ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΕΛΕΚΗΣ: ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΘΡΥΛΙΚΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΚΡΑΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΕ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Κυνηγήθηκε, φυλακίστηκε, εξορίστηκε, όμως δεν σταμάτησε ποτέ να παλεύει την κοινωνική αδικία και να τρέχει με χίλια για να αλλάξει τον κόσμο. Το «Παρά μόνο τις αλυσίδες – Οι ιστορίες του Γιάννη Φελέκη» είναι ένα συναρπαστικό ντοκουμέντο που περιλαμβάνει αυτοβιογραφία, μαρτυρία, ιστορική αφήγηση, πολιτική τοποθέτηση, διήγημα και διάλογο. Η συνδημιουργός του, Ελένη Λάλου, μιλά στο NEWS 24/7.
Παρά τις σχεδόν τρεις δεκαετίες που έχουν πια περάσει από τότε που συστήθηκε με τον Γιάννη Φελέκη -ιστορικό στέλεχος της άκρας Αριστεράς, εμβληματική φυσιογνωμία των Εξαρχείων και του ακαταπόνητου ακτιβισμού- η Ελένη Λάλου, βιβλιοϋπάλληλος με σπουδές στην ιστορία και συνδημιουργός του βιβλίου «Παρά μόνο τις αλυσίδες – Οι ιστορίες του Γιάννη Φελέκη» (εκδ. Κουκκίδα) είναι σήμερα απολύτως βέβαιη τόσο για τον τόπο όσο και για την πρώτη της εντύπωση. «Θαρρώ ότι γνώρισα τον Γιάννη σε μια αντιρατσιστική κινητοποίηση στην Ομόνοια στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Έψαχνα ήδη ένα διαφορετικό “παράδειγμα” από εκείνο με το οποίο μεγάλωσα τη δεκαετία του 1990, τον εθνικισμό και τον ρατσισμό του “για όλα φταίνε οι μετανάστες”. Ήταν λογικό να σχηματίζω θετικές εντυπώσεις εκείνη την περίοδο για οποιοδήποτε πρόσωπο συναντούσα σε μια τέτοια εκδήλωση» λέει στο NEWS 24/7.
Βέβαιη είναι όμως και ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε μπροστά της, όντας και αυτή ανάμεσα στις/στους εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες κατοίκους της Αθήνας, και δη του ευρύτερου κέντρου της, στους οποίους η φιγούρα του είναι γνώριμη ακόμη κι αν τον έχουν δει φευγαλέα πάνω στην παλιά BMW μηχανή του -με τα μακριά του μαλλιά να ανεμίζουν μαζί με την κεφίγια που κατά κανόνα έχει τυλιγμένη γύρω από τον λαιμό του- χωρίς να ξέρουν ότι κατά πάσα πιθανότητα κατευθύνεται προς άλλη μία πολιτική δράση.
«Όντως, όπου γινόταν κινητοποίηση θα έβλεπες και τον Φελέκη με τη μηχανή του εκεί γύρω μαζί με τους σκύλους του. Με τους οποίους παρέα αγωνιζόταν για εκείνη την ιδέα που είναι τόσο ανθρώπινη, αλλά έχει πολεμηθεί όσο λίγες, ότι δηλαδή κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος. Ας πούμε, λοιπόν, ότι η αρχική εντύπωση που έχει κανείς για τον Γιάννη είναι ότι πρόκειται για τον άνθρωπο που θα τρέξει πρώτος-πρώτος, ότι είναι ο άνθρωπος στον οποίο μπορεί να βασιστείς». Μετά από εκείνη τη γνωριμία τους στην Ομόνοια, η Ελένη Λάλου άρχισε να μαθαίνει για το παρελθόν του («αντιστασιακή δράση, τις φυλακίσεις, τόσο κατά τη Δικτατορία όσο και στη Μεταπολίτευση, τις διαρκείς διώξεις, τις δίκες, το ξύλο από την αστυνομία κτλ»), χωρίς αυτό να αλλάξει κάτι ριζικά στη σχέση τους, μιας και «ο Φελέκης είναι εκεί έξω δοσμένος στην κοινή υπόθεση χωρίς να κουβαλάει το παρελθόν ως περγαμηνή. Απλώς ό,τι μάθαινα για παρελθόν του εξηγούσε το… παρόν του».
Όχι μόνο του Φελέκη τότε -μιλάμε για την πρώτη, τρικυμιώδη για τη χώρα μας, δεκαετία της τρέχουσας χιλιετίας- αλλά και του πολιτικού χώρου μέσα στον οποίο και οι δύο δραστηριοποιούνταν τότε (και ακόμη) άρα και κατ’ επέκταση της χώρας γενικά, η Λάλου σήμερα το σκιαγραφεί ως εξής:
«Παρά τα σκαμπανεβάσματα της περιόδου, την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, κάποιες εξαιρετικά μειοψηφικές μάχες (π.χ. ενάντια στους Ολυμπιακούς του 2004), μετά τις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις για τον δεύτερο πόλεμο του Κόλπου, το Σιάτλ, τη Γένοβα, τα Φόρουμ υπήρχε μια συγκρατημένη αισιοδοξία ότι τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν. Υπήρχε η εμπειρία των φοιτητικών καταλήψεων του 2006, στη συνέχεια η σαρωτική εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008.
Η πολιτική συζήτηση στον χώρο είχε επικεντρωθεί στην αναζήτηση “πολιτικού ισοδύναμου” των κοινωνικών κινημάτων. Οι περισσότερες δυνάμεις που δρούσαν στα κινήματα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση έβλεπαν ήδη προς εκείνη την κατεύθυνση που οδηγούσε στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην ΟΚΔΕ-Σπάρτακος υπήρχε προβληματισμός γι’ αυτή την προοπτική και εκτιμήσεις ότι η “Άκρα Αριστερά” έχει δυνατότητες να παρέμβει πιο αποφασιστικά στις εξελίξεις χωρίς να γίνει “ουρά” του Συνασπισμού· έτσι, συμμετείχε σε διεργασίες που οδήγησαν αργότερα στη δημιουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μετά ήρθαν η κρίση, τα μνημόνια, οι πλατείες, η “πρώτη φορά Αριστερά”. Ξέρουμε σήμερα τι έγινε μ’ όλα αυτά τα “πολιτικά σχέδια”, αλλά η συζήτηση περί ενότητας του χώρου και πολιτικής ανασύνθεσης ήταν στην ημερήσια διάταξη εκείνη την εποχή. Όλες αυτές οι ανακατατάξεις και συμμαχίες οδήγησαν και σε διαφορετικές πολιτικές εκτιμήσεις και θέσεις. Σε κάθε περίπτωση, θυμάμαι τους συντρόφους και τις συντρόφισσες της 4ης Διεθνούς, της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, της Τεταρτοδιεθνιστικής Προγραμματικής Τάσης και του περιοδικού “4” σήμερα, πάντα στη πρώτη γραμμή των κοινωνικών αγώνων».
Ποιο υπήρξε λοιπόν από τότε μέχρι σήμερα το μοτίβο της σχέσης των συγκεκριμένων δύο συντρόφων; Η Λάλου επισημαίνει ότι «ιστορικά η Άκρα Αριστερά, οι οργανώσεις της, έχουν τους δικούς της εσωτερικούς ρυθμούς και τη δική τους εσωτερική ζωή» και παρόλο που πολλά έχουν αλλάξει μέσα στις δεκαετίες, «ανέκαθεν η κοινή εμπειρία μέσα σε μια κινηματική συλλογικότητα δημιουργεί ισχυρούς συντροφικούς δεσμούς. Αυτός ο κοινός αγώνας σφυρηλατεί συντροφικές σχέσεις που δεν μπορούν να αναπαραχθούν σ’ άλλους τομείς κοινωνικής δραστηριότητας. Οι δεσμοί είναι τέτοιοι, που δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για ξεκάθαρα όρια μεταξύ του “τώρα ζυμωνόμαστε πολιτικά” και του “τώρα τα πίνουμε στο μπαράκι” με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που συνεπάγεται αυτή η απουσία διάκρισης. Οπότε το μοτίβο είναι “αφισοκόλληση – κινητοποίηση – εκδήλωση – θεωρία – μάχη με τις προθεσμίες για να εκδοθεί ο Σπάρτακος – συνέλευση – ‘μπύρα’”. Η κοινή εμπειρία του “εμείς” είναι τέτοια, που το φιλικό χαλαρό “after” γίνεται απλώς η στιγμή της αποφόρτισης».
Αυτό διαφοροποιεί τον Γιάννη Φελέκη είναι ότι δεν κάνει διάκριση μεταξύ ανθρώπων. «Θέλω να πω ήταν εκεί για όλους και όλες μας, πάντα έτοιμος να βοηθήσει τον διπλανό του, όχι μόνο σε πολιτικό επίπεδο αλλά και σε προσωπικό, να βρει μια λύση για τον μετανάστη, τον άστεγο, τον απολυμένο ή τον σύντροφο που περνάει δύσκολα για οποιονδήποτε λόγο. Συντροφικός με όλους. Έτσι τον θυμάμαι πάντα και στη βάση αυτή χτίζει τις σχέσεις του με τους γύρω του. Δεν τον μαθαίνεις τον Γιάννη στην ταβέρνα και στο μπαρ. Τον μαθαίνεις στη μετακόμιση, όπου έρχεται να κουβαλήσει τις κούτες σου, στο κρεβάτι του νοσοκομείου που σε επισκέπτεται, στην κηδεία ενός δικού σου ανθρώπου που δεν είχε καμία σχέση με τον χώρο αλλά ο Γιάννης έρχεται για σένα».
Η Λάλου προφανώς δεν επέλεξε τυχαία ως εκκίνηση της πολυσέλιδης εισαγωγής της στο «Παρά μόνο τις αλυσίδες – Οι ιστορίες του Γιάννη Πελέκη» (εκδ. Κουκκίδα) την ακόλουθη απολαυστική περιγραφή μιας ακόμα -περίπου 25χρόνια μετά την επίσημη πρώτη- συνάντησής της με τον Φελέκη:
Ιούλιος 2024. Σε μια σκάλα στον σταθμό του μετρό Αμπελόκηποι, απέναντι από τη ΓΑΔΑ, διακρίνεται μια φιγούρα σκαρφαλωμένη που προσπαθεί να κρεμάσει ένα πανό που καλεί στο 25ο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ της Αθήνας, στο Πάρκο Γουδί, με σύνθημα “Από την Πύλο έως την Παλαιστίνη δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη”. Η θερμοκρασία είναι πάνω από 40 βαθμούς και, στο μεταξύ, αστυνομικοί της ομάδας ΔΙΑΣ έχουν περικυκλώσει τη σκάλα και ζητάνε εξηγήσεις από τη φιγούρα αυτή, που βρίσκεται ήδη ψηλά στη σκάλα, τι ακριβώς κάνει, αν έχει άδεια, αν είναι νόμιμη η ανάρτηση του πανό και άλλα παρόμοια. Τη σκηνή παρακολουθεί μια διερχόμενη κοπέλα, η οποία αναγνωρίζει τη φιγούρα: «Γιάννη, τι συμβαίνει; Όλα καλά;» Αυτός απαντά: «Όλα καλά, θέλω να κρεμάσω αυτό το πανό, αλλά οι κύριοι από κάτω έχουν άλλη άποψη».
«Βρισκόμαστε σε μια περίοδο αρκετά μακριά από τα χρόνια που πραγματεύεται το βιβλίο. Έχουμε αφήσει πίσω τη μεταπολεμική Ελλάδα, τη Χούντα, τη Μεταπολίτευση, τα λεγόμενα ‘80s, τον συντηρητισμό του 1990 και την πρώτη δεκαετία του 2000. Κι όμως, είκοσι χρόνια μετά ο Γιάννης Φελέκης, ογδόντα χρονών, παίρνει θέση και αναρτώντας το πανό του Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ ζητάει δικαιοσύνη για τους μετανάστες του ναυαγίου της Πύλου και για τους Παλαιστίνιους» εξηγεί στο NEWS 24/7 σήμερα που το πολύτιμο doorstopper των 700 μεγάλων σελίδων βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων. «Η ζέστη και τα χρόνια δεν έχουν σημασία, γιατί πρέπει πάση θυσία να καταγγείλει την αδικία. Εξάλλου, την επόμενη χρονιά, το 2025, επαναλήφθηκε η σκηνή στην πλατεία Εξαρχείων. Ανέβηκε πάλι στη σκάλα να κρεμάσει πανό, πάλι για το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, ακόμη και οι μπάτσοι είπαν στους νεαρούς παρευρισκόμενους “καλά, αφήνετε τον παππού να ανέβει στη σκάλα;”. Λες και μπορεί κανείς να σταματήσει τον Φελέκη από το να κινείται…»
Και επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη σκηνή έξω από τη ΓΑΔΑ συμπυκνώνει πολλές δεκαετίες αντιρατσιστικής παρέμβασης, δεδομένου ότι «αυτός και λίγοι ακόμη ξεκίνησαν στην Ελλάδα τις κινήσεις αλληλεγγύης σε πρόσφυγες και μετανάστες, ξεκινώντας από τους εξόριστους της χούντας του Εβρέν στην Τουρκία, που ζητούσαν καταφύγιο στο σπίτι του Φελέκη στην οδό Μαυρομιχάλη, όπως μπορεί να διαβάσει κανείς στο βιβλίο. Και ήταν κι από τους πρώτους που επιχείρησαν να φτιάξουν μια πανελλαδική δικτύωση, ώστε να μην απελαύνονται μετανάστες και πρόσφυγες τη δεκαετία του 1990. Έτρεχε να προλάβει το λιμενικό και τους μπάτσους. Έστησε όλα τα Αντιρατσιστικά Φεστιβάλ. Πολλές φορές έχουμε ως εικόνα τον Φελέκη στο πόστο του να ψήνει σουβλάκια στην περίφημη felekis’ corner. Πίσω απ’ όλα αυτά υπήρχε μια απίστευτα ατέλειωτη τρεχάλα που δεν φαίνεται πουθενά, σε καμιά φωτογραφία. Ο Φελέκης, λοιπόν, καταλαβαίνει την ανάγκη να αρθρωθεί ένας λόγος διαφορετικός από τον κυρίαρχο, να μην προσπεραστεί το τι έγινε στην Πύλο και το τι γίνεται στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη. Αν θέλει να καταγγείλει την αδικία, που τόσο γλαφυρά αποτυπώνεται στο βιβλίο, θα το κάνει και ας έχει 40 βαθμούς Κελσίου, και ας πρέπει να σκαρφαλώσει στη σκάλα, και ας είναι ογδόντα χρονών και ας έχει τους αστυνομικούς της ΔΙΑΣ από κάτω να του φωνάζουν. Ήταν, λοιπόν, μια σκηνή αντιπροσωπευτική η οποία συμπύκνωνε τη ζωή του».
«Όπου γινόταν κινητοποίηση θα έβλεπες και τον Φελέκη με τη μηχανή του εκεί γύρω μαζί με τους σκύλους του. Με τους οποίους παρέα αγωνιζόταν για εκείνη την ιδέα που είναι τόσο ανθρώπινη, αλλά έχει πολεμηθεί όσο λίγες, ότι δηλαδή κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος».
Η ιστορία του Γιάννη Φελέκη, όπως γράφει και στο βιβλίο, ξεκινάει από παλιά. Όσον αφορά την ιστορία της δημιουργίας του βιβλίου ναι μεν πρακτικά ξεκινάει τον Ιούλιο του 2018, η ιδέα όμως να καταγραφεί η ζωή του «υπήρχε μ’ έναν γενικό τρόπο ως συζήτηση για πολλά χρόνια και από αρκετό κόσμο. Ως ιστορική μαρτυρία ο Φελέκης είχε ήδη αξιοποιηθεί από αρκετούς ερευνητές με διάφορες αφορμές. Τον καλούσαν συνέχεια σε εκδηλώσεις για το Πολυτεχνείο επίσης. Ο ίδιος είναι πάντα ανοιχτός και πρόθυμος να μιλήσει, να μεταφέρει την εμπειρία του. Όπως το θυμάμαι, πολλοί και πολλές –κι εγώ ανάμεσά τους– διατύπωναν το αίτημα “ρε Γιάννη, αυτά πρέπει να καταγραφούν”. Αλλά αυτή η καταγραφή αργούσε επικίνδυνα να γίνει πράξη. Πήγαινε από αναβολή σε αναβολή. Συνήθως υπάρχει εκείνη η απατηλή ασφάλεια ότι θα είμαστε πάντοτε παρόντες για να πούμε την ιστορία μας. Αλλά τα χρόνια περνούσαν. Έπρεπε να φτάσει μια ιδιαίτερη συγκυρία σημαδεμένη από απογοητεύσεις, να περάσουμε μια ολόκληρη οικονομική κρίση, δημοψηφίσματα και τις εσωτερικές κρίσεις του διεθνιστικού χώρου εκείνη την περίοδο για να ξαναπιάσουμε το νήμα του παρελθόντος. Το παρελθόν δεν είναι μια στατική έννοια, μεταλλάσσεται και επανανοηματοδοτείται από το παρόν και το επανανοηματοδοτεί. Ήταν ίσως η στιγμή που αισθάνθηκε ότι, ναι, πρέπει να γυρίσουμε πίσω προκειμένου να ξαναπάμε μπροστά».
Τελικά ο ίδιος ο Φελέκης προσέγγισε τη Λάλου ως «τη συντρόφισσα στην ίδια οργάνωση με τις ιστορικές σπουδές. “Ελενίτσα, να το κάνουμε αυτό που είπαμε τελικά;”. Θα έλεγα ότι ντράπηκα κιόλας, γιατί δεν είχα καταλάβει νωρίτερα ότι περίμενε το έναυσμα στην πραγματικότητα».
Η αρχή, λοιπόν, έγινε τον Ιούλιο του 2018 στο Βαθύ Γυθείου, οπότε και πήρε από τον Φελέκη τις πρώτες συνεντεύξεις, έχοντας κατά νου, ότι «πρόκειται για έναν άνθρωπο που θα διηγηθεί τη ζωή του, όχι για να χωρέσει σε μια παραπομπή κάποιου ιστορικού βιβλίου ως πρωτογενής πηγή ούτε ως μια συρραφή από ιστορίες για να βγουν κάποια hot ανέκδοτα. Ήμαστε σύντροφοι στην ίδια οργάνωση και βλέπαμε τα πράγματα από μια κοινή πολιτική σκοπιά. Ως οδηγό είχα κάποια βασικά εγχειρίδια της προφορικής ιστορίας, τις σπουδές μου (σ.σ. απόφοιτος του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών με μεταπτυχιακό δίπλωμα στην Ευρωπαϊκή Ιστορία) και την προσωπική γνώση του χώρου. Αποδείχθηκε στην πορεία, όμως, ότι ούτε εγώ ήμουν προετοιμασμένη γι’ αυτό που ακολούθησε. Όλοι και όλες γνωρίζαμε ότι ο Φελέκης είναι αντιστασιακός αγωνιστής της Δικτατορίας, κυνηγημένος της Μεταπολίτευσης και αργότερα συνώνυμο του ροκά των Εξαρχείων, αλλά το υλικό των συνεντεύξεων αποδείχθηκε σαρωτικό, πολύ πιο σύνθετο και εξαιρετικά πιο απαιτητικό».
Δεν επρόκειτο περί μιας απολύτως «κουρδισμένης» στην εντέλεια διαδικασίας με ξεκάθαρο οδικό χάρτη. Ναι, η Λάλου ρωτούσε και ο Φελέκης απαντούσε, όμως το εγχείρημα αποδείχτηκε αδύνατο να περιοριστεί μόνο στους χρόνους που τα λεγόμενά τους καταγράφονταν.
«Η σχέση μεταξύ συνεντευκτή και συνεντευξιαζόμενου σε οποιαδήποτε συμφραζόμενα είναι πολυεπίπεδη. Ειδικά όταν υπάρχει μαγνητοφωνάκι, μπαίνουν θέματα όπως αυτοπαρουσίασης του εαυτού, δυσπιστίας για τις προθέσεις της άλλης πλευράς, πιθανής έντασης και το αν θα υπάρξει τελικά εμπιστοσύνη ή όχι μεταξύ των δύο μερών, είναι κάτι που διακυβεύεται. Όταν το πλαίσιο διαμορφωθεί κατάλληλα, είναι πιθανό ο ίδιος ο συνεντευξιαζόμενος να επιλέξει να μιλήσει τελικά για όσα είναι διστακτικός να μιλήσει στην αρχή. Οπότε σιγά σιγά, τα αρχικώς “οff the record” ενσωματώνονταν στις συζητήσεις» λέει και τονίζει ότι εφόσον ως συνεντεύκτρια προσέγγισε «με σεβασμό εκείνη τη μαρτυρία που δεν περιλαμβάνεται στα “στα επίσημα καταγεγραμμένα”», μπορούσε να απευθύνει στον Φελέκη τις κατάλληλες ερωτήσεις που θα επέτρεπαν «να ανοίξει τουλάχιστον η συζήτηση, και με τον καιρό είναι δυνατό τα αποτελέσματα αυτής της συζήτησης να συμπεριληφθούν στη συνέντευξη. Όλα αυτά θέλουν χρόνο και πρέπει πάντα να έχουμε υπόψη τους πολύπλοκους μηχανισμούς της μνήμης/λήθης, τη διαπροσωπική δυναμική και τους απρόβλεπτους “καταλύτες”.
Για να το πω πιο απλά, “ατζεντούλες” όλοι και όλες έχουμε. Αρχικά πορευόμαστε με αυτές, αλλά στην πορεία και τα δύο μέρη αλλάζουν. Οι ρόλοι το ίδιο. Πότε ήμασταν οι σύντροφοι οκδίτες, πότε ο παλαίουρας της άκρας και η μικρή συντρόφισσα, πότε η ερευνήτρια και ο πληροφορητής. Καλό είναι να μην ξεχνάμε ποιος είναι ο στόχος, στην προκειμένη η ζωή του αγωνιστή Γιάννη Φελέκη. Ωστόσο στην πορεία πώς να μην εκπλαγείς όταν καταλάβεις ότι αυτά που ακούς υπερβαίνουν το πρόσωπο του Φελέκη, τον τροτσκισμό, την 4η Διεθνή και πλέον μιλάμε για πτυχές της σύγχρονης νεοελληνικής ιστορίας. Για άγνωστες ιστορίες, π.χ. της μεταπολεμικής Ελλάδας, που όμως αρκετοί ήδη σχολίασαν “ναι, ακριβώς έτσι ήταν τότε τα πράγματα. Και στην επαρχία έτσι ήταν και στην Αθήνα αν ήσουν φτωχός εσωτερικός μετανάστης”. Και πώς να μην εκπλαγείς όταν ξεφουρνίζει τους διαλόγους με τον Παττακό λίγο πριν το πραξικόπημα; Θέλω να πω ότι, ακριβώς επειδή πρόκειται για μια ζωντανή δυναμική διαδικασία, η τροπή που θα πάρει μια τέτοιου τύπου συνέντευξη είναι πάντα ανοιχτή. Οπότε και οι ερωτήσεις προσαρμόζονται, τα πράγματα δεν είναι ποτέ στατικά, ούτε τακτοποιημένα του τύπου “εγώ έχω αυτή την ταυτότητα, εσύ έχεις αυτή και τέλος”. Σχετίζεται με το κατά πόσο η μαρτυρία μετατρέπει τον Φελέκη σε μια προφορική πηγή που συμβάλλει σε μια “ιστορία από τα κάτω” και στο κατά πόσο, από την άλλη, η μαρτυρία επαναφέρει τον Φελέκη ως πρωταγωνιστή στη βιογραφία του.»
Οι συνεντεύξεις προφανώς συνεχίστηκαν για χρόνια και εκτός του (καλοκαιρινού) Γυθείου. Αναπόφευκτα στην Αθήνα τα πράγματα δεν ήταν τόσο εύκολα μιας και οι συναντήσεις τους ήταν εφικτές μόνο σε ρεπό και Κυριακές λόγω φόρτου εργασίας και όχι μόνο. «Υπήρχε και υπάρχει και η συνδικαλιστική δράση που δεν σταματάει ποτέ. Το τρέξιμο για μια απόλυση, για μια μη καταβολή μιας αποζημίωσης κάθε στιγμή. Επί τη ευκαιρία, να πω ότι στον κλάδο του βιβλίου τα πράγματα μετά τις μνημονιακές πολιτικές είναι πολύ δύσκολα. Από τη μια βλέπουμε όλη αυτή την αρθρογραφία ότι στην Ελλάδα η εκδοτική δραστηριότητα είναι μεγάλη, ότι ανοίγουν διαρκώς νέοι εκδοτικοί οίκοι κτλ. Αν μείνεις εκεί, σου μένει μια εντύπωση ότι όλα είναι ωραία και ανθηρά. Κι όμως. Τίποτα δεν συμπυκνώνει καλύτερα την πραγματικότητα από το σύνθημα “ακριβά βιβλία, φθηνοί εργαζόμενοι” με το οποίο επέλεξε ο Σύλλογος Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου και Ψηφιακών Μέσων Αττικής (ΣΥΒΧΨΑ) να παρέμβει στην έκθεση βιβλίου τον Σεπτέμβρη του 2026 στο Πεδίον του Άρεως. Σε αυτό το πλαίσιο, το εγχείρημα εξελισσόταν παράλληλα με τις προσπάθειες να υπογραφεί κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας με αυξήσεις στον κλάδο του βιβλίου. Να αναφέρω επίσης ότι η άρνηση των εργοδοτικών οργανώσεων παραμένει μέχρι σήμερα. Ελπίζουμε η Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ Επιχειρησιακού Σωματείου Εργαζομένων και Διοίκησης του Βιβλιοπωλείου Πολιτεία να αποτελέσει παράδειγμα. Όλα τα παραπάνω μπορεί να θεωρηθούν δικαιολογίες για την καθυστέρηση να εκδοθεί το βιβλίο, έτσι όμως είχαν τα πράγματα. Πήρα επίσης και κάποιες άδειες τον χειμώνα, και έτσι πήγαμε μαζί, για παράδειγμα, στο πατρικό του στο Δημαριό της Άρτας.»
Ο ίδιος ο Φελέκης δεν μιλούσε απλά στη συντρόφισσά του, ενεπλάκη σε κάποιο βαθμό και στη μετέπειτα διαχείριση του υλικού, τσεκάροντας την ακρίβεια των καταγεγραμμένων συνομιλιών. «Στη συνέχεια ακολούθησε μια φάση αντιπαραβολής στοιχείων με βάση την υπάρχουσα βιβλιογραφία, και πολύ περισσότερο όταν απέκτησα πρόσβαση σε μερικά αρχεία εφημερίδων των τροτσκιστικών οργανώσεων της μεταπολίτευσης. Σημείωνε στο περιθώριο των τυπωμένων συνομιλιών, ακολουθούσαν νέοι κύκλοι συμπληρωματικών συνεντεύξεων και ούτω καθεξής. Το υλικό το έχουμε δει ξανά και ξανά. Ήταν μια άτυπη συμφωνία. Ήθελα οτιδήποτε γραφτεί να το έχει ξανασκεφτεί και να έχει χρόνο και χώρο για επαναδιατυπώσεις». Όσον αφορά τις ερωτήσεις της, η Λάλου ξεκαθαρίζει ότι ήταν ελεύθερη να του απευθύνει οποιεσδήποτε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν συνάντησε δυσκολίες, από την απροθυμία να απαντήσει σε ορισμένες μέχρι τη σαφή επιμονή του «να πηγαίνει την αφήγηση εκεί όπου εκείνος ήθελε, για παράδειγμα στην ιστορία του ελληνικού τροτσκισμού. Έπρεπε να το σεβαστώ· εξάλλου, ο Γιάννης δεν είναι ο τύπος που θα μπορούσες να τον “κατευθύνεις”. Παρ’ όλα αυτά, αντιλαμβανόμενη την ιστορική σημασία της αφήγησης, έθετα σταθερά κάποιες ερωτήσεις για θέματα τα οποία η παραδοσιακή ιστοριογραφία δεν θεωρούσε μέχρι πρόσφατα σημαντικά, όπως το φύλο, οι νεανικές κουλτούρες της κάθε περιόδου, οι πιο μύχιες σκέψεις, οι συζητήσεις μεταξύ, για παράδειγμα, των κρατούμενων στις φυλακές, των εξόριστων στη Γυάρο κ.λπ».
Μόνο όταν παραιτήθηκε, όπως λέει χαρακτηριστικά, από την ιδέα να είναι πλήρες και αψεγάδιαστο το βιβλίο, κατάλαβε ότι έπρεπε να σταματήσουν οι ηχογραφήσεις και η έρευνα και να μπει σε αυτό η τελευταία του τελεία. «Τα χρόνια περνούν και οι άνθρωποι μεγαλώνουν. Η πίεση του να εκδοθεί μας οδηγεί στην παραδοχή ότι χρειάζεται μια αναθεώρηση σε ορισμένα σημεία, κάποιες διορθώσεις, αλλά αυτό όταν φτάσει με το καλό η ώρα της δεύτερης έκδοσης. Υπήρχε πίεση “να τελειώνουμε” και από το περιβάλλον μας, ειδικά από μερικούς από τους παλιούς συναγωνιστές και συναγωνίστριες».
Όπως συνέβη και με την έναρξη του βιβλίου, έτσι και η αυλαία του δεν πέφτει τυχαία να πέσει με την αφήγηση του Φελέκη από την εμπειρία του στη Γένοβα το 2001. Ήταν ορόσημο γι’ αυτόν. «Βέβαια, είναι σωστό ‒και το επισήμανα και εγώ‒ πώς, ολοκληρώνοντας τις ιστορίες του Γιάννη Φελέκη σ’ αυτό το σημείο, απουσιάζει ο Φελέκης των επόμενων είκοσι χρόνων. Και προφανώς δεν χωράει σε ένα Επίμετρο πέντε σελίδων η ακατάπαυστη δράση του και η συνεισφορά του στο κίνημα μέχρι και εκείνη τη χαρακτηριστική στιγμή του 2024, όπου τον βρήκαμε να κρεμάει το πανό του Αντιρατσιστικού απέναντι από την ΓΑΔΑ. όμως, υπερίσχυσε η απαίτηση να βγει επιτέλους. Δεν έπαιρνε άλλη καθυστέρηση η έκδοση του βιβλίου. Όχι μόνο απέναντι στον Φελέκη αλλά και στη γενιά του, η οποία αδημονούσε να πάρει το βιβλίο στα χέρια της» λέει η Λάλου και το θεμελιώδες ερώτημα που προέκυψε μετά το πέρας των ηχογραφήσεων: Τι είναι όλο αυτό;
«Από τη μία η βιογραφία του Φελέκη, από την άλλη μια ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας “από τα κάτω”. Από τη μια η ιστορία του τροτσκισμού, από την άλλη πλήθος προφορικών πρωτογενών πηγών προς αξιοποίηση. Η θεωρία της προφορικής ιστορίας ευτυχώς εδώ και πολλές δεκαετίες έχει να δώσει κατευθυντήριες γραμμές πώς χειριζόμαστε τέτοιες καταστάσεις. Στο τέλος, όμως, πρέπει να γίνει μια συνειδητή πολιτική επιλογή από την επιμέλεια.
Η ιστορική επιμέλεια του υλικού είναι μια πρόκληση από μόνη της. Προϋποθέτει χρόνο, μέσα και, θα έλεγα ίσως, όχι καθημερινή εργασία στη λιανική πώληση. Όντως για τις ανάγκες του βιβλίου απαιτούνταν να ασχοληθεί κανείς με αντικείμενα ιστορικής έρευνας που είχαν μεγάλη εμβέλεια: από τον Εμφύλιο και τη Δικτατορία μέχρι τη θεωρητική συζήτηση για τη Μεταπολίτευση και τις πολιτιστικές μεταβολές των περίφημων ’80ς, από την ιστορία των οργανώσεων της τουρκικής αριστεράς μέχρι την ιστορία της Νικαραγουανής Επανάστασης. Ή απαιτούνταν να μάθει για διάφορα επαγγέλματα (γαλακτοκομικά, του εμπορικού ναυτικού, τυπογραφεία). Η αναζήτηση πηγών ‒βιβλιογραφικών, ιστοριογραφικών, αρχειακών‒ μπήκε σε προτεραιότητα. Επισκέψεις στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, φωτογραφήσεις αρχείων, αναζήτηση φωτογραφικού υλικού κ.ο.κ.
Κάπου εκεί βγαίνει στην επιφάνεια επίσης το δύσκολο ερώτημα του πώς στεκόμαστε μπροστά στην αυτοβιογραφική μνήμη. Γιατί, εκτός από την επαλήθευση, σε αυτή την περίπτωση χρειάζονται παράλληλα και άλλα μεθοδολογικά εργαλεία για την ιστορική κατανόησή της. Και αυτό επειδή πολλές φορές μέσα από μια προσεκτική πολύ λεπτή ανάγνωση της “μη σωστής” μνήμης μπορεί να διακρίνει κανείς μια κρυμμένη στρώση με αληθή ιστορικά από κάτω νοήματα.
Μεγάλη πρόκληση επίσης ήταν το πώς αντιμετωπίζει κανείς τον προφορικό χειμαρρώδη λόγο του Φελέκη. Η επιλογή να διατηρηθεί ως έχει, πράγμα όχι τόσο εύκολο όσο ακούγεται αρχικά, ήθελε χρόνο, σκέψη και συνειδητή παρέμβαση στο κείμενο. Και όλα αυτά, έχοντας υπόψη ότι είναι σημαντικό να υπάρχει απρόσκοπτη ροή στην ανάγνωση. Στόχος ήταν να “σωθεί” η προφορικότητα του λόγου, κάτι που μάλλον σ’ έναν βαθμό επιτεύχθηκε, όταν ακούγεται ήδη από αναγνώστες/στριες “μα είναι σαν να τον ακούω δίπλα μου!”.»
Πέρα από το περιβάλλον τους, «συναγωνιστές και συναγωνίστριες», της γενιάς του Φελέκη αλλά και νεότερους, όντας πρακτικά στο τιμόνι του όλου εγχειρήματος, είχε εξαρχής η Ελένη Λάλου ένα γενικότερο δυνητικό αναγνωστικό κοινό; Ξεκαθαρίζει ότι από μόνη της η επιθυμία του Φελέκη να μιλήσει τόσο πολύ για τη ζωή του από μόνη της θα ήταν αρκετή για να ολοκληρωθεί η έκδοση του βιβλίου, το οποίο όμως «έχει το επιπλέον νόημα να αντιμετωπιστεί ως μια παρέμβαση/συμβολή για τον τρόπο με τον οποίο σήμερα το παρελθόν του 20ού αιώνα γίνεται ιστορία. Όπως τονίζεται στο εισαγωγικό σημείωμα, ο Φελέκης δεν πετάει αριστερά-δεξιά ρετρό αταξινόμητες παρελθοντικές μνήμες. Αυτό αναφέρεται γιατί υπάρχει η πολιτικο-ιστορική τάση που ξεκίνησε από τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα να αποπολιτικοποείται το παρελθόν, να απογυμνώνεται από το πολιτικο-ιστορικό του πλαίσιο για να φτάνει σήμερα σε εμάς απλώς ως προϊόν ‒πλάι σε άλλα‒ προς συναισθηματική κατανάλωση. Από αυτή την άποψη είχε νόημα η έκδοση αυτού του βιβλίου. Ο Φελέκης δεν αφηγείται το παρελθόν έχοντας ως κέντρο τη συγκίνηση από/γι’ αυτό, δεν καταγράφει, όπως το έχει περιγράψει ο Έντσο Τραβέρσο στο βιβλίο του Ιδιότυπα Παρελθόντα, το “εγώ” στη γραφή της ιστορίας (εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2021), ένα παρελθόν “υπό το πρίσμα των συγκινήσεων”. Η αγωνία που νιώθει ο αναγνώστης και η αναγνώστρια διαβάζοντάς το προκαλείται επειδή ο Φελέκης βρίσκει συνεχώς εμπόδια στον στόχο του να παλέψει την κοινωνική αδικία. Συνεπώς, οι οριακές καταστάσεις τις οποίες αντιμετώπισε ο ίδιος και η γενιά του υπάγονται στα συμφραζόμενα της εποχής, έχουν εσωτερική λογική και είναι ένα κομμάτι από την πολιτική μάχη για την εξάλειψη της καταπίεσης.
Οπότε δυνητικός αναγνώστης είναι αυτός/ή που θα διαβάσει το βιβλίο και ως μια κριτική αντιπρόταση σε μια ανώδυνη ρετρό ανάγνωση του παρελθόντος. Από αυτή τη σκοπιά μπορεί να μάθει για έναν κόσμο ο οποίος ερχόταν διαρκώς αντιμέτωπος με την καταστολή, ακόμη και μετά την πτώση της Χούντας. Συνεπώς, μπορεί να το διαβάσει, π.χ., ως μια ανταγωνιστική αφήγηση για τη Μεταπολίτευση. Να μάθει για τους διεθνιστές στην Ελλάδα, τις διώξεις που υπέστη ο “χώρος”, η Άκρα Αριστερά και οι αντιεξουσιαστές, και να αντιμετωπίσει την εμπειρία των ‘80s όχι στο πλαίσιο μιας αναζήτησης vintage προτύπων, αλλά ως μια προσπάθεια να ζήσει κανείς διαφορετικά χωρίς καταστολή και συντηρητισμό. Ακόμη και για τη δεκαετία του 1990 ο Φελέκης προσφέρει μια άλλη ανάγνωση της ιστορίας. Την ώρα που επανεμφανίζονταν ο σωβινισμός, ο εθνικισμός και ο ρατσισμός, μαθαίνουμε για τις δράσεις αλληλεγγύης σε μετανάστες και πρόσφυγες μέσω του Δικτύου για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα».
Πρόκειται εν τελεί για ένα πολύτιμο βιβλίο που ιδωμένο από ιστορική σκοπιά «γράφτηκε μέσα στη δίνη αυτού που μ’ έναν τρόπο χάνεται» λέει, εννοώντας τον κόσμο όπως τον γνωρίσαμε τον 20ό αιώνα και τους «αγώνες της Άκρας Αριστεράς όπως διαμορφώθηκαν μέσα στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της εποχής τους».
Δεδομένου αυτού αλλά και του ότι πρόκειται για μια μορφή προφορικής ιστορίας, το βιβλίο «κουβαλάει μέσα του το παρόν στο οποίο έλαβαν χώρα οι συνεντεύξεις, τις πολλές και διαφορετικές φάσεις στη διαδικασία λήψης των συνεντεύξεων και έχει αποτυπώσει τις δυναμικές όλης αυτής της συνθήκης. Θα έλεγα ότι είναι ένα συνεκτικό “κουβάρι” που εμπεριέχει στο εσωτερικό του όλα αυτά που του αποδίδονται: το μυθιστόρημα, τον διάλογο, την πολιτική, την ιστορία, τη βιογραφία, τη μαρτυρία, την πρωτογενή πηγή, τον ελληνικό τροτσκισμό, την 4η Διεθνή. Και όλα αυτά αξεδιάλυτα μεταξύ τους αλλά με μια εντυπωσιακή συνοχή, γιατί αυτό που τα διατρέχει και τα ενώνει είναι πάνω από όλα η αφήγηση της ζωής ενός αγωνιστή που “τρέχει με χίλια” για να αλλάξει τον κόσμο και ανεβαίνει από σκάλα σε σκάλα. Και με τη σειρά της, η αφήγηση αυτή μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια ιστορία των καταπιεσμένων».
Ένα μικρό απόσπασμα του βιβλίου για το τέλος
Σελίδα 313-314
Η επιστροφή από την εξορία
Όλοι φανταζόντουσαν ότι θα ήταν κάπως αλλιώς η αλλαγή. Η χούντα θα έπεφτε δηλαδή μέσα από ένα κίνημα και αυτό το κίνημα δεν θα επέτρεπε στον Καραμανλή να μας βάλει όρια. Αυτή ήταν και η δική μου άποψη, ότι δεν θα μπορούσε να μας βάλει όρια που ήρθε από το Παρίσι και τα όρια θα τα βάλουμε εμείς μέσα από το κίνημα και τους αγώνες μας. Αυτά τα λέγαμε από την πρώτη μέρα, γιατί τη δεύτερη που ήμουν έξω με συλλάβαν και πάλι.
«Κάτσε, ρε Γιάννη, είμαστε στη Γυάρο ακόμη».
Πάει αυτό, φύγαμε από τη Γυάρο.
«Όπα, κάτσε, δεν φεύγουμε έτσι απλά!»
Ακόμα δεν φαινόταν ότι υπήρχε κίνημα για να ανατρέψει τη χούντα αλλά η χούντα παραλύει εξαιτίας της επιστράτευσης. Επιστρατεύσαν το σύμπαν χωρίς να έχουν εμπιστοσύνη να δώσουν όπλα σε όλους τους Έλληνες με όλα αυτά που είχαν γίνει, με αυτά που είχαν ζήσει λίγους μήνες πριν με το Πολυτεχνείο. Ήταν πανικόβλητοι. Εμείς περιμέναμε να δούμε τι θα γίνει. Μετά; Μετά μάθαμε ότι ο Καραμανλής έρχεται από το Παρίσι και σχηματίζει κυβέρνηση. Και την επόμενη μέρα ο Καραμανλής είπε «αμνηστία», όλοι έξω από τις φυλακές, να γυρίσουν οι εξορισθέντες από τη Γιούρα. Και έτσι γυρίσαμε την επόμενη μέρα.”
Το βιβλίο «Παρά μόνο τις αλυσίδες – Οι ιστορίες του Γιάννη Φελέκη» (εισαγωγή-επιμέλεια: Ελένη Λάλου) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κουκκίδα.