Advertisement

ΙΟΒΕ: Ανάπτυξη 1,8% το 2026 και 1,9% το 2027 – Oι κίνδυνοι για την οικονομία

Διαβάζεται σε 6'
ΙΟΒΕ: Ανάπτυξη 1,8% το 2026 και 1,9% το 2027 – Oι κίνδυνοι για την οικονομία

Η ελληνική οικονομία διατηρεί, με βάση το ΙΟΒΕ, αναπτυξιακή δυναμική, αλλά η συνέχιση της πορείας αυτής δεν είναι δεδομένη. Η στήριξη των νοικοκυριών παραμένει αναγκαία, ωστόσο η επιλογή των μέτρων έχει καθοριστική σημασία για τη διατήρηση δημοσιονομικών και αναπτυξιακών ισορροπιών.

Στο 1,8% διατηρεί το ΙΟΒΕ την πρόβλεψή του για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας το 2026, ενώ για το 2027 αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω την εκτίμησή του, στο 1,9% από 2% προηγουμένως.

Η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις εξακολουθούν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα, ωστόσο το αυξημένο ενεργειακό κόστος, ο επίμονος πληθωρισμός και οι διεθνείς γεωπολιτικές αναταράξεις διατηρούν την αβεβαιότητα.

Την ίδια ώρα, το Ινστιτούτο θέτει στο επίκεντρο την ανάγκη στοχευμένων μέτρων στήριξης των νοικοκυριών, προκρίνοντας τις απευθείας οικονομικές ενισχύσεις έναντι μιας οριζόντιας μείωσης των φόρων στα καύσιμα.

Συγκεκεκριμένα, στην τριμηνιαία έκθεσή του για την Ελληνική Οικονομία, που παρουσιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου 2026, το ΙΟΒΕ αποτυπώνει μια οικονομία που διατηρεί τη δυναμική της, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες. Η χαμηλή παραγωγικότητα, το εξωτερικό έλλειμμα, η υστέρηση των επενδύσεων και οι επίμονες πληθωριστικές πιέσεις αποτελούν βασικές προκλήσεις, σε ένα περιβάλλον όπου οι διεθνείς εξελίξεις καθιστούν δυσκολότερες τις προβλέψεις για την πορεία της οικονομίας.

Κατανάλωση και επενδύσεις στηρίζουν την ανάπτυξη

Τα στοιχεία του δεύτερου τριμήνου του 2026 δείχνουν ότι το ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση, έναντι 2% το πρώτο τρίμηνο, καταγράφοντας οριακή επιβράδυνση. Η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε σε θετική τροχιά, με αύξηση 1,7%, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως βασικού πυλώνα της οικονομικής δραστηριότητας.

Θετική ήταν και η συμβολή των επενδύσεων. Οι πάγιες επενδύσεις αυξήθηκαν κατά 6,1%, ενώ οι συνολικές επενδύσεις ενισχύθηκαν κατά 9,6%, παρά τη νέα μείωση των αποθεμάτων. Η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η πιστωτική επέκταση, οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων και η ενίσχυση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αναμένεται να εξακολουθήσουν να στηρίζουν την επενδυτική δραστηριότητα, κυρίως κατά τη διάρκεια του 2026.

Στον αντίποδα, ο εξωτερικός τομέας παραμένει αδύναμο σημείο. Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,2% σε ετήσια βάση, αλλά οι εισαγωγές κινήθηκαν ταχύτερα, με άνοδο 3,7%. Η εξέλιξη αυτή διεύρυνε το έλλειμμα κατά 404 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, αναδεικνύοντας την ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής και της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων.

Για το 2027, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων θα μετριαστεί, καθώς η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης θα περιορίσει μια σημαντική πηγή χρηματοδότησης. Η ενίσχυση των εθνικών πόρων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων αναμένεται να καλύψει μόνο μέρος της απώλειας, καθιστώντας κρίσιμη τη διαμόρφωση συνθηκών που θα επιτρέψουν τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής.

Η ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος πιέζουν τα νοικοκυριά

Παρά τις θετικές επιδόσεις, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να δοκιμάζεται. Το ενεργειακό κόστος και ο πληθωρισμός περιορίζουν την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, ενώ η διατήρηση του ελληνικού πληθωρισμού σε υψηλότερα επίπεδα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η οικονομική ενίσχυση των πολιτών πρέπει να σχεδιάζεται με γνώμονα την αποτελεσματικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη. Η γενικευμένη μείωση των φόρων στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης μπορεί να περιορίσει την τιμή στην αντλία, δεν διασφαλίζει όμως ότι το μεγαλύτερο όφελος θα καταλήξει σε όσους αντιμετωπίζουν τις εντονότερες οικονομικές πιέσεις.

Αντίθετα, οι απευθείας χρηματικές ενισχύσεις επιτρέπουν την καλύτερη στόχευση των διαθέσιμων πόρων, ανάλογα με το εισόδημα, την οικογενειακή κατάσταση και τις ανάγκες μετακίνησης. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να στηριχθούν ουσιαστικότερα τα ευάλωτα νοικοκυριά, χωρίς να επιδοτείται αδιακρίτως η κατανάλωση καυσίμων και να περιορίζονται τα δημοσιονομικά περιθώρια για μελλοντικές παρεμβάσεις.

Το ΙΟΒΕ διακρίνει, πάντως, τις ανάγκες θέρμανσης και παραγωγής από την κατανάλωση καυσίμων κίνησης. Για τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από το πετρέλαιο θέρμανσης, ιδιαίτερα σε περιοχές με χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά και για επαγγελματικούς κλάδους όπως η γεωργία και οι μεταφορές, θα μπορούσαν να εξεταστούν ειδικότερες ενισχύσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα τόσο τις συνθήκες διαβίωσης όσο και το κόστος παραγωγής, με πιθανές επιπτώσεις στις τελικές τιμές των προϊόντων.

Διεθνής αβεβαιότητα και νέες πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας συνδέονται στενά με τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον. Οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι διαταραχές στην ενεργειακή τροφοδοσία και οι πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ διατηρούν αυξημένους τους κινδύνους για την παγκόσμια ανάπτυξη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, οι οικονομίες των χωρών του ΟΟΣΑ αναπτύχθηκαν με ετήσιο ρυθμό 1,8% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, ενώ ο πληθωρισμός στις χώρες του Οργανισμού έφτασε το 4,3% τον Αύγουστο, εν μέσω νέας ανόδου των τιμών της ενέργειας. Το βασικό σενάριο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου προβλέπει παγκόσμια ανάπτυξη 3,1% το 2026 και 3,4% το 2027.

Στην Ευρωζώνη, η ανάπτυξη επιταχύνθηκε στο 1,2% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, από 0,6% το πρώτο. Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας τοποθετούν τον ρυθμό ανάπτυξης στο 0,9% για το 2026 και στο 1,4% για το 2027, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3% και στο 2,5%, αντίστοιχα.

Η παρατεταμένη ενεργειακή αβεβαιότητα, οι αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες και τα δημοσιονομικά προβλήματα σε μεγάλες οικονομίες δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων. Οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν την επενδυτική δραστηριότητα, το κόστος δανεισμού και τις εμπορικές ροές, επιβαρύνοντας και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Το στοίχημα της παραγωγικότητας και των επενδύσεων

Ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, υπογράμμισε, μάλιστα, κατά την παρουσίαση, ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει θετικές τάσεις, με ανάπτυξη υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, βελτίωση στην αγορά εργασίας και ανθεκτικότητα στην κατανάλωση και τον τουρισμό. Ωστόσο, η διατήρηση αυτής της πορείας προϋποθέτει την αντιμετώπιση χρόνιων αδυναμιών που περιορίζουν τις δυνατότητες της χώρας.

Η χαμηλή παραγωγικότητα, το επενδυτικό κενό, οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις και ο υψηλός όγκος μη εξυπηρετούμενου χρέους, όπως είπε ο κ. Βέττας, εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικές εκκρεμότητες. Παράλληλα, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας απαιτεί επενδύσεις σε ανθρώπινο και φυσικό κεφάλαιο, καθώς και ένα σταθερό πλαίσιο που θα ενθαρρύνει την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η διατήρηση της κοινωνικής συνοχής παραμένουν βασικές προτεραιότητες, με το νέο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034 να αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη χρηματοδότηση των αναπτυξιακών πολιτικών.

Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ζητούμενο, όπως αναφέρεται, είναι η αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων με τρόπο που θα ενισχύει διαρκώς την παραγωγική βάση, αντί να περιορίζεται σε προσωρινές παρεμβάσεις ανακούφισης. Στους κινδύνους για την πορεία της οικονομίας περιλαμβάνονται η κλιμάκωση των διεθνών εντάσεων, η παραμονή του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα, η πιθανή επιβράδυνση των μεταρρυθμίσεων και οι καθυστερήσεις στην απορρόφηση των επενδυτικών πόρων.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα