποίο η Αριστερά μπορεί να σπάσει τη δεξιά κυριαρχία στο ζήτημα της πολιτικής ατζέντας και προτείνει συγκεκριμένες οπτικές.

Μια διάσταση της ισχύος είναι η δυνατότητα κάποιου να επιβάλει θεσμικά τις πολιτικές του. Μια δεύτερη διάσταση είναι η δυνατότητα να θέτει την πολιτική ατζέντα, ώστε οι πολιτικές ή οι προτεραιότητες των αντιπάλων να μη συζητιούνται καν. Η ΝΔ κυριαρχεί και στις δύο διαστάσεις. Ως προς τη δεύτερη, αυτό φάνηκε ξεκάθαρα μετά τις ομιλίες των πολιτικών αρχηγών στη ΔΕΘ, όπου ούτε η ΕΛΑΣ ούτε το ΠΑΣΟΚ μπόρεσαν να απαγκιστρωθούν από την ύπαρξη ενός υποτίθεται δεδομένου δημοσιονομικού χώρου. Πώς μπορεί να αντιστραφεί αυτή η πραγματικότητα, ώστε να αρχίσει η Αριστερά να θέτει την ατζέντα;

Πρόσφατα, έχω προτείνει τρεις προτεραιότητες – στην ουσία, τρεις προϋποθέσεις – για να μπορέσει η Αριστερά να θέσει μια εναλλακτική ατζέντα. Η πρώτη είναι η επαναφορά των στρατιωτικών δαπανών στο 2% του ΑΕΠ. Κάτι που, βέβαια, συνδυάζεται με μια εντελώς διαφορετική εξωτερική πολιτική, τόσο απέναντι στην Τουρκία όσο και απέναντι στην επικίνδυνη «στρατηγικής σημασίας» συμμαχία με το Ισραήλ – δηλαδή με την πιο καιροσκοπική και επικίνδυνη δύναμη στην περιοχή.

Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά τη φορολόγηση των πλουσίων, και μάλιστα όχι μόνο του πλουσιότερου 1%, αλλά του πλουσιότερου 10% στην Ελλάδα. Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι, κατά κάποιο τρόπο, βραχυπρόθεσμες: επαναπροσδιορίζουν άμεσα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το δημοσιονομικό χώρο και μας επιτρέπουν να προβάλουμε διαφορετικές προτεραιότητες σε ένα πλαίσιο με διευρυμένο δημοσιονομικό χώρο. Διότι ο δημοσιονομικός χώρος που προβάλλει η ΝΔ είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά των δικών της πολιτικών μετά το 2019, και δεν υπάρχει κανένας λόγος η όποια αντιπολίτευση να τον αποδεχτεί ως δεδομένο.

Η τρίτη προϋπόθεση έχει έναν πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα και αφορά μια διαφορετική αντίληψη για το κράτος: πότε, πού και πώς πρέπει αυτό να παρεμβαίνει. Αυτό το ζήτημα χρήζει μεγαλύτερης ανάλυσης. Παραδοσιακά, η φιλελεύθερη πολιτική παράδοση στέκεται επικριτικά απέναντι στο κράτος. Ωστόσο, οι εμπνευστές αυτής της στάσης –όπως ο Χούμπολντ και ο Τζων Στιούαρτ Μιλ – έγραφαν σε μια εποχή όπου ο καπιταλισμός δεν ήταν συνώνυμος με πολύ μεγάλες επιχειρήσεις (πολυεθνικές) και μονοπώλια. Έγραφαν πριν από τον Φορντ και τον Κάρνεγκι, πόσο μάλλον πριν από τον Έλον Μασκ ή τον Τζεφ Μπέζος. Στην εποχή τους, το κράτος αποτελούσε την πιο ισχυρή, συγκροτημένη δύναμη, επομένως ήταν λογικό τα πυρά τους να στρέφονται προς τα εκεί. Σήμερα, όμως, οι εταιρείες είναι η πιο ισχυρή πολιτική δύναμη, καθορίζοντας τόσο τις οικονομικές εξελίξεις όσο και την πολιτική, διεισδύοντας ολοένα και περισσότερο στο κράτος, στο χώρο όπου υποτίθεται λαμβάνονται οι δημοκρατικές αποφάσεις.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η ανάγκη επιστροφής του κράτους συζητιέται ευρύτατα, πολύ πέρα από τα όρια της Αριστεράς. Τα τελευταία χρόνια, σε διάφορες χώρες επανέρχεται η έννοια της βιομηχανικής πολιτικής, ενώ πιο πρόσφατα, τόσο ο Σάντερς όσο και ο Τραμπ υποστηρίζουν ότι οι κρατικοί θεσμοί θα πρέπει να αποκτήσουν μετοχές μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ο Μαμντάνι, η Ελίφ Εράλπ, ακόμη και ο Άντι Μπέρναμ έχουν στηρίξει την άνοδό τους στην ανάγκη επιστροφής του κράτους και στην αντιμετώπιση κοινωνικών ζητημάτων, ιδιαίτερα στο στεγαστικό.

Βέβαια, κατά κάποιο τρόπο, όταν η Αριστερά υποστηρίζει την επιστροφή του κράτους, αντιμετωπίζει μεγαλύτερα εμπόδια από ότι Δεξιά, καθώς οι αγορές είναι πάντα πιο καχύποπτες απέναντι σε αριστερές παρεμβάσεις στην ελεύθερη οικονομία. Άλλωστε μια βασική αρχή του νεοφιλελευθερισμού – η οποία ωστόσο εμφανίζεται περισσότερο στη θεωρία παρά στην πράξη – είναι ο διαχωρισμός του πολιτικού από το οικονομικό. Αλλά σε αυτό το ζήτημα θα επανέλθουμε.

Όπως ακριβώς το νεοφιλελεύθερο κράτος παρενέβαινε διαρκώς για να στηρίξει την ιδιωτική πρωτοβουλία – πολλές φορές την ιδιωτική αυθαιρεσία – έτσι και η Αριστερά πρέπει να υπερασπιστεί μια κρατική παρέμβαση που θα στηρίζει μια πιο πλουραλιστική οικονομία, με ποικίλες μορφές ιδιοκτησίας ανάλογα με το πρόβλημα που καλείται να λύσει. Αυτή η προσέγγιση διαφοροποιείται σαφώς από την παλαιότερη, πιο κρατικίστικη άποψη της Αριστεράς. Για παράδειγμα, εκτός από την κοινωνικοποίηση διάφορων δραστηριοτήτων κοινής ωφέλειας (όπως το νερό ή οι δημόσιες μεταφορές), το κράτος οφείλει να δημιουργήσει ένα θεσμικό πλαίσιο για δημόσιους ή συνεταιριστικούς οργανισμούς, ώστε να αντιμετωπιστεί η στεγαστική και η ενεργειακή κρίση και να ενισχυθεί η οικονομία της φροντίδας. Με λίγα λόγια σε μια σειρά από θέματα (κλιματική κρίση, κρίση του κοινωνικού κράτους ή ακόμα και ερήμωση περιοχών) η Αριστερά οφείλει να δώσει την ιδεολογική μάχη ότι οι συλλογικές λύσεις υπερισχύουν των ατομικών.

Σε ένα ευρύτερο και μακροπρόθεσμο επίπεδο, όπως έχει επιχειρηματολογήσει η Μαριάννα Μαζουκάτο, πρέπει να τεθούν συγκεκριμένες προτεραιότητες ως «αποστολές» – λόγου χάρη, για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και της ερήμωσης πολλών περιοχών της χώρας. Ο στόχος εδώ δεν είναι άμεσα η ανάπτυξη, αν και η κινητοποίηση δυνάμεων γύρω από αυτές τις αποστολές μπορεί να λειτουργήσει αναπτυξιακά. Μια τέτοια προσέγγιση μας συνδέει άμεσα με τη συνολικότερη συζήτηση γύρω από την αποανάπτυξη (ή, καλύτερα, την απομεγέθυνση), την οποία θα πρέπει να πάρουμε πολύ σοβαρά τα επόμενα χρόνια.

Τέλος, υπάρχει ίσως ένα ακόμη πιο δύσκολο ζήτημα: ο τρόπος που το κράτος παρεμβαίνει στο προσφυγικό και μεταναστευτικό. Εδώ αναδύεται ένα παράδοξο. Στην ορθόδοξη φιλελεύθερη σκέψη, όπως προαναφέρθηκε, διαχωρίζεται το οικονομικό από το πολιτικό· μάλιστα, στα κυρίαρχα νεοκλασικά οικονομικά, τα κέρδη της αγοράς πηγάζουν από την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου και εργασίας. Παρόλα αυτά, οι νεοφιλελεύθεροι και οι δεξιοί δεν διστάζουν καθόλου να χρησιμοποιήσουν τον κρατικό μηχανισμό για να περιορίσουν την κινητικότητα της εργασίας. Αυτό αποτελεί μια τρανταχτή απόδειξη ότι η κρατική παρέμβαση ουδέποτε εγκαταλείφθηκε· το ζήτημα είναι πάντα ποιος, πότε και πώς παρεμβαίνει.

Γιατί τα λέω όλα αυτά; Διότι χωρίς μια ριζικά διαφορετική στάση απέναντι στο μεταναστευτικό, δεν πρόκειται να λύσουμε ούτε το ασφαλιστικό, ούτε την έλλειψη εργατικού δυναμικού, ούτε τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Και επειδή η κλιματική αλλαγή θα διογκώσει αυτό το φαινόμενο με μαθηματική ακρίβεια, όσο γρηγορότερα διαμορφώσουμε μια συγκροτημένη στρατηγική, τόσο το καλύτερο. Η σημερινή τακτική – από τη ΝΔ μέχρι τα βρετανικά και τα δανικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα – να υιοθετούν τμήματα της ατζέντας της ακροδεξιάς σε αυτό το θέμα, ούτε λύνει κάποιο από τα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα ούτε ανακόπτει την καλπάζουσα άνοδο της άκρας δεξιάς.
Τα ζητήματα των στρατιωτικών δαπανών, της φορολογίας, του ρόλου του κράτους και της μετανάστευσης αποτελούν τα κεντρικά πεδία της ιδεολογικής αντιπαράθεσης με τη Δεξιά. Εάν η Αριστερά δεν εμπλακεί σε αυτή την ιδεολογική μάχη, δεν έχει καμία ελπίδα να θέσει την πολιτική ατζέντα με άλλους όρους.

Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος είναι βουλευτής της Νέας Αριστεράς και πρώην Υπουργός Οικονομικών

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα