Φορολογία κρυπτονομισμάτων: Συντελεστής 10% στα κέρδη, τεκμήριο για τις αγορές και ρύθμιση για παλιές υπεραξίες
Διαβάζεται σε 7'
Το νομοσχέδιο προβλέπει ειδική διαδικασία για όσους πραγματοποίησαν μεταβιβάσεις κρυπτονομισμάτων πριν από την έναρξη ισχύος της νέας ρύθμισης και επιθυμούν να δηλώσουν οικειοθελώς τις υπεραξίες που προέκυψαν.
- 09 Οκτωβρίου 2026 06:50
Να καλύψει ένα βασικό κενό που υπάρχει στη φορολογική νομοθεσία και να διαμορφώσει ένα ξεκάθαρο φορολογικό καθεστώς για τις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα επιχειρεί με το νομοσχέδιο που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση, το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Συγκεκριμένα, οι προτεινόμενες διατάξεις προβλέπουν φόρο 10% στα καθαρά κέρδη από τη μεταβίβαση crypto, ετήσιο όριο απαλλαγής 500 ευρώ, αλλά και την υπαγωγή των χρημάτων που δαπανώνται για την αγορά τους στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα προσδιορισμού της αρχικής τιμής αγοράς. Εάν, δηλαδή, ο φορολογούμενος δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία για να αποδείξει το κόστος κτήσης των κρυπτονομισμάτων, αυτό θα υπολογίζεται στο μηδέν. Κατά συνέπεια, ο φόρος θα επιβάλλεται στο σύνολο του τιμήματος πώλησης και όχι μόνο στην πραγματική υπεραξία, με αποτέλεσμα να αυξάνεται σημαντικά η φορολογική επιβάρυνση.
Παράλληλα, το σχέδιο νόμου δίνει τη δυνατότητα στους φορολογούμενους να δηλώσουν κέρδη από συναλλαγές προηγούμενων ετών, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και χωρίς την επιβολή προστίμων ή τόκων, εφόσον τηρηθούν οι προβλεπόμενες προθεσμίες.
Η σχετική προθεσμία ορίζεται σε 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της διάταξης, ενώ η αξιοποίηση των δηλωμένων ποσών για την κάλυψη τεκμηρίων περιορίζεται αποκλειστικά στην υπεραξία και δεν περιλαμβάνει το αρχικό επενδυτικό κεφάλαιο.
Πώς θα φορολογούνται τα κέρδη από τις συναλλαγές
Αναλυτικά, με βάση το προτεινόμενο πλαίσιο, η φορολογητέα υπεραξία θα προκύπτει από τη διαφορά ανάμεσα στο ποσό της πώλησης και στο κόστος αγοράς των κρυπτοστοιχείων, αφού ληφθούν υπόψη οι δαπάνες που συνδέονται άμεσα με τη συναλλαγή. Στο ποσό που απομένει θα εφαρμόζεται συντελεστής 10%.
Για παράδειγμα, εάν ένας επενδυτής αγοράσει κρυπτονομίσματα αξίας 10.000 ευρώ και στη συνέχεια τα πουλήσει έναντι 15.000 ευρώ, η υπεραξία του ανέρχεται σε 5.000 ευρώ, εφόσον δεν υπάρχουν πρόσθετα έξοδα ή ζημιές προς συμψηφισμό. Ο αναλογών φόρος διαμορφώνεται σε 500 ευρώ.
Η εικόνα διαφοροποιείται όταν δεν είναι δυνατή η τεκμηρίωση της τιμής αγοράς. Στην ίδια περίπτωση, εάν το κόστος κτήσης δεν μπορεί να αποδειχθεί, ως φορολογητέα υπεραξία θα θεωρηθούν τα 15.000 ευρώ της πώλησης και ο φόρος θα ανέλθει σε 1.500 ευρώ.
Για την αναγνώριση του κόστους αγοράς θα μπορούν να χρησιμοποιούνται παραστατικά και βεβαιώσεις συναλλαγών από παρόχους υπηρεσιών και λοιπούς διαμεσολαβητές, καθώς και δεδομένα που προκύπτουν από το κατανεμημένο ψηφιακό καθολικό στο οποίο καταγράφονται οι συναλλαγές. Όταν έχουν πραγματοποιηθεί περισσότερες αγορές του ίδιου κρυπτοστοιχείου, η τιμή κτήσης θα προσδιορίζεται με βάση τον μέσο όρο, διαιρώντας τη συνολική αξία των αγορών με τη συνολική ποσότητα που αποκτήθηκε.
Το όριο των 500 ευρώ και η μεταφορά ζημιών
Επίσης, το σχέδιο προβλέπει ότι τα συνολικά καθαρά κέρδη από μεταβιβάσεις κρυπτονομισμάτων, εφόσον δεν ξεπερνούν τα 500 ευρώ σε ετήσια βάση, θα απαλλάσσονται από τον φόρο. Το όριο αφορά το τελικό αποτέλεσμα μετά τους προβλεπόμενους συμψηφισμούς ζημιών και δεν λειτουργεί ως αφορολόγητο ποσό που αφαιρείται από κάθε μεγαλύτερη υπεραξία.
Έτσι, καθαρό κέρδος 400 ευρώ μέσα στο έτος δεν θα επιβαρύνεται φορολογικά. Αντίθετα, εάν η ετήσια υπεραξία φτάσει τα 1.000 ευρώ και δεν υπάρχουν ζημιές προς συμψηφισμό, ο φόρος θα υπολογιστεί στο σύνολο του ποσού και θα ανέλθει σε 100 ευρώ.
Την ίδια ώρα, για τις ζημιές που υπερβαίνουν τα 500 ευρώ προβλέπεται δυνατότητα μεταφοράς στα επόμενα πέντε φορολογικά έτη. Η αξιοποίησή τους θα είναι περιορισμένη, καθώς θα μπορούν να συμψηφίζονται μόνο με μελλοντικά κέρδη από μεταβιβάσεις κρυπτονομισμάτων και όχι με εισοδήματα από άλλες πηγές, όπως μισθούς ή ακίνητα.
Στις πράξεις, μάλιστα, που ενδέχεται να δημιουργούν φορολογητέα υπεραξία δεν περιλαμβάνονται μόνο οι πωλήσεις έναντι ευρώ. Η χρήση κρυπτονομισμάτων για την αγορά προϊόντων ή την εξόφληση υπηρεσιών εντάσσεται επίσης στις σχετικές μεταβιβάσεις. Επομένως, η πραγματοποίηση μιας αγοράς με crypto μπορεί να οδηγήσει σε φορολογική υποχρέωση, ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί μετατροπή τους σε συμβατικό νόμισμα.
Επιπλέον, οι συναλλαγές με κρυπτονομίσματα εξαιρούνται από τον γενικό κανόνα που συνδέει τη διενέργεια τριών ομοειδών συναλλαγών μέσα σε διάστημα έξι μηνών με την ύπαρξη συστηματικής δραστηριότητας. Με βάση τη συγκεκριμένη εξαίρεση, η συχνότητα των αγοραπωλησιών δεν θα αρκεί από μόνη της για τον χαρακτηρισμό των σχετικών κερδών ως εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Διαφορετική φορολογική μεταχείριση για staking και δανεισμό
Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν οι αποδόσεις που προκύπτουν από τον δανεισμό κρυπτονομισμάτων, την παροχή ρευστότητας και το staking, δηλαδή τη δέσμευση ψηφιακών στοιχείων για τη συμμετοχή στην επικύρωση συναλλαγών ενός δικτύου.
Τα έσοδα από αυτές τις δραστηριότητες δεν θα αντιμετωπίζονται ως υπεραξία από πώληση, αλλά θα κατατάσσονται στην κατηγορία των τόκων, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νομοσχεδίου.
Παράλληλα, οι πωλήσεις κρυπτονομισμάτων εξαιρούνται από την επιβολή Ψηφιακού Τέλους Συναλλαγής, με την προβλεπόμενη εξαίρεση να τίθεται σε εφαρμογή από την 1η Δεκεμβρίου 2026.
Οι αγορές crypto θα πρέπει να δικαιολογούνται φορολογικά
Μία ακόμη σημαντική αλλαγή αφορά την προέλευση των χρημάτων που χρησιμοποιούνται για την απόκτηση κρυπτονομισμάτων. Οι σχετικές δαπάνες εντάσσονται στις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων, γεγονός που σημαίνει ότι θα πρέπει να καλύπτονται από δηλωμένα εισοδήματα ή άλλες νόμιμα αναγνωρισμένες πηγές χρηματοδότησης.
Η συγκεκριμένη υποχρέωση συνδέεται με την αγορά και όχι με το αποτέλεσμα της επένδυσης. Για παράδειγμα, κάποιος που διαθέτει 10.000 ευρώ για να αποκτήσει crypto θα πρέπει να μπορεί να δικαιολογήσει την προέλευση των χρημάτων, ακόμη και αν δεν προχωρήσει σε πώληση μέσα στο ίδιο φορολογικό έτος ή αν η επένδυσή του καταγράψει ζημιά.
Ειδικές προβλέψεις, παράλληλα, περιλαμβάνονται και για την απόκτηση κρυπτοστοιχείων μέσω κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής. Για τον υπολογισμό της αντίστοιχης φορολογικής επιβάρυνσης θα λαμβάνεται υπόψη η αξία τους σε ευρώ, όπως αυτή προκύπτει από αναγνωρισμένες πλατφόρμες διαπραγμάτευσης κατά την προηγούμενη ημέρα από τη γένεση της φορολογικής υποχρέωσης.
Οι συγκεκριμένοι κανόνες προβλέπεται να εφαρμοστούν από την 1η Ιανουαρίου 2027. Εάν τα κρυπτονομίσματα μεταβιβαστούν αργότερα με πώληση, ως τιμή κτήσης θα χρησιμοποιείται η αξία που είχε ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του φόρου κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή για τη χορήγηση της σχετικής απαλλαγής.
Δωδεκάμηνο για τη δήλωση παλαιών κερδών
Το νομοσχέδιο προβλέπει ειδική διαδικασία για όσους πραγματοποίησαν μεταβιβάσεις κρυπτονομισμάτων πριν από την έναρξη ισχύος της νέας ρύθμισης και επιθυμούν να δηλώσουν οικειοθελώς τις υπεραξίες που προέκυψαν.
Συγκεκριμένα, οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν στη διάθεσή τους 12 μήνες από την έναρξη ισχύος της διάταξης για να υποβάλουν τη σχετική δήλωση, με τον φόρο να υπολογίζεται βάσει του συντελεστή 10%. Η εξόφληση θα πρέπει να πραγματοποιείται εντός 60 ημερών από την υποβολή της δήλωσης. Εφόσον η πληρωμή γίνει εμπρόθεσμα, δεν θα επιβάλλονται πρόστιμα ή τόκοι για τη μη δήλωση της συγκεκριμένης υπεραξίας κατά τον χρόνο πραγματοποίησής της.
Η ρύθμιση επιτρέπει επίσης τη χρήση των δηλωμένων κερδών για την κάλυψη τεκμηρίων, χωρίς όμως να αναγνωρίζει το σύνολο των χρημάτων που εισπράχθηκαν από την πώληση. Για τον σκοπό αυτό θα λαμβάνεται υπόψη μόνο το κέρδος και όχι το ποσό που είχε αρχικά επενδυθεί.
Συνεπώς, στην περίπτωση αγοράς crypto έναντι 10.000 ευρώ και μεταγενέστερης πώλησης για 15.000 ευρώ, το ποσό που θα μπορεί να αξιοποιηθεί για την κάλυψη τεκμηρίων θα είναι 5.000 ευρώ, δηλαδή η υπεραξία, και όχι τα 15.000 ευρώ του συνολικού τιμήματος.
Στην τελική ευθεία η δημόσια διαβούλευση
Σημειώνεται, ότι οι διατάξεις για τα κρυπτονομίσματα αποτελούν μέρος ευρύτερου νομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο περιλαμβάνει παρεμβάσεις για την εποπτεία των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, την προστασία των συνεπών οφειλετών, τις συλλογικές επενδύσεις, την κεφαλαιαγορά και τη διαχείριση κινδύνων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στο ίδιο κείμενο ενσωματώνονται, επίσης, ευρωπαϊκές οδηγίες και άλλες ρυθμίσεις αρμοδιότητας του υπουργείου.
Η δημόσια διαβούλευση ολοκληρώνεται στις 22 Οκτωβρίου 2026, στις 10:00 το πρωί. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, αμέσως μετά αναμένεται να ακολουθήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία, με στόχο την εισαγωγή του νομοσχεδίου στη Βουλή και την ψήφισή του την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου.