Ο ΜΑΡΚΟΥΛΑΚΗΣ, ΤΟ ΣΕΞ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΥΡΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΩΝ ΜΑΣ

Μία συζήτηση με τον Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και το πρωταγωνιστικό δίδυμο Χριστίνα Χειλά Φαμέλλη και Αλεξάνδρα Αϊδίνη με αφορμή τις “Σεξουαλικές Νευρώσεις των Γονιών” μας που θα παρουσιαστεί στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Το Θέατρο του Νέου Κόσμου, το 2027 γιορτάζει τα 30 του χρόνια και με αυτή την αφορμή επανέρχονται κάποιες από τις εμβληματικές παραστάσεις του σε νέες μορφές και εκδοχές.

Μία από αυτές, οι «Σεξουαλικές Νευρώσεις των Γονιών μας» του Λούκας Μπάιρφους ανέβηκε το 2005 σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου με πρωταγωνίστρια την πολύ νεαρή, τότε, Κόρα Καρβούνη. Τότε, η παράσταση προκάλεσε πολλά σχόλια και αντιδράσεις στην ελληνική κοινωνία, καθώς η λέξη «συμπερίληψη» δεν υπήρχε στο λεξιλόγιο.

Πόσο αλήθεια έχουμε αλλάξει από τότε; Αυτό θα προσπαθήσει να μας το δείξει, με τον δικό του, πάντα ευφυή και μοναδικό τρόπο, ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης που σε ρόλο μαέστρου καθοδηγεί την πρωταγωνίστρια Χριστίνα Χειλά Φαμέλη, ως Ντόρα και τους υπέροχους ηθοποιούς που την πλαισιώνουν. Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια η έννοια του σεξ βρίσκεται μπροστά σε διάφορα πλάνα του Κωνσταντίνου. Τυχαίο; Μπορεί.

Τον συναντήσαμε μαζί με τη Χριστίνα Χειλά Φαμέλη και την Αλεξάνδρα Αϊδίνη που υποδύεται τη μητέρα της. Κρατάμε τον όρο “collective intelligence” που εισήγαγε ο ίδιος στην κουβέντα θέλοντας να χαρακτηρίσει σε υπέρτατο θετικό βαθμό την ομάδα με την οποία συνεργάζεται σε αυτό το δύσκολο έργο – και πολλές σκηνές και πολλές λεπτές ισορροπίες. Την ευφυία αυτή σαν να τη νιώσαμε κι εμείς κάπως.

Η συζήτησή μας ξεκινά από τον Κωνσταντίνο που εξομολογείται πως δεν είχε δει την παράσταση του 2005 που είχε σκηνοθετήσει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος. “Είχα ακούσει πολλά για αυτήν ωστόσο. Όταν διάβασα το έργο, δεν μπορώ να πω πως συνδέθηκα αμέσως. Ανήκει σε αυτό που οι Άγγλοι αποκαλούν “continental” γραφή, μια βορειοευρωπαϊκή δραματουργία, λιτή, στεγνή και βαθιά υπαινικτική. Ο συγγραφέας είναι Ελβετός και το έργο γερμανόφωνο. Εκεί κρύβεται και μια παγίδα: ένα λιτό κείμενο να μεταφερθεί στη σκηνή με την ίδια στεγνότητα, καταλήγοντας σε κάτι κατασκευασμένο.

Το έργο είχε επίσης μια σειρά από τεχνικά, δραματουργικά ζητήματα προς επίλυση. Για παράδειγμα, έχει 35 σκηνές που είναι πάρα πολλές. Ένα μέσο έργο με πολλές σκηνές μπορεί να έχει οκτώ ή δέκα. Έπρεπε έτσι να βρούμε έναν μηχανισμό ώστε όλο αυτό να παραμένει πραγματικά ενδιαφέρον”.

Και συνεχίζει μιλώντας με τρόπο χειμαρρώδη: “Η βασική δυσκολία ήταν πως στο κέντρο του έργου υπάρχει ένα πρόσωπο με αναπηρία, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται με ακρίβεια η φύση της. Είναι, ουσιαστικά, ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο διαφορετικά. Αυτό με έβαλε σε έναν μεγάλο προβληματισμό και με όλα όσα συζητάμε σήμερα για τη συμπερίληψη, αναρωτήθηκα αν θα έπρεπε τον ρόλο να υποδυθεί πράγματι ένα άτομο με αναπηρία.

Για μια σειρά από λόγους, τελικά θεώρησα ότι ήταν σωστότερο να μην το κάνουμε.

Πρώτα απ’ όλα, το θέμα του έργου δεν είναι η αναπηρία. Είναι η διαφορετικότητα. Είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο η Ντόρα βλέπει τον κόσμο, ανακαλύπτει τον εαυτό της, διεκδικεί τη θέση της μέσα σε αυτόν. Και, κυρίως, είναι όσα προκαλεί στους ανθρώπους γύρω της.

Υπήρχε και ένας δεύτερος προβληματισμός. Το έργο έχει πολύ έντονο το στοιχείο της σεξουαλικότητας. Αναρωτήθηκα αν η συμμετοχή ενός πραγματικού προσώπου με αναπηρία σε μια τόσο απροκάλυπτα σεξουαλική σκηνική συνθήκη θα λειτουργούσε τελικά σωστά, τόσο για τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και για την παράσταση.

Ο τρίτος λόγος αφορά κάτι που πιστεύω βαθιά για το θέατρο. Μία από τις μεγαλύτερες χαρές του είναι να βλέπεις έναν ηθοποιό να μεταμορφώνεται. Δεν αναζητούμε έναν πραγματικό Δανό πρίγκιπα για να παίξει τον Άμλετ. Με την ίδια λογική, δεν θεωρώ αυτονόητο ότι ένας ρόλος με αναπηρία πρέπει να ερμηνεύεται αποκλειστικά από έναν ηθοποιό με αναπηρία.

Φυσικά, η συμπερίληψη έχει τεράστια σημασία και πρέπει να δημιουργούμε πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής. Ωστόσο, μέρος της μαγείας του θεάτρου είναι ακριβώς αυτή η στιγμή που κοιτάζεις έναν ηθοποιό και αναρωτιέσαι: «Πώς το έκανε αυτό;».

Επειδή, λοιπόν, το έργο δεν με είχε κατακτήσει από την πρώτη ανάγνωση, χρειάστηκε να περάσω πολύ χρόνο μαζί του. Σταδιακά, αρχικά μόνος μου και στη συνέχεια μαζί με τον Κωνσταντίνο Σκουρλέτη, αρχίσαμε να χτίζουμε έναν κόσμο. Να αναρωτιόμαστε ποιο θα είναι το σύμπαν αυτών των ανθρώπων, ποιοι κανόνες το διέπουν, πώς αναπνέουν και κινούνται μέσα του. Έτσι διαμορφώθηκε ένα πρώτο πλαίσιο, με το οποίο μπήκα στις πρόβες.

Και τότε συνέβη κάτι πραγματικά σπάνιο.
Βρέθηκα εξαιρετικά προετοιμασμένος απέναντι σε ανθρώπους αδιανόητα ταλαντούχους και ευφυείς. Τους έδωσα μια βάση και από εκεί και πέρα άρχισε να γεννιέται κάτι που αναζητώ συχνά στο θέατρο, αλλά δεν έχω συναντήσει πολλές φορές: αυτό που ονομάζουμε «collective intelligence», συλλογική ευφυΐα.

Είναι εκείνη η σπάνια στιγμή όπου μια ομάδα αρχίζει να σκέφτεται σχεδόν σαν ένας οργανισμός. Όπου η ευφυΐα και το ταλέντο του καθενός δεν λειτουργούν μεμονωμένα, αλλά συναντιούνται και πολλαπλασιάζονται υπηρετώντας έναν κοινό σκοπό. Εκεί όπου η πρόβα παύει να είναι απλώς η εκτέλεση μιας σκηνοθετικής ιδέας και γίνεται μια πραγματικά ζωντανή δημιουργική διαδικασία.

Τώρα πια έχω αγαπήσει βαθιά αυτό το έργο. Γιατί απέκτησε ζωή. Οι χαρακτήρες έπαψαν να είναι πρόσωπα πάνω στο χαρτί. Απέκτησαν σάρκα, αντιφάσεις, μυστικά, προσωπικές ιστορίες. Τους καταλαβαίνω πια, αισθάνομαι τον κόσμο τους. Και νομίζω πως αυτός ο κόσμος που δημιουργούμε έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον”.

Θα μας σκιαγραφήσεις την Ντόρα;

Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης αναφέρει πως “η Ντόρα είναι ένας πολύ σκληρός ρόλος, αλλά έχει και χιούμορ. Κατά κάποιον τρόπο, συναντιέται με την Μπέλα Μπάξτερ στο Poor Things, με αυτή την πρωτογενή, σχεδόν αφοπλιστική στάση απέναντι στη ζωή. Σε αυτή την ανεμπόδιστη ματιά υπάρχει κάτι εξαιρετικά απελευθερωτικό, αλλά και κάτι που μπορεί να γίνει βαθιά ανατρεπτικό για τους άλλους.

Οι άνθρωποι που περιβάλλουν τη Ντόρα, και ιδιαίτερα η μητέρα της, αποφασίζουν να διακόψουν τη φαρμακευτική της αγωγή, ελπίζοντας ότι έτσι θα μπορέσει να “ανθίσει” και να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία. Κι όμως, κάτω από αυτές τις καλές προθέσεις κρύβονται κεφαλαιώδη λάθη αμέλειας. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται, νομίζω, ο πυρήνας του έργου: στην τρομερά δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και την προστασία.

Πόση ελευθερία μπορείς να προσφέρεις σε έναν άνθρωπο χωρίς να στερήσεις ένα ουσιαστικό κομμάτι της προστασίας του; Και πότε η επιθυμία σου να τον αφήσεις ελεύθερο αρχίζει να συγκρούεται με την ευθύνη που έχεις απέναντί του;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που με ενδιαφέρουν. Γιατί το έργο δεν μας προσφέρει εύκολες απαντήσεις. Μας αναγκάζει να κοιτάξουμε τις αντιφάσεις μας και να αναρωτηθούμε πόσο πραγματικά αντέχουμε την ελευθερία του άλλου, όταν αυτή παύει να συμβαδίζει με τις δικές μας βεβαιότητες.
Το δίπολο, ελευθερία και προστασία, δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους με αναπηρία. Και οι γονείς αναρωτιόμαστε «Πόση ελευθερία μπορώ να δώσω στο παιδί, χωρίς να πάψω να το προστατεύω;»

Η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη σχολιάζει πως “Έχει πολύ ενδιαφέρον η ερώτηση, γιατί περιέχει μια λέξη που είναι καθοριστική: το «παιδί». Η Ντόρα, όμως, δεν είναι παιδί. Και από αυτή τη διαπίστωση ξεκινούν μια σειρά από πολύ ουσιαστικά ζητήματα, κυρίως σε σχέση με τη σεξουαλικότητα και την αυτονομία της.

Με απασχόλησε πάρα πολύ ο τρόπος με τον οποίο θα την προσεγγίζαμε. Στην αρχή, ακόμη κι εμείς ήμασταν κάπως εγκλωβισμένοι στην αντίληψη ότι «είναι σαν παιδί». Όμως η Ντόρα είναι μια ενήλικη γυναίκα, περίπου είκοσι ετών, που μάλιστα εργάζεται σε ένα μανάβικο. Έχει τη δική της ζωή, τις δικές της ανάγκες και επιθυμίες. Και νομίζω πως έχει μεγάλη σημασία να μην ξεχνάμε αυτή τη διάσταση του χαρακτήρα της”.

Πώς εξηγείτε τον τίτλο “Οι σεξουαλικές Νευρώσεις των Γονιών μας”;

“Έχει να κάνει με τον τρόπο που πάνω στη Ντόρα καθρεφτίζονται τα ζητήματα των υπόλοιπων χαρακτήρων” λέει ο Κωνσταντίνος και η Χριστίνα συμπληρώνει “Και, κατά κάποιον τρόπο, της κοινωνίας ολόκληρης”.

Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη προσθέτει μια ακόμη ενδιαφέρουσα διάσταση: «Νομίζω πως έχει μεγάλη σημασία το γεγονός ότι η Ντόρα, ως άνθρωπος με νοητική αναπηρία, λειτουργεί σαν ένας άγραφος καμβάς. Έχει μια αθωότητα, μια ειλικρινή αφέλεια, μια σχεδόν πρωτογενή σχέση με τον κόσμο. Ό,τι εναποθέτουν πάνω της οι γονείς της καταγράφεται. Και όταν λέω «γονείς», δεν εννοώ μόνο τους βιολογικούς, αλλά και τους θεσμούς, την κοινωνία, ολόκληρο το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει και διαμορφώνεται.

Σταδιακά, σαν να ανοίγουμε μια μπάμπουσκα, αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε και τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Να βλέπουμε τι κουβαλά ο καθένας, πώς αντιδρά, ποιες πληγές και ποιες αντιφάσεις κρύβει μέσα του. Η Ντόρα λειτουργεί σαν ένας εξαιρετικά διαυγής καθρέφτης. Μέσα από τη συνάντησή τους μαζί της, έρχονται αντιμέτωποι με τις δικές τους νευρώσεις, οι οποίες με τη σειρά τους έχουν τις ρίζες τους στις σχέσεις με τους δικούς τους γονείς.

Ακόμη και στους ίδιους τους γονείς της Ντόρας μπορεί κανείς να διακρίνει τα ίχνη της δικής τους ανατροφής. Ο τρόπος με τον οποίο σχετίζονται με την κόρη τους είναι αποτέλεσμα μιας αλυσίδας σχέσεων που πηγαίνει πολύ πίσω.

Η `Χριστίνα Χειλά Φαμέλλη
Η `Χριστίνα Χειλά Φαμέλλη

Η μητέρα της, για παράδειγμα, μου δίνει την αίσθηση ενός ανθρώπου που έχει ταυτίσει σε μεγάλο βαθμό την ύπαρξή του με τη φροντίδα του παιδιού του. Είναι κάτι που μπορεί να συμβεί όταν η μέριμνα και η καθημερινή ενασχόληση γίνονται τόσο έντονες, ώστε τα όρια ανάμεσα στην ταυτότητα του γονιού και στις ανάγκες του παιδιού αρχίζουν να θολώνουν.

Και αυτό είναι ένα από τα πιο σύνθετα και συγκινητικά παράδοξα της γονεϊκής αγάπης: κάτι που ξεκινά από την πιο βαθιά ανάγκη για φροντίδα μπορεί, χωρίς κανείς να το αντιληφθεί, να γίνει και καταστροφικό.
Η μητέρα της Ντόρας αποφασίζει να διακόψει τη φαρμακευτική της αγωγή χωρίς να έχει υπολογίσει τις συνέπειες. Και τότε βρίσκεται αντιμέτωπη με φοβερές εκπλήξεις.

Αυτό είναι κάτι που με συγκινεί ιδιαίτερα στο έργο. Η αγάπη των γονιών μας, ακόμη και ο υπερβάλλων ζήλος τους, μπορεί να μας δημιουργήσει βαθιά προβλήματα. Δεν χρειάζεται πάντοτε να υπάρχει αυταρχισμός, σκληρότητα ή κακοποιητική συμπεριφορά. Μερικές φορές ακόμη και η πιο ειλικρινής αγάπη μπορεί να γίνει ασφυκτική.

Τελικά, κανείς μας δεν ξεκινά από το μηδέν. Είμαστε όλοι, σε έναν βαθμό, το αποτέλεσμα σχέσεων που προϋπήρχαν από εμάς. Κουβαλάμε μέσα μας φόβους, προσδοκίες, επιθυμίες και αντιφάσεις που μας κληροδοτήθηκαν, συχνά χωρίς να το γνωρίζουμε.

Στη Ντόρα αυτό γίνεται εξαιρετικά ορατό. Εκείνη απορροφά όλο αυτό το υλικό, όσα της μεταφέρουν οι άλλοι, όσα προβάλλουν πάνω της, αλλά ταυτόχρονα τους τα επιστρέφει σαν αντανάκλαση.

Πώς όμως αισθάνεται η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη που υποδύεται την Ντόρα;

“Ως Χριστίνα βιώνω μια δημιουργική απελπισία, γιατί καλούμαι να προσεγγίσω έναν κόσμο ανοίκειο, σχεδόν άγνωστο. Όσο κι αν μελετήσεις, όσο κι αν αναζητήσεις τρόπους να τον κατανοήσεις, η αλήθεια είναι πως δεν μπορούμε να μπούμε πραγματικά στον ψυχισμό αυτών των ανθρώπων. Δεν γνωρίζουμε πώς αντιλαμβάνονται την ύπαρξή τους, τη ζωή, το σώμα τους, τους άλλους, τον κόσμο γύρω τους.

Αυτό από μόνο του είναι μια τεράστια δυσκολία, αλλά ταυτόχρονα και μια σπουδαία πρόκληση για έναν ηθοποιό. Έτσι, βρίσκομαι μέσα σε μια διαδικασία πρωτόγνωρη, βαθιά δημιουργική και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, που δεν μου επιτρέπει ούτε στιγμή να επαναπαυτώ.

Νιώθω σαν να ανακαλύπτω συνεχώς κάτι καινούργιο. Παρατηρώ περισσότερο τον κόσμο γύρω μου. Τις αντιδράσεις μας, τις συμπεριφορές μας, όλα όσα θεωρούμε αυτονόητα εμείς οι, εντός εισαγωγικών, «φυσιολογικοί» άνθρωποι.

Γιατί, τελικά, τι είναι φυσιολογικό και τι όχι; Ποιος ορίζει αυτή τη διαχωριστική γραμμή;
Οι άνθρωποι αυτοί πάντοτε με συγκινούσαν, υπάρχει κάτι βαθιά αφοπλιστικό σε αυτή η απουσία υστεροβουλίας και στο γεγονός ότι δεν προσεγγίζουν τα πράγματα μέσα από τις ίδιες ηθικές διακρίσεις και τα φίλτρα που έχουμε μάθει.

Το σεξ, πού χωράει μέσα σε όλα αυτά;

«Στο ότι είναι φανταστικό!», απαντά αυθόρμητα ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. «Όταν η Ντόρα ανακαλύπτει το σεξ και συνειδητοποιεί πόσο της αρέσει, θέλει να το κάνει συνέχεια».

Η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη παίρνει τον λόγο και συμπληρώνει: «Η Ντόρα ανακαλύπτει την ηδονή και τη βιώνει με έναν τρόπο εντελώς αφοπλιστικό. Σκέφτεται πως, αφού είναι κάτι τόσο όμορφο, γιατί να μην το μοιραστεί με όλο τον κόσμο; Υπάρχει κάτι πολύ καθαρό, σχεδόν πρωτογενές, σε αυτή την επιθυμία. Δεν καταλαβαίνει, για παράδειγμα, γιατί δεν μπορεί να πάει με τον μπαμπά της. Εκεί, βέβαια, μπαίνουμε και σε φροϋδικά μονοπάτια. Ή γιατί όχι με μια καρέκλα, με το κουκλάκι της; Γιατί να μην το κάνει όλη μέρα;

Για εκείνη, η ηδονή δεν έχει ακόμη περάσει μέσα από τα φίλτρα, τις απαγορεύσεις και τις κοινωνικές συμβάσεις που οι υπόλοιποι έχουμε μάθει να θεωρούμε αυτονόητες. Είναι μια ανακάλυψη που τη γεμίζει χαρά και περιέργεια, χωρίς να μπορεί πάντα να αντιληφθεί τα όρια που τη συνοδεύουν».

Και ο Κωνσταντίνος αποσαφηνίζει ακόμη περισσότερο: «Η Ντόρα είναι σαν πρωτόπλαστη. Είναι στον Παράδεισο, πριν από την Πτώση του ανθρώπου. Και γι’ αυτό επιμένω ότι το κυρίαρχο θέμα του έργου δεν είναι η αναπηρία, είναι ένα πρόσωπο που βλέπει τον κόσμο διαφορετικά.

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τη Ντόρα σαν ένα πείραμα. Σαν να αναρωτιέται: “Τι θα συμβεί αν μέσα σε ένα κοινωνικό σύστημα, όπου όλοι έχουμε μάθει να λειτουργούμε με συγκεκριμένους κανόνες και συμβάσεις, βάλουμε έναν άνθρωπο που βλέπει τα πράγματα διαφορετικά;”.

Η Ντόρα λειτουργεί, λοιπόν, σαν καταλύτης. Η παρουσία της αρκεί για να ανατρέψει τις ισορροπίες, να φέρει στην επιφάνεια τις αντιφάσεις των ανθρώπων γύρω της και να ανακατέψει ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό».

Αλλά οι νόμοι και οι κανόνες δεν υπάρχουν για να μας προστατεύουν; Ακόμη κι όταν συγκρούονται με την ανθρώπινη φύση, μπορούμε πραγματικά να ζήσουμε χωρίς αυτούς;

«Ναι, αλλά ένας ενήλικος άνθρωπος μπορεί να κατανοήσει την αξία τους. Να αντιληφθεί, για παράδειγμα, ότι το “μη σκοτώνεις” δεν περιορίζει απλώς την ελευθερία του, αλλά τον προστατεύει από το να τον σκοτώσουν οι άλλοι», σχολιάζει ο Κωνσταντίνος.

Και ποιος αποφασίζει τελικά τι είναι φυσικό και τι επιτρεπτό; Ακόμη και για τη μονογαμία ή την πολυγαμία εξακολουθούμε να αμφισβητούμε τους κανόνες…

«Ακριβώς. Κι εκεί βρίσκεται η γοητεία του έργου. Η Ντόρα είναι ταυτόχρονα δέκτης και καταλύτης. Απορροφά τους κανόνες μιας κοινωνίας, αλλά με την ίδια της την ύπαρξη ανατρέπει όσα εκείνη θεωρεί αυτονόητα και μάλιστα εκθέτει τους άλλους» συνεχίζει.

“Και το φοβερό είναι ότι τους εκθέτει χωρίς καμία απολύτως πρόθεση να το κάνει” σχολιάζει η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη.
Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη παίρνει τη σκυτάλη και προσθέτει μια ακόμη διάσταση: «Όλοι γύρω από τη Ντόρα ξεκινούν με τις καλύτερες προθέσεις, υπερασπιζόμενοι την ελευθερία και την αποδοχή. Όσο όμως ξεδιπλώνονται οι χαρακτήρες, μπροστά σε αυτή τη φυσική δύναμη που λέγεται Ντόρα, αποκαλύπτονται ως βαθιά καταπιεσμένοι άνθρωποι.

Είναι σαν η Ντόρα να φωτίζει όλα όσα θα ήθελαν να κάνουν, αλλά δεν τολμούν. Ή όσα κάνουν κρυφά, μακριά από τα βλέμματα των άλλων. Άνθρωποι που δυσκολεύονται να εκφράσουν ακόμη και τα ίδια τους τα συναισθήματα.

Κατά κάποιον τρόπο, ο καθένας τους κουβαλά τη δική του “αναπηρία” στην έκφραση. Καταπιεσμένα συναισθήματα, ανεκπλήρωτες φαντασιώσεις, σκοτεινές επιθυμίες. Όλα εκείνα που, ως ενήλικοι, υποτίθεται πως έχουμε λύσει μέσα μας. Κι όμως, παραμένουν εκεί, άλυτα. Ίσως τελικά η Ντόρα να είναι πιο ελεύθερη από όλους τους υπόλοιπους».

Αρα μιλάμε και για καταπιεσμένη λίμπιντο;

“Σαφώς, αλλά καταλαβαίνουμε και κάτι ακόμη”, αναφέρει ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. “Για να μπορέσεις να ζήσεις με τους άλλους, πρέπει να υπάρχει ένας εσωτερικός καταναγκασμός. Δεν κάνουμε ό,τι μας κατέβει. Μπορεί να ονειρευόμαστε το οτιδήποτε όταν είμαστε μόνοι μας, αλλά το γεγονός ότι δεν τα πραγματοποιούμε αυτά μέσα στην καθημερινότητα δεν είναι απαραίτητα αρνητικό.”

”Ενδεχομένως και για να μη βλάψουμε τους άλλους” τονίζει η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη.

Και ο Κωνσταντίνος συνεχίζει: “Ο κοινωνικός καταναγκασμός είναι αυτός που μας επιτρέπει να ζούμε μαζί. Δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Δύο σκυλιά, για παράδειγμα, μπορεί να ζευγαρώνουν μπροστά μας στο πάρκο και κανείς δεν θα παρεξηγηθεί. Δεν αντιλαμβάνονται τους ανθρώπινους κανόνες. Αν όμως ένας άνθρωπος λειτουργούσε με την ίδια απόλυτη ελευθερία, θα προκαλούσε σεισμό στα θεμέλια της κοινωνικής συμβίωσης.

Στην περίπτωση της Ντόρας, όμως, υπάρχει και κάτι πιο ουσιαστικό: κινδυνεύει να βλάψει τον ίδιο της τον εαυτό. Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα που παραμένουν άλυτα μέχρι το τέλος είναι αν μπορεί να της επιτραπεί να αποκτήσει παιδιά».

Νιώθετε κάποιο βάρος από τη μεγάλη επιτυχία που είχε η προηγούμενη παράσταση;

Η Χριστίνα Χειλά Φαμέλη αναφέρει πως «έχω δει κάποια βιντεοσκοπημένα αποσπάσματα, γιατί θέλοντας και μη επηρεάζεσαι.
Δεν αισθάνομαι βάρος, μόνο χαρά. Είναι πολύ όμορφο να πιάνουμε ξανά στα χέρια μας, με έναν διαφορετικό τρόπο, ένα έργο που είχε γνωρίσει τόσο μεγάλη επιτυχία. Άλλωστε, έχουν περάσει πολλά χρόνια και ως κοινωνία έχουμε μετακινηθεί. Μπορεί κάποια ζητήματα να παραμένουν άλυτα, ίσως μάλιστα ορισμένα να έχουν γίνει ακόμη πιο σκοτεινά, αλλά σε άλλους τομείς έχουμε κάνει σημαντικά βήματα».

Η Αλεξάνδρα Αϊδίνη συνεχίζει: «Τουλάχιστον σήμερα αυτά τα ζητήματα βρίσκονται ζωντανά στον δημόσιο διάλογο. Συζητιούνται ανοιχτά, δεν μένουν πια κρυμμένα πίσω από κλειστές πόρτες».

Και ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης καταλήγει: «Εμένα, αντίθετα, μου δημιούργησε ένα βάρος. Παρόλο που δεν είχα δει την παράσταση τότε, την παρακολούθησα αργότερα βιντεοσκοπημένη. Όταν, ως σκηνοθέτης, καταπιάνεσαι με ένα έργο που έχει συνδεθεί με μια εμβληματική παράσταση, οφείλεις να βρεις έναν ουσιαστικό λόγο για να το ανεβάσεις ξανά σήμερα».

 

Info:

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Κείμενο: Λούκας Μπαίρφους
Μετάφραση: Κοραλία Σωτηριάδου
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης
Σκηνογράφος: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Ενδυματολόγος: Μαγδαληνή Αυγερινού
Μουσική: Ιόλη Σιφονιού
Κίνηση: Άννα Μάγκου
Σχεδιασμός φωτισμών: Αποστόλης Κουτσιανικούλης
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Trailer: Θωμάς Παλυβός
Βοηθός σκηνοθέτη: Πάνος Αποστολόπουλος
Βοηθός ενδυματολόγου: Αγγελική Πολίτη
Παίζουν: Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Μιχάλης Πανάδης, Κώστας Ανταλόπουλος, Αλέξανδρος Ζουριδάκης, Γιάννα Σταυράκη, Γιώργος Στάμος

Διάρκεια: 100’

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ – ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ

Θέατρο του Νέου Κόσμου – Κεντρική Σκηνή
Από 16 Οκτωβρίου
Κάθε Τετάρτη και Σάββατο στις 18:15, Παρασκευή στις 21:00 και Κυριακή στις 21:15.
Εισιτήρια: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/oi-seksoualikes-neuroseis-ton-gonion-mas/

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα