Advertisement

Αυξάνεται ο αριθμός των Ελλήνων που δεν έχουν επαρκές φαγητό

Διαβάζεται σε 6'
Στιγμιότυπο από την λαϊκή αγορά του Νέου Κόσμου
Στιγμιότυπο από την λαϊκή αγορά του Νέου Κόσμου EUROKINISSI ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

Στο 7,5% η διατροφική στέρηση το 2025, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Σε υψηλό επταετίας η σοβαρή ανεπάρκεια φαγητού στα νοικοκυριά.

Μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής αντιμετώπισε το 2025 το 7,5% του πληθυσμού της χώρας, ενώ αποκλειστικά σοβαρή ανεπάρκεια βίωσε το 1,7%.

Τα στοιχεία βασίζονται στην παγκόσμια τυπική κλίμακα ανεπάρκειας τροφής (FIES) και προέρχονται από τα τελευταία δεδομένα που δημοσιοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ. Στο διάστημα από το 2019 έως το 2024, τα αντίστοιχα ποσοστά για τη μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια κυμάνθηκαν από 6% έως 8%, με το 2024 να καταγράφει 7%.

Η σοβαρή ανεπάρκεια τροφής παρέμεινε σε σχετικά σταθερά επίπεδα, ανάμεσα στο 1,4% και το 1,7%, και έφτασε στην υψηλότερη τιμή της το 2025.

Ειδικότερα:

  • Ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του νοικοκυριού δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, αναγκάστηκε να παραλείψει ένα γεύμα, έφαγε λιγότερο από όσο θεωρούσε ότι είχε ανάγκη, έμεινε χωρίς τροφή, πεινούσε αλλά δεν έφαγε, πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή, λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.
  • Ένα νοικοκυριό θεωρείται ότι έχει σοβαρή ανεπάρκεια τροφής, όταν τουλάχιστον ένα μέλος του νοικοκυριού δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, πέρασε μια ολόκληρη ημέρα χωρίς τροφή λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων.

 

Τα παραπάνω συνάδουν με τα στοιχεία περί κινδύνου φτώχειας που δείχνουν πως υπάρχει ανησυχητική, αυξητική τάση:

Με βάση τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2025 – στην οποία εντάσσονται και τα ερωτήματα περί τροφής – o πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικό αποκλεισμό ανέρχεται στο 27,5% του πληθυσμού της Χώρας, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (26,9%).

Η αύξηση του ποσοστού του κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού (δείκτης που συντίθεται από τους επιμέρους δείκτες του κινδύνου φτώχειας, της υλικής και κοινωνικής στέρησης και της χαμηλής έντασης εργασίας) οφείλεται στην αύξηση του ποσοστού και της υλικής και κοινωνικής στέρησης σε 14,9% το 2025 από 14,0% το 2024. Ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού είναι υψηλότερος στην περίπτωση των παιδιών ηλικίας 17 ετών και κάτω (29,6%), αυξημένος σε σχέση με το 2024 (27,9%) 

Σημειώνεται ότι, στην Ευρώπη ο επιπολασμός μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας τροφής ανέρχεται στο 7,4%, ενώ ο επιπολασμός σοβαρής ανεπάρκειας τροφής στο 1,9%.

Τα ερωτήματα της έρευνας της ΕΛΣΤΑΤ για την επάρκεια τροφής αναφέρονται στην περίοδο των 12 προηγούμενων μηνών, πριν τη διενέργεια της έρευνας, και έχουν σκοπό να αποτυπώσουν τη δυνατότητα ή μη παροχής, στο σύνολο των μελών του νοικοκυριού, επαρκούς ποσότητας κατάλληλης τροφής, προκειμένου να εξασφαλίζονται για κάθε μέλος οι διατροφικές προϋποθέσεις που είναι απαραίτητες για υγιή διαβίωση.

Κατά το έτος 2025 η έρευνα διενεργήθηκε σε τελικό δείγμα 10.408 νοικοκυριών και σε 21.392 μέλη των νοικοκυριών αυτών, εκ των οποίων 19.067 ηλικίας 16 ετών και άνω.

Το κατώφλι της φτώχειας ανέρχεται στο ποσό των 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και σε 14.742 ευρώ για νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά ηλικίας κάτω των 14 ετών. Το κατώφλι της φτώχειας ορίζεται στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο εκτιμήθηκε σε 11.700 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών της Χώρας εκτιμήθηκε σε 21.724 ευρώ.

Δυσοίωνη εικόνα

Η έξαρση της επισιτιστικής ανασφάλειας συνδέεται άμεσα με μια σειρά από πιέσεις στον προϋπολογισμό των νοικοκυριών, όπως αποτυπώνονται σε παράλληλους οικονομικούς δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ.

Παρά τη συγκράτηση του γενικού πληθωρισμού, οι τιμές σε βασικές κατηγορίες διατροφής (κρέας, γαλακτοκομικά, φρούτα, καφές) παρέμειναν σε πολύ υψηλά επίπεδα, απορροφώντας δυσανάλογα μεγάλο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος των ασθενέστερων νοικοκυριών.

Τα έξοδα στέγασης (ενοίκια, λογαριασμοί) αυξήθηκαν σημαντικά (έως και 8,3%), με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά που νοικιάζουν να διαθέτουν σχεδόν το 23,4% του προϋπολογισμού τους μόνο για στέγη. Αυτή η στενότητα υποχρεώνει τα νοικοκυριά να περιορίσουν τις δαπάνες διατροφής.

Η δε μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 5,5% για να καλυφθούν οι ίδιες βασικές ανάγκες, γεγονός που επιβαρύνει δυσανάλογα τα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια, τους ανέργους και τους συνταξιούχους.

Συνολικά, όπως καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ ένα νοικοκυριό για να ανταποκριθεί σε βασικές δαπάνες για μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση χρειάζεται κάθε μήνα πάνω από 1.820 ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 5,5% σε σύγκριση με το 2024.

 

Η γραμμή φτώχειας (το κατώφλι της φτώχειας) υπολογίζεται με τη σχετική έννοια (φτωχός σε σχέση με τους άλλους) και ορίζεται στο 60% της διάμεσης ισοδύναμης δαπάνης από αγορές του νοικοκυριού, διαφοροποιούμενη από την έννοια του κινδύνου της απόλυτης φτώχειας (ο φτωχός που στερείται βασικών μέσων επιβίωσης). Στην τελική καταναλωτική δαπάνη περιλαμβάνονται εισοδηματικές συνιστώσες, όπως το τεκμαρτό ενοίκιο από ιδιοκατοίκηση, οι έμμεσες κοινωνικές μεταβιβάσεις και τα εισοδήματα σε είδος.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα