Οι εκλογές που θα μπορούσαν να αλλάξουν την Ευρώπη
Διαβάζεται σε 17'
Σε διάστημα 12 μηνών, τέσσερα από τα πέντε μεγαλύτερα κράτη – μέλη της ΕΕ θα προσέλθουν στις κάλπες. Το μπλοκ μπορεί να μην είναι ποτέ το ίδιο μετά από αυτό.
- 14 Οκτωβρίου 2026 06:09
Προκηρύσσοντας πρόωρες βουλευτικές εκλογές στην Ισπανία την περασμένη εβδομάδα, ο πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ δήλωσε ότι οι Ισπανοί θα πρέπει σύντομα να αποφασίσουν αν θα εμείνουν στην αριστερή κυβέρνησή του ή αν θα “συνταχθούν με το ακροδεξιό κύμα”.
Η ψηφοφορία της 29ης Νοεμβρίου σηματοδοτεί ένα πιθανό σημείο καμπής στην ισπανική πολιτική μετά από οκτώ χρόνια σοσιαλιστικής διακυβέρνησης, με τις δημοσκοπήσεις να υποδεικνύουν σαφές προβάδισμα για το συντηρητικό Λαϊκό Κόμμα (PP) και τον πιθανό εταίρο του, το εθνικιστικό – λαϊκιστικό Vox.
Σηματοδοτεί επίσης την αρχή ενός έντονου εκλογικού “υπερκύκλου”, όμοιο του οποίου η Ευρώπη δεν έχει δει εδώ και μια γενιά. Μέσα σε 12 μήνες, τέσσερα από τα πέντε μεγαλύτερα κράτη – μέλη της ΕΕ σε πληθυσμό, θα προσέλθουν στις κάλπες, όπως και τέσσερα μικρότερα.
Αυτή η πιεστική εκλογική περίοδος θα επηρεάσει την ΕΕ, αποσπώντας την προσοχή των εθνικών κυβερνήσεων και κάνοντας τους ηγέτες λιγότερο πρόθυμους να συμβιβαστούν σε ακανθώδη ζητήματα, όπως ο προϋπολογισμός της ΕΕ, από φόβο μήπως κατηγορηθούν κατά την προεκλογική εκστρατεία ότι προδίδουν το εθνικό συμφέρον.
Όμως ο υπερκύκλος αυτός είναι ασυνήθιστος όχι μόνο λόγω του χρονικού πλαισίου.
“Είναι αρκετά εξαιρετικό το γεγονός ότι αυτές οι εκλογές διεξάγονται ταυτόχρονα, αλλά και επειδή παρατηρούνται σε αυτές πολύ παρόμοιες δυναμικές”, λέει ο Mark Leonard, διευθυντής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων (ECFR).
Οι κοινές τάσεις είναι εντυπωσιακές. Υπάρχει μια ευρεία εκλογική μετατόπιση προς τα δεξιά και μια αυξανόμενη ετοιμότητα μεταξύ των κεντροδεξιών κομμάτων να μοιραστούν την εξουσία με ακροδεξιούς υποψηφίους, σηματοδοτώντας το τέλος των λεγόμενων πολιτικών “τείχους προστασίας” (firewall) περί μη συνεργασίας. Η ίδια η ακροδεξιά έχει ριζοσπαστικοποιηθεί με την εμφάνιση νέων αναδυόμενων κομμάτων, όπως το “Εθνικό Μέλλον” (National Future) στην Ιταλία και η “Συνομοσπονδία του Πολωνικού Στέμματος” (KKP). Ταυτόχρονα, πιο εδραιωμένα κόμματα, όπως η “Εναλλακτική για τη Γερμανία” (AfD), γίνονται πιο ακραία ή αρνούνται να μαλακώσουν τις θέσεις τους όσο πλησιάζουν στην εξουσία.
Η Nathalie Tocci, καθηγήτρια στο ευρωπαϊκό παράρτημα της Σχολής Ανώτερων Διεθνών Σπουδών του Πανεπιστημίου Johns Hopkins στη Μπολόνια, αναφέρει ότι εάν η εθνικιστική δεξιά κατείχε την εξουσία ταυτόχρονα στην Ισπανία, τη Γαλλία, την Πολωνία και την Ιταλία, “δεν θεωρώ υπερβολή να πούμε ότι θα είναι το τέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως τη γνωρίζουμε”.
Η Ισπανία θα ξεκινήσει τη διαδικασία (οι Βούλγαροι ψηφίζουν για πρόεδρο στις 25 Οκτωβρίου, αλλά ο ρόλος του έχει περιορισμένες εξουσίες) και η Ιταλία θεωρητικά θα μπορούσε να την κλείσει με εκλογές που προγραμματίζονται έως τον Δεκέμβριο του επόμενου έτους, αν και είναι πιθανό να διεξαχθούν νωρίτερα.
Στο ενδιάμεσο, υπάρχουν προεδρικές και βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία – ενδεχομένως οι πιο βαρυσήμαντες από όλες – και νομοθετικές εκλογές στην Πολωνία. Η Εσθονία, η Φινλανδία, η Ελλάδα και η Σλοβακία θα διεξαγάγουν βουλευτικές εκλογές μέσα στο επόμενο έτος.
Θα μπορούσε κανείς να συμπεριλάβει ακόμη και τη Γερμανία σε αυτόν τον κύκλο. Δεν υπάρχουν εθνικές εκλογές στη χώρα φέτος. Όμως, τρεις περιφερειακές αναμετρήσεις τον Απρίλιο θα μπορούσαν να σημάνουν το τέλος για τον Καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος φαίνεται να βρίσκεται υπό προθεσμία, αφού η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) υπέστη συντριπτικό πλήγμα στις περιφερειακές εκλογές στην ανατολική Γερμανία τον περασμένο μήνα.
Στην Ισπανία, το PP δεν έχει αποκλείσει τη συνεργασία με το Vox, συμπεριλαμβανομένης μιας κυβέρνησης συνασπισμού, ενώ ήδη συγκυβερνά μαζί του σε αρκετές περιφερειακές διοικήσεις.
Στη Γαλλία, η Μαρίν Λεπέν, ηγέτης του ακροδεξιού “Εθνικού Συναγερμού” (Rassemblement National), είναι το ακλόνητο φαβορί για τις προεδρικές εκλογές, ενώ οι συστημικοί αντίπαλοί της είναι διασπασμένοι και αδυνατούν να βρουν απήχηση στους ψηφοφόρους.
Η Τζόρτζια Μελόνι, μια εθνικίστρια λαϊκίστρια που έχει κυβερνήσει την Ιταλία σε μεγάλο βαθμό ως παραδοσιακή συντηρητική, βρίσκεται σε καλή θέση για να κερδίσει μια δεύτερη θητεία, αλλά ενδέχεται να αναγκαστεί να εντάξει στον συνασπισμό της το “Εθνικό Μέλλον”, υπό την ηγεσία του φιλορώσου πρώην στρατηγού, Ρομπέρτο Βανάτσι.
Στην Πολωνία, το εθνικιστικό κόμμα “Νόμος και Δικαιοσύνη” (PiS), που κυβέρνησε τη χώρα από το 2015 έως το 2023, διασπάστηκε στα δύο αυτό το καλοκαίρι και χάνει συνεχώς δυνάμεις προς όφελος δύο πιο ριζοσπαστικών δεξιών κομμάτων, της Konfederacja (Συνομοσπονδία Ελευθερίας και Ανεξαρτησίας) και της ξενοφοβικής και αντισημιτικής “Συνομοσπονδίας του Πολωνικού Στέμματος” (KKP) υπό τον Γκρέγκορζ Μπράουν. Παρόλα αυτά, τα τέσσερα δεξιά κόμματα συγκεντρώνουν συνολικό ποσοστό 47% σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, και θα μπορούσαν τελικά να επικρατήσουν.
Η ΕΕ έχει αντιμετωπίσει ξανά εθνικιστές λαϊκιστές στα ανώτατα κλιμάκια λήψης αποφάσεων, όπως όταν ο τότε πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Βίκτορ Όρμπαν αψήφησε την ΕΕ σε διάφορα μέτωπα και προσπάθησε να την κρατήσει όμηρο σχετικά με τη βοήθεια προς την Ουκρανία. Όμως το αποτέλεσμα αυτού του εκλογικού υπερκύκλου θα μπορούσε να είναι σοβαρότερο.
“Η ακροδεξιά αποτελεί πρόβλημα για την Ευρώπη εδώ και πάνω από μία δεκαετία”, λέει ο Charles Grant, διευθυντής του Centre for European Reform. “Αλλά το πρόβλημα επιδεινώνεται. Θα είναι δυσκολότερο να βρεθεί ένας τρόπος παράκαμψης, όπως έκανε η ΕΕ με τον Βίκτορ Όρμπαν. Θα είναι ζήτημα πιο συστημικό και σοβαρό”.
“Πρώτα οι δικοί μας άνθρωποι”
Η τελευταία στιγμή μιας τόσο ευρείας πολιτικής σύγκλισης ήταν πριν από μία γενιά.
Τον Νοέμβριο του 1998, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ πραγματοποίησε την πρώτη του επίσκεψη στο εξωτερικό ως Καγκελάριος της Γερμανίας στο Λονδίνο, όπου συνδέθηκε με τον Τόνι Μπλερ πάνω σε ιδέες για μια εκδοχή του “Τρίτου Δρόμου” της σοσιαλδημοκρατίας, που συνδύαζε τον οικονομικό φιλελευθερισμό με την κοινωνική δικαιοσύνη.
Εκείνη την εποχή, η κεντροαριστερά βρισκόταν στην εξουσία στα 11 από τα 15 κράτη μέλη της ΕΕ και σε κυβερνητικό συνασπισμό σε άλλα δύο. Ορισμένοι πιο παραδοσιακοί σοσιαλιστές, όπως ο Λιονέλ Ζοσπέν στη Γαλλία, δυσφορούσαν με τον κεντρώο δρόμο των Μπλερ και Σρέντερ, αλλά οι αυτοαποκαλούμενοι εκσυγχρονιστές είχαν την πολιτική δυναμική και έναν ισχυρό ιδεολογικό σύμμαχο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, τον Πρόεδρο Μπιλ Κλίντον.
Ήταν επίσης μια εποχή αισιοδοξίας και προόδου στην Ευρώπη. Η οικονομία αναπτυσσόταν ισχυρά και η ΕΕ προχωρούσε με την επικείμενη εισαγωγή του κοινού νομίσματος.
Φτάνοντας τρεις δεκαετίες μετά, η φιλοευρωπαϊκή συστημική τάξη πραγμάτων βρίσκεται υπό πολιορκία. Η οικονομία είναι γενικά αδύναμη, το βιοτικό επίπεδο συμπιέζεται, τα δημόσια οικονομικά βιώνουν σοβαρή πίεση και τα προβλήματα δημόσιας πολιτικής φαντάζουν δυσεπίλυτα.
Οι επικείμενες εκλογές στην Ευρώπη
- 25 Οκτωβρίου, 1 Νοεμβρίου 2026 Βουλγαρία – Προεδρικές εκλογές
- 29 Νοεμβρίου 2026 Ισπανία – Βουλευτικές εκλογές
- 7 Μαρτίου 2027 Εσθονία – Βουλευτικές εκλογές
- Απρίλιος, Μάιος & Σεπτέμβριος 2027 Γερμανία – Περιφερειακές εκλογές
- 18 Απριλίου 2027 Φινλανδία – Βουλευτικές εκλογές
- 18 Απριλίου, 2 Μαΐου 2027 Γαλλία – Προεδρικές εκλογές
- 30 Μαΐου 2027 Γερμανία – Περιφερειακές εκλογές στη Βρέμη
- Καλοκαίρι 2027 Γαλλία – Βουλευτικές εκλογές
- Έως τις 25 Ιουλίου 2027 Ελλάδα – Βουλευτικές εκλογές
- 26 Σεπτεμβρίου 2027 Γερμανία – Περιφερειακές εκλογές στην Κάτω Σαξονία
- Φθινόπωρο 2027 Πολωνία – Βουλευτικές εκλογές
- Φθινόπωρο 2027 Σλοβακία – Βουλευτικές εκλογές
- Έως τον Δεκέμβριο 2027 Ιταλία – Βουλευτικές εκλογές
Τώρα, λέει ο Leonard του ECFR, είναι τα ευρωπαϊκά εθνικιστικά κόμματα που νιώθουν ότι έχουν το ρεύμα της ιστορίας με το μέρος τους και έναν άλλο Αμερικανό πρόεδρο ως εμπνευστή, τον Ντόναλντ Τραμπ.
Γιατί όμως τα πολιτικά ρεύματα στην Ευρώπη κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση;
Πολλές από τις δυνάμεις που διαμορφώνουν τις εκλογικές τάσεις στην Ευρώπη είναι οι ίδιες, αναφέρει η Catherine de Vries, καθηγήτρια πολιτικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο IE της Μαδρίτης και ειδική στη συγκριτική πολιτική.
Οι μακροπρόθεσμες δημογραφικές και κοινωνικές τάσεις έχουν διαβρώσει την κομματική αφοσίωση. Τα κομματικά συστήματα έχουν κατακερματιστεί. Η κοινή γνώμη είναι πολωμένη. Η Γαλλία, για παράδειγμα, θα μπορούσε να καταλήξει σε έναν δεύτερο γύρο προεδρικών εκλογών μεταξύ ενός ακροδεξιού και ενός ακροαριστερού υποψηφίου. Οι αντιλήψεις για την πολιτική έχουν γίνει πολύ πιο αρνητικές, εν μέρει λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της παρακμής των συστημικών πηγών ειδήσεων.
Ως αποτέλεσμα, η Ευρώπη βιώνει πλέον μια πρωτοφανή εκλογική μεταβλητότητα. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι δεν ψηφίζουν το ίδιο κόμμα σε διαδοχικές εκλογικές διαδικασίες. Οι ψηφοφόροι, ειδικά οι νεότεροι, ενεργούν όλο και περισσότερο ως απαιτητικοί καταναλωτές, σημειώνει η de Vries. Πρόκειται για μια αγορά ψήφων κομμένη και ραμμένη για πολιτικούς επιχειρηματίες με ελκυστικά, απλά μηνύματα.
“Η ριζοσπαστική δεξιά κατάφερε να συλλάβει, σε μια περίοδο τεράστιας πολιτικής αβεβαιότητας, μια πολύ καθαρή κατεύθυνση: θα βάλουμε “πρώτα τους δικούς μας ανθρώπους”, πάνω από τους μετανάστες, πάνω από τους υπερεθνικούς θεσμούς, πάνω από τις συνεισφορές στην Ουκρανία”, προσθέτει η ίδια.
Εντωμεταξύ, συμπληρώνει η de Vries, τα συστημικά κόμματα τιμωρούνται για την έλλειψη ιδεολογικής σαφήνειας ή λύσεων στα προβλήματα της δημόσιας πολιτικής.
Αφού το CDU του Μερτς υπέστη συντριβή στις περιφερειακές εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία τον περασμένο μήνα, ο ίδιος παραδέχτηκε ότι οι Χριστιανοδημοκράτες “δεν έχουν πλέον ικανοποιητικές απαντήσεις σε πάρα πολλά ερωτήματα”.
Υπάρχουν πολλές πολιτικές διαφορές μεταξύ των εθνικιστικών λαϊκιστικών και ακροδεξιών κομμάτων της Ευρώπης, ιδιαίτερα όσον αφορά τις σχέσεις με τη Ρωσία. Αυτά τα ρήγματα καθιστούν τη συνεργασία δύσκολη. Τα κόμματα της ριζοσπαστικής δεξιάς ανήκουν σε τρεις διαφορετικές ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, για παράδειγμα.
Ωστόσο, σημειώνει ο Leonard του ECFR, είναι εντυπωσιακά παρόμοια σε αρκετές πτυχές.
Μοιράζονται μια παρόμοια κριτική για τις αποτυχίες του φιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης και τη συνδυάζουν με την “επιχειρηματικότητα της κρίσης”, ανασχηματίζοντας τον εαυτό τους ανάλογα με την κρίση της στιγμής.
Η γερμανική AfD ξεκίνησε ως κίνημα που εναντιωνόταν στα πακέτα διάσωσης για την Ελλάδα και άλλα νότια μέλη της ΕΕ κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, μετατράπηκε σε αντιμεταναστευτικό κόμμα κατά τη διάρκεια της μεταναστευτικής κρίσης του 2015-16, προσκολλήθηκε στο κλίμα που διαμορφώθηκε κατά των εμβολιασμών κατά τη διάρκεια της πανδημίας και τώρα χρησιμοποιεί το σοκ των τιμών ενέργειας για να κάνει εκστρατεία κατά της πράσινης μετάβασης και υπέρ της επαναπροσέγγισης με τη Ρωσία.
Αυτά τα κόμματα στοχεύουν επίσης σε όσους δεν αισθάνονται τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης, ειδικά στους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης με χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης.
Επιπλέον, ο πυρήνας της πολιτικής τους πρότασης είναι η επαναβεβαίωση της εθνικής κουλτούρας και του ελέγχου, που μεταφράζεται σε μια πολιτική ευνοϊκής μεταχείρισης, για παράδειγμα, των Γάλλων πολιτών για την πρόνοια, τις θέσεις εργασίας ή τις δημόσιες συμβάσεις έναντι των αλλοδαπών υπηκόων, ακόμη και εκείνων με άδεια διαμονής.
Τέλος, είναι όλα κόμματα “ψηφιακά γηγενή” (digital-native), απόλυτα συντονισμένα με έναν αλγοριθμικό χώρο πληροφοριών όπου η προκλητικότητα εξασφαλίζει προβολές στη χώρα τους.
“Παρόλο που συχνά δεν αντέχουν ο ένας τον άλλον και υπάρχουν πραγματικά περίπλοκες δυναμικές μεταξύ τους, μαθαίνουν σε μεγάλο βαθμό ο ένας από τον άλλο και έχουν ένα πολύ παρόμοιο εγχειρίδιο στρατηγικής”, λέει ο Leonard. “Κοιτάζουν όλοι τι κάνει ο άλλος, τα θέματα, τους τρόπους με τους οποίους κάνουν προεκλογική εκστρατεία, τους τρόπους που χρησιμοποιούν τα νέα μέσα. Υπάρχει μια ευρέως κοινή γραμματική”
Προσπαθούν επίσης να αντλήσουν έμπνευση από την επιτυχία των άλλων.
Κάνοντας προεκλογική εκστρατεία σε επαναληπτικές εκλογές στη νότια Ιταλία τον περασμένο μήνα, ο Βανάτσι δήλωσε ότι η νίκη για το κόμμα του “Εθνικό Μέλλον” θα ήταν “η δική μας Σαξονία”, μια αναφορά στην εντυπωσιακή νίκη της AfD στις περιφερειακές εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ στις αρχές Σεπτεμβρίου. Το κόμμα του Βανάτσι δεν κατάφερε να κερδίσει την έδρα.
Τροχιά σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες
Η αυξανόμενη υποστήριξη προς την ακροδεξιά μετατοπίζει εδώ και αρκετά χρόνια τα κεντροδεξιά κόμματα και τις κυβερνήσεις προς τα δεξιά, ειδικά στο μεταναστευτικό και το άσυλο, όπου αμφισβητούν όλο και περισσότερο τις διεθνείς και ευρωπαϊκές νομικές υποχρεώσεις των χωρών τους.
Με παρόμοιο τρόπο έχουν επηρεαστεί και τα κεντροαριστερά κόμματα, ιδιαίτερα στη Δανία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, τα οποία έχουν αυστηροποιήσει δραστικά τις θέσεις τους για τη μετανάστευση ή/και τη ενσωμάτωση.
Αλλά τώρα είναι τα εθνικιστικά λαϊκιστικά κόμματα που παρασύρονται προς τα δεξιά από τους πιο ριζοσπάστες αμφισβητίες τους, όπως ο Βανάτσι, ο οποίος κατηγόρησε την πρωθυπουργό Μελόνι για προδοσία.
“Όταν η ριζοσπαστική δεξιά βρίσκεται ήδη στην κυβέρνηση, πώς καινοτομείς; Γίνεσαι πιο ακραίος;” αναφέρει η de Vries.
Σε μια προσπάθεια να ενισχύσει τη δεξιά της πτέρυγα απέναντι στον Βανάτσι, η Μελόνι έχει οξύνει τα δεξιά της διαπιστευτήρια, ανοίγοντας μέτωπο με τη σοσιαλιστική κυβέρνηση της Ισπανίας για την παράνομη μετανάστευση νωρίτερα αυτό το καλοκαίρι και απαγορεύοντας την μπούρκα και τη μαντίλα στα σχολεία.
Στις Βρυξέλλες και σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η Μελόνι θεωρείται ως μοντέλο για το πώς ένας εθνικιστής λαϊκιστής μετριάζει τις θέσεις του μόλις ανέλθει στην εξουσία. Ως πρωθυπουργός, η Μελόνι έχει σε μεγάλο βαθμό συμμορφωθεί με τη γραμμή των Βρυξελλών, τηρώντας τους δημοσιονομικούς κανόνες της ΕΕ, συνεργαζόμενη με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δουλεύοντας μαζί με τους άλλους ηγέτες της ΕΕ. Υπήρξε επίσης θερμή υποστηρίκτρια της Ουκρανίας.
“Μερικές φορές η πολιτική εξελίσσεται με εκπληκτικούς τρόπους”, λέει ο Radek Sikorski, υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας. “Εκτιμούμε την πρωθυπουργό Μελόνι, για παράδειγμα, και τη στάση της”.
Όμως το “μοντέλο” μετριοπάθειας της Μελόνι δεν είναι εγγυημένο ότι θα διαρκέσει, δεδομένου του ανταγωνισμού από τον Βανάτσι. Επιπλέον, το Ταμείο Ανάκαμψης από την πανδημία της ΕΕ, ύψους 200 δισ. ευρώ για την Ιταλία, το οποίο έδινε στις Βρυξέλλες σημαντικό μοχλό πίεσης πάνω στη Ρώμη, φτάνει στο τέλος του.
Άλλα ακροδεξιά κόμματα διαψεύδουν τις προσδοκίες ότι θα μετριάζουν αναπόφευκτα τις θέσεις τους καθώς πλησιάζουν στην εξουσία. Μάλιστα, θεωρούν τη Μελόνι “ξεπουλημένη”. Η AfD φαίνεται έτοιμη να αναλάβει την εξουσία στη Σαξονία-Άνχαλτ, αν και η περιφερειακή της οργάνωση εκεί έχει χαρακτηριστεί “δεξιός εξτρεμιστικός σχηματισμός” από την εγχώρια υπηρεσία πληροφοριών της Γερμανίας. Το Κόμμα Ελευθερίας της Αυστρίας έχει γίνει ακόμη πιο ριζοσπαστικό υπό τον ηγέτη Χέρμπερτ Κικλ και προηγείται σταθερά με 39% στις δημοσκοπήσεις.
Η Λεπέν στη Γαλλία έχει κάνει ορισμένα βήματα προς τη μετριοπάθεια. Για πάνω από μία δεκαετία προσπαθεί να “αποτοξινώσει” το κόμμα εξαλείφοντας έκδηλα ρατσιστικά στοιχεία. Πιο πρόσφατα, επιχείρησε να ενισχύσει την αξιοπιστία του RN στα δημόσια οικονομικά, δεσμευόμενη σε κανόνες ελλείμματος και χρέους παρόμοιους με αυτούς της ΕΕ, τους οποίους το κόμμα περιφρονούσε μέχρι τώρα.
Κατά τα άλλα, η Λεπέν παραμένει μια ηγέτιδα που επιζητά τη σύγκρουση με την ΕΕ. Εάν εκλεγεί πρόεδρος, έχει δεσμευτεί να περικόψει 11 δισ. ευρώ από τη συνεισφορά της Γαλλίας στον προϋπολογισμό της ΕΕ το επόμενο έτος, θέτοντάς την σε τροχιά σύγκρουσης με τις Βρυξέλλες και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Θα απέσυρε τη Γαλλία από την κοινή πολιτική ασύλου της ΕΕ και θα αποχωρούσε μονομερώς από πτυχές της ενιαίας αγοράς, δίνοντας παράλληλα προτεραιότητα στις γαλλικές εταιρείες ως προς τις δημόσιες συμβάσεις. Θα επιδίωκε επίσης να αλλάξει το γαλλικό σύνταγμα για να επιβεβαιώσει την υπεροχή του γαλλικού δικαίου έναντι του δικαίου της ΕΕ.
Το RN εγκατέλειψε πριν από αρκετά χρόνια την πολιτική της αποχώρησης από το κοινό νόμισμα και την ΕΕ, αλλά οι τρέχουσες πολιτικές του θα ισοδυναμούσαν με μια μερική έξοδο.
Ο Mujtaba Rahman, διευθύνων σύμβουλος για την Ευρώπη στην εταιρεία συμβούλων Eurasia Group, αναφέρει ότι είναι ακόμα δυνατό να δούμε ένα θετικό αποτέλεσμα για την ΕΕ σε αυτόν τον εκλογικό υπερκύκλο, όπου το κέντρο υπό τον πρωθυπουργό Ντόναλντ Τουσκ κρατά τις δυνάμεις του στην Πολωνία και μια επανεκλεγμένη Μελόνι εμμένει στην πραγματιστική της πορεία.
Μια κυβέρνηση PP/Vox θα μπορούσε ακόμη και να βοηθήσει τη συνοχή της ΕΕ κάνοντας την Ισπανία πιο πρόθυμη να ορθώσει ανάστημα απέναντι στις κινεζικές εμπορικές πρακτικές ή να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες, προσθέτει, σε ευθυγράμμιση με το ευρωπαϊκό κατεστημένο.
“Κατά τη γνώμη μου, όλα εξαρτώνται πραγματικά από το ζήτημα της Γαλλίας”, λέει ο Rahman.
Ακόμα κι αν δεν κατάφερνε να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Λεπέν θα είχε άμεση λαϊκή εντολή και μεγάλη εξουσία ως πρόεδρος, κάτι που λείπει, για παράδειγμα, από τη Μελόνι. Θα αποτελούσε μια ισχυρή φωνή στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο φέρνει κοντά τους 27 εθνικούς ηγέτες της ΕΕ και καθορίζει τη στρατηγική κατεύθυνση και την εξωτερική πολιτική του μπλοκ.
Η Ουκρανία θα μπορούσε να είναι ο μεγαλύτερος χαμένος. Η Λεπέν δηλώνει ότι θα σταματήσει τη διμερή βοήθεια προς το Κίεβο, εκτός από τη στρατιωτική εκπαίδευση, εμφανίζεται σκεπτικίστρια απέναντι στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και έχει τονίσει ότι δεν θα συμφωνούσε ποτέ στην ένταξη της Ουκρανίας στην ΕΕ, ή οποιουδήποτε άλλου νέου μέλους.
“Ανησυχώ περισσότερο για την Ουκρανία”, λέει ο Rahman, επικαλούμενος την αυξανόμενη απροθυμία σε όλο το μπλοκ να παράσχει περισσότερη χρηματοδότηση ή ταχεία προσχώρηση στο Κίεβο. “Εκεί φαίνεται απλώς να υπάρχει αυξανόμενη κόπωση – πολιτική κόπωση, κόπωση της κοινής γνώμης, αλλά και κόπωση ως προς την άσκηση πολιτικής”.
Εντός του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, μια Πρόεδρος Λεπέν θα μπορούσε να σχηματίσει μια ομάδα με άλλους ευρωσκεπτικιστές ηγέτες, όπως ο Τσέχος πρωθυπουργός Αντρέι Μπάμπις, ο Γιάνεζ Γιάνσα της Σλοβενίας ή ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ρούμεν Ράντεφ, οι οποίοι μέχρι στιγμής έχουν συνεργαστεί με τις Βρυξέλλες, αλλά εμφανίζονται στην καλύτερη περίπτωση χλιαροί ως προς την υποστήριξη της Ουκρανίας. Η Λεπέν και η Μελόνι θα μπορούσαν επίσης να ενώσουν τις δυνάμεις τους.
“Αν βρίσκονται όλοι στην εξουσία, τότε μπορούν να αντέξουν οικονομικά και πολιτικά να είναι πολύ πιο ριζοσπαστικοί από ό,τι αν βρισκόταν μόνο ένας από αυτούς στην εξουσία”, λέει η Tocci του SAIS Europe. “Υπάρχει ένα ποιοτικό στοιχείο σε αυτό, όχι μόνο ποσοτικό. Μόλις φτάσεις σε αυτή την κρίσιμη μάζα, μπορείς να αφήσεις εντελώς τις προσωπίδες. Δεν χρειάζεται να προσποιείσαι [ότι είσαι μετριοπαθής] πια”.
© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.