Α. Καπαράκης: Γιατί το φάντασμα του Πινοτσέτ πλανιέται ακόμη πάνω από τη Χιλή
Διαβάζεται σε 15'
Ο συγγραφέας Άρης Καπαράκης εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η Χιλή δεν έχει περάσει ακόμη τη δική της Μεταπολίτευση αν και η Χούντα του Πινοτσέτ αποτελεί παρελθόν εδώ και 36 χρόνια.
- 17 Οκτωβρίου 2026 09:03
Για τον τρόπο με τον οποίο ο εκλεγμένος πρόεδρος της Χιλής, Σαλβαδόρ Αγιέντε ανετράπη το 1973 από το στρατό είμαστε ενημερωμένοι. Το διάστημα του οποίου λεπτομέρειες αγνοούμε στην Ελλάδα είναι αυτό της δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοτσέτ.
Ξέρουμε ότι κυβέρνησε τη χώρα με σιδηρά πυγμή αλλά δεν έχουμε εικόνα για την αποτυχία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών του πολιτικών, τη ζημιά που προκάλεσαν σε μεγάλο μέρος του πληθυσμό αλλά και την εμμονή του σ’ αυτές. Το κενό αυτό έρχεται να καλύψει το βιβλίο του Άρη Καπαράκη “Η Χιλή του Πινοτσέτ, Μία ιστορία από το μέλλον” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Τόπος”.
Το NEWS 24/7 συνομίλησε με το συγγραφέα το έργο του οποίου “φωτίζει”αθέατες, μέχρι στιγμή, πτυχές της δραστηριότητας της Χούντας Πινοτσέτ και του αποτυπώματος που άφησε στο σώμα της χιλιανής κοινωνίας το οποίο είναι εμφανές ακόμα και σήμερα.
Θα θέλαμε να μας μιλήσεις πρώτα απ’ όλα για την έρευνά σου. Πως έγινε, πόσο κράτησε, πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να φτάσεις σε πηγές…
Η έρευνα ξεκίνησε ως μέρος μεταπτυχιακής εργασίας στο τμήμα Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με επιβλέπων τον καθηγητή Δημήτρη Καλτσώνη το 2023. Η βιβλιογραφία για την περίοδο της διακυβέρνησης Αγιέντε και τη χιλιανή δικτατορία είναι ήδη εκτεταμένη από τη δεκαετία του 1980 και εμπλουτίζεται διαρκώς με δεδομένο ότι η εποχή Πινοτσέτ αποτελεί μία κρίσιμη μετάβαση για την παγκόσμια πολιτική και οικονομία. Μία «ευτυχής» συγκυρία αποτέλεσε και η συμπλήρωση 50 χρόνων από το πραξικόπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973, η οποία συνοδεύτηκε από την έκδοση νέων μελετών, δοκιμίων και άρθρων, τόσο στη Χιλή και την υπόλοιπη Λατινική Αμερική όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, συμπεριλαμβανομένου και του χαρακτηρισμού διπλωματικών εγγράφων της εποχής.
Η δικτατορία επιβλήθηκε πλήρως και σχετικά εύκολα στη Χιλιανή κοινωνία. Το όποιο κίνημα αντίστασης μάλλον άργησε να εκδηλωθεί. Αυτό οφείλεται στο κρεσέντο βίας και τρομοκρατίας του καθεστώτος ή και σε άλλους λόγους;
Η δικτατορία επιβλήθηκε μέσω ενός συντριπτικού στυγνού κύματος καταστολής το οποίο ξεκίνησε από την 11η Σεπτεμβρίου 1973 και διήρκεσε έως και τη μετάβαση στον κοινοβουλευτισμό. Η αντιμετώπιση του “εσωτερικού εχθρού” έπαιρνε ειδικά έως το 1977 διαστάσεις πολεμικών επιχειρήσεων ευρείας κλίμακας. Η χώρα μετετράπη σε ένα τεράστιο στρατόπεδο συγκέντρωσης για οποιαδήποτε αντιπολιτευόμενη φωνή, με εστίαση προφανώς στην Αριστερά και τους υποστηρικτές της προηγούμενης κυβέρνησης και δευτερευόντως σε οποιονδήποτε τολμούσε να ασκήσει κριτική. Ταυτόχρονα, η προπαγάνδα για τη σωτήρια επέμβαση του στρατού που έσωσε τη χώρα από τους κομμουνιστές και εκσυγχρονίζει την χιλιανή οικονομία και κοινωνία, είχε πάρει την μορφή ενός ατελείωτου μονολόγου και δεν δέχτηκε σημαντική αμφισβήτηση μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν ακόμα και μέλη του καθεστώτος είχαν αρχίσει πλέον να αμφισβητούν καίρια “αφηγήματα” της.
Ταυτόχρονα, η νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε για την πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν ασφυκτική. Υπήρξε αθρόα φυγή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων προς το εξωτερικό και παράλληλα μία τεράστια νομοθετική αντιμεταρρύθμιση που σε συντονισμό με τη μονοπώληση της βίας και του δημόσιου λόγου επέφερε τεράστια πλήγματα στο εργατικό και στο αγροτικό κίνημα και άλλους αντιτιθέμενους κοινωνικούς εταίρους. Πίσω από την εργασιακή εκμετάλλευση παραμόνευε ο κίνδυνος της ανεργίας, πίσω από τους μισθούς πείνας παραμόνευε η εξαθλίωση, πίσω από οποιαδήποτε διαμαρτυρία ερχόταν η δολοφονία, η εξαφάνιση, τα βασανιστήρια, η φυλακή ή η εξορία…
Αντίστοιχη αποσάθρωση είχε βέβαια δεχτεί και ο πολιτικός κόσμος. Η Αριστερά, διαλυμένη από την καταστολή διατήρησε κάποια από τα δίκτυά της χωρίς σημαντική επιρροή, ενώ μέρος της προσπάθησε από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 να οργανώσει ένοπλο αντάρτικο αγώνα, με πολύ περιορισμένα αποτελέσματα. Ο υπόλοιπος προδικτατορικός πολιτικός κόσμος, μεγάλο μέρος του οποίου είχε παίξει καίριο ρόλο στην πορεία προς την εκτροπή, παρέμενε έντονα διασπασμένος ανάμεσα σε όσους αντιτάχθηκαν στο καθεστώς, σε όσους αποσύρθηκαν σιωπηλά και σε όσους συνεργάστηκαν με αυτό.
Ως αποτέλεσμα, τα πρώτα χρόνια παρατηρήθηκε σημαντική αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να συντονίσουν μια ευρεία και αποτελεσματική αντιδικτατορική κινητοποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ευρύ κύμα κοινωνικής δυσαρέσκειας και αντίστασης, το οποίο ενισχύθηκε μετά την οικονομική κρίση του 1981–1982 και εκδηλώθηκε με μαζικές κινητοποιήσεις από το 1983, πρωτοστάτησαν αρχικά κοινωνικές οργανώσεις, άτυπα δίκτυα και πρωτοβουλίες πολιτών από τα κάτω.
Η κυβέρνηση Αγιέντε, παρά την ευρεία λαϊκή στήριξη, δεν μπόρεσε να αποτρέψει το πραξικόπημα. Εγιναν λάθη από την πλευρά της και αν ναι ποια θα κατέγραφες;
Η αδυναμία αποτροπής του πραξικοπήματος οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Οι λεπτές ισορροπίες μέσα στις οποίες ήταν εγκλωβισμένη από την πρώτη ημέρα της ορκωμοσίας της, ανάγκασαν την κυβέρνηση Αγιέντε να ακροβατεί συνεχώς μεταξύ της προσπάθειας εφαρμογής των εξαγγελόμμενων πολιτικών και της διατήρησης συναινέσεων σε ένα εξαιρετικά εχθρικό πολιτικό, οικονομικό και θεσμικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο ισχυρά εγχώρια και διεθνή συμφέροντα αντιλαμβάνονταν το κυβερνητικό της πρόγραμμα ως ευθεία απειλή.
Ο αδυσώπητος οικονομικός πόλεμος που εξαπολύθηκε τόσο από το εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό, αντέστρεψε ολοκληρωτικά την οικονομική ανάπτυξη του 1971-72 και βύθισε την οικονομία σε βαθιά ύφεση. Η οικονομική κρίση που ενέσκηψε τελικά το 1973 επέφερε αυξανόμενη κοινωνική δυσαρέσκεια, ενώ ενέτεινε την πολυμέτωπη αποσταθεροποιητική προσπάθεια που ήταν ήδη σε εξέλιξη, μέσω μίας τεράστιας προπαγανδιστικής εκστρατείας που είχε στόχο την υπονόμευση της κυβέρνησης, την παρακώλυση της πολιτικής και κοινωνικής ζωής και την καλλίεργεια μιας ατμόσφαιρας “χάους”.
Ως αποτέλεσμα, το πραξικόπημα αντιμετωπίστηκε αρχικά από σημαντικό μέρος της κοινωνίας ως μία προσωρινή κατάσταση που θα έδινε τέλος σε μία παρατεταμένη κατάσταση αναταραχής. Επιπλέον οι πραξικοπηματίες έδωσαν, έστω και στιγμιαία, την αίσθηση ότι η στρατιωτική δικτατορία θα ήταν σύντομη και ότι ο κοινοβουλευτισμός θα επέστρεφε γρήγορα. Όλα αυτά, με δεδομένο ότι οι δυνάμεις της εκτροπής κατείχαν συντριπτικά μεγαλύτερες δυνατότητες στο συσχετισμό δυνάμεων άσκησης βίας, κατέστησαν αδύνατη την αποτροπή του πραξικοπήματος. Σε αυτό το τελευταίο θα πρέπει να εστιάσουμε λίγο παραπάνω.
Όπως η ιστορία έχει επανειλημμένα αποδείξει και υπενθύμισε με πικρό τρόπο στην ιστορία της Χιλής, είναι αδύνατο να σταθεροποιηθεί μία εξουσία που έρχεται σε αντίθεση με το υφιστάμενο οικονομικό και θεσμικό κατεστημένο, χωρίς να έχει καταφέρει να ελέγξει τη σπονδυλική τους στήλη, τις Ένοπλες Δυνάμεις…
Πιθανότατα, λοιπόν, το σημαντικότερο λάθος της κυβέρνησης Αγιέντε ήταν ότι δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη σταδιακή αποδυνάμωση της συνταγματικής νομιμοφροσύνης στο εσωτερικό των Ενόπλων Δυνάμεων.
Παρά τις αλλεπάλληλες ανησυχητικές κινήσεις στο στράτευμα που είχαν ξεκινήσει ήδη από το 1970, οι οποίες ήταν γνωστές και κορυφώθηκαν με μία απόπειρα πραξικοπήματος τον Ιούνιο του 1973, η επιλογή της κυβέρνησης ήταν η προσπάθεια προσεταιρισμού υψηλόβαθμων στρατιωτικών στελεχών, με στόχους αφενός την αύξηση της επιρροής της προς το στράτευμα και αφετέρου την αποφυγή μιας στρατιωτικής επέμβασης. Προς αυτή την κατεύθυνση, δεν είναι τυχαίο ότι υπουργοποιήθηκε δύο φορές ο Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων Κάρλος Πρατς, εξέλιξη που προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις στην εκλογική βάση και σε αρκετά κυβερνητικά στελέχη της αριστερής συμμαχίας. Επιπλέον ο ίδιος ο Αγιέντε εμπιστευόταν απόλυτα τον Αουγκούστο Πινοτσέτ, Αρχηγό του Επιτελείου του Στρατού και μετέπειτα Αρχηγό του Στρατού Ξηράς, θεωρώντας τον έναν “πατριώτη” που δεν θα έκανε ποτέ κακό στη χώρα του.
Στο πεδίο των πολιτικών αποφάσεων, η κυβέρνηση βρέθηκε ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά, μεταξύ της επιθυμίας για ευρείες οικονομικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις και αφετέρου της προσπάθειας της να μην προκαλεί περαιτέρω δυσαρέσκεια και αντίδραση από την αντιπολίτευση. Ως αποτέλεσμα, ένα σημαντικό ποσοστό της Αριστεράς, των υποστηρικτών αλλά ακόμα και υψηλόβαθμων στελεχών της, να την κατηγορούν ότι έχει μετατραπεί σε όμηρο του πολιτικού κατεστημένου ακολουθώντας ψηφοθηρικές τακτικές. Τον Μάρτιο του 1973 όμως στις κοινοβουλευτικές εκλογές η Λαϊκή Ενότητα αύξησε την εκλογική της βάση, κάνοντας αντιληπτό ότι διατηρούσε ακόμα μεγάλο πολιτικό κεφάλαιο και η ανατροπή της δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί εύκολα μέσω των εκλογικών διαδικασιών. Εκεί, άνοιξε πλέον ο δρόμος για την εκτροπή.
Οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές του καθεστώτος, όπως και εσύ γράφεις, απέτυχαν παταγωδώς. Παρ’ όλα αυτά ουδέποτε διαφοροποιήθηκαν αισθητά. Μας εξηγείς τους λόγους; Γιατί μετατράπηκε σε νεοφιλελεύθερο εργαστήριο η Χιλή και όχι η Αργεντινή ή η Βραζιλία;
Μία από τις σημαντικότερες προτεραιότητες της δικτατορίας κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης “εξόδου” της στα τέλη της δεκαετίας του ’80, ήταν η διασφάλιση του υπάρχοντος οικονομικού status quo και η προσπάθεια παρακώλυσης μελλοντικών δομικών οικονομικών μεταρρυθμίσεων από τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις. Ο σχεδιασμός και η χάραξη οικονομικών πολιτικών συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να απολαμβάνουν αξιοσημείωτης αυτονομίας από παράλληλες πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις. Σε εκλογικό επίπεδο δεν πρέπει να υποτιμάται ότι όλοι οι κομματικοί φορείς που εγκολπώνουν υποστηρικτές νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών όχι μόνο διατήρησαν σημαντικά εκλογικά ποσοστά και πολιτικό κεφάλαιο τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, αλλά ειδικά μετά το 2010, με ορόσημο την εκλογή του Σεμπαστιάν Πινιέρα άρχισαν να παίρνουν εκ νέου θέση πρωταγωνιστή, με αποκορύφωμα την πρόσφατη νίκη του Χοσέ Αντόνιο Καστ.
Ευθύνη για αυτή την κατάσταση φέρει και μέρος της κεντροαριστεράς που ενώ μονοπώλησε την εξουσία μέσω του συνασπισμού της Concertación όλη την πρώτη μεταπολιτευτική εικοσαετία περιορίστηκε σε μία ασφαλή πορεία “διαχείρισης” του υφιστάμενου πλαισίου, η οποία περιλάμβανε σημαντικές αναδιανεμητικές πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, αλλά όχι προσπάθεια δομικών συνταγματικών αλλαγών και ριζικών μεταρρυθμίσεων στη χάραξη οικονομικής πολιτικής και στην υφιστάμενη παραγωγική διάρθρωση. Η Χιλή όπως έχουν επισημάνει αρκετοί ερευνητές, δεν έχει περάσει επί της ουσίας ακόμα στη δική της μεταπολίτευση, τουλάχιστον όσον αφορά την οικονομία.
Σε αντίθεση με τις δικτατορίες της ίδιας εποχής στην Αργεντινή και την Βραζιλία, η Χιλή κατέστη ένα ακραίο νεοφιλελεύθερο πείραμα εξαιτίας του γεγονότος ότι το καθεστώς συγκέντρωσε σε πρωτοφανή βαθμό την εξουσία λήψης οικονομικών αποφάσεων αναδιαμορφώντας τις σχέσεις μεταξύ κράτους, επιχειρηματικών συμφερόντων και τεχνοκρατών και περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια παρέμβασης αντίπαλων ομάδων συμφερόντων. Κορυφαία παραδείγματα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η άμεση και προνομιακή προτεραιοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα αντί του βιομηχανικού-βιοτεχνικού, η σαφής προτίμηση στον τριτογενή τομέα αντί των άλλων δύο, κτλ. Θα έμοιαζε αστείο αν δεν ήταν τραγικό, αλλά επί της ουσίας μιλάμε για έναν άλλου τύπου… κεντρικό σχεδιασμό της οικονομίας!
Την ίδια εποχή στα καθεστώτα της Αργεντινής και της Βραζιλίας, πέραν της εκ περιτροπής εναλλαγής στρατιωτικών στελεχών στην εξουσία που συχνά άλλαζαν τα δεδομένα, οι αντιτιθέμενοι ισχυροί οικονομικοί και θεσμικοί φορείς αφέθηκαν “ελεύθεροι” να επηρεάζουν, ή να προσπαθούν να το κάνουν, τους φορείς χάραξης πολιτικής. Έτσι, η αργεντίνικη χούντα, αν και προσπαθούσε να ακολουθήσει το νεοφιλελεύθερο οικονομικό “πρότυπο” της Χιλής αφέθηκε να στροβιλίζεται αλλάζοντας συνεχώς οικονομικές πολιτικές στην προσπάθειά της να συμβιβάσει τις αντιτιθέμενες ομάδες συμφερόντων. Αντίστοιχα στην επίσης νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού δικτατορία της Βραζιλίας, η αδυναμία της ηγεσίας να επιβληθεί επί αντιτιθέμενων μεταξύ τους παραγόντων οδήγησε σταδιακά σε μία πιο “νεοστρουκτουραλιστική” προσέγγιση στην οποία δόθηκε έμφαση στην εκβιομηχάνιση και στην προσπάθεια επίτευξης μιας έστω ελάχιστης κοινωνικής συνοχής, σε αντίθεση με τη Χιλή και την Αργεντινή.
Τα οικονομικά μέτρα του καθεστώτος και η υποδοχή τους από τα ΜΜΕ του κατεστημένου παραπέμπουν σε όσα γίνονται στην Αργεντινή του Μιλέι σήμερα. Έχει αφήσει η Χιλιανή δικτατορία “επιρροές” στην υπόλοιπη ήπειρο που είναι ορατές ακόμα και σήμερα;
Το εγχείρημα της χιλιανής δικτατορίας αποτέλεσε, προφανώς με ποιοτικές παραλλαγές και ποσοτικές διαφοροποιήσεις, ένα “πρότυπο” για πολλά από τα παραδείγματα πολιτικής που έχουν επικρατήσει σε παγκόσμιο επίπεδο και φυσικά και στη Λατινική Αμερική. Η υπερσυγκέντρωση της εκτελεστικής εξουσίας, η παρουσίαση των οικονομικών επιλογών ως τεχνικών και ουδέτερων αποφάσεων, ανεξάρτητων από την πολιτική διαβούλευση και τις κοινωνικές διεκδικήσεις, η στελέχωση κυβερνητικών επιτελείων από μη αιρετούς, εξωθεσμικούς “τεχνοκράτες” αποτελούν μερικές μόνο από τις ριζοσπαστικές παραμέτρους που την δεκαετία του ’70 φαινόταν ως ένα ακραίο πείραμα, αλλά έχουν πλέον καταστεί κυρίαρχο δόγμα διακυβέρνησης σε μεγάλο μέρος του πλανήτη.
Πέραν της Χιλής, η Λατινική Αμερική έχει ζήσει από πολύ νωρίς τις δραματικές επιπτώσεις του νεοφιλελευθερισμού, όταν οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές επιλογές και οι αντίστοιχοι μηχανισμοί σχεδιασμού τους πέρασαν από την αυταρχική εκδοχή της Χιλής του Πινοτσέτ σε δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις. Η πρώτη περίοδος επικράτησης του στην περιοχή κορυφώθηκε τη δεκαετία του ’90 με κορυφαίους “θύτες” τις κυβερνήσεις Μένεμ, Φουτζιμόρι, Σαλίνας στην Αργεντινή, το Περού και το Μεξικό αντίστοιχα, ενώ ένα δεύτερο «κύμα» έχει κάνει την εμφάνισή του σε όλη την περιοχή από την δεκαετία του 2010.
Στην Αργεντινή, ο αυτοπροσδιοριζόμενος «αναρχοκαπιταλιστής» Μιλέι, ο οποίος έχει εκφράσει επανειλημμένως τον θαυμασμό του για αυταρχικούς ηγέτες και για την ελευθερία της αγοράς αποτελεί, σε επίπεδο οικονομικών επιλογών, ιστορικό συνεχιστή των πολιτικών που εφαρμόστηκαν τόσο στη Χιλή, όσο και στην Αργεντινή από τις κυβερνήσεις Μένεμ (1989-1999) και Μάκρι (2015-2019), επιχειρώντας να αντιμετωπίσει τις αντιφάσεις του νεοφιλελεύθερου μοντέλου με ακόμα μεγαλύτερες δόσεις νεοφιλελευθερισμού. Στην περίπτωση του Μιλέι μάλιστα, η εκκεντρικότητα του δημόσιου προφίλ του συχνά επισκιάζει σταθερά τις οδυνηρές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες των πολιτικών του.
Η Χιλή του 2026 πόσο απέχει από τη Χιλή του 1990; Θα έλεγε κανείς ότι με κάποιον τρόπο το φάντασμα του Πινοτσέτ πλανιέται πάνω από τη χώρα. Μετά τον Μπόρικ, ήρθε o υπερσυντηρητικός Καστ. Πως αντέχει αυτό το κατεστημένο;
Η δικτατορία του Πινοτσέτ αποχώρησε με τους δικούς της όρους, μέσω μιας ελεγχόμενης πολυετούς διαβούλευσης η οποία είχε αρχίσει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Διατήρησε ουσιαστικά το μονοπώλιο της βίας (με τον Πινοτσέτ αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων μέχρι το 1998), εξασφαλισε μεγάλο βαθμό ασυλίας των ατελείωτων εγκλημάτων των μελών της και εγγυήθηκε την μακροημέρευση του υφιστάμενου status quo. Οι “εγγυήσεις” αυτές αποδειχθηκαν καθοριστικές για τη μεταπολιτευτική περίοδο.
Επιπλέον, η χώρα δεν έζησε ποτέ εκτεταμένη “αποχουντοποίηση” όχι μόνο στο επίπεδο των δυνάμεων ασφαλείας αλλά και στο πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Οι υποστηρικτές της δικτατορίας, μειοψηφία όσον αφορά το εκλογικό σώμα αλλα πλειοψηφία όσον αφορά την οικονομική και ιδεολογική ισχύ, αποτέλεσαν πάντα έναν παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων, ο οποίος, ενισχυμένος και από τον πολυετή δημόσιο διάλογο που επέβαλε πεισματωδώς μία “πολιτική της λήθης”, επανήλθε στο προσκήνιο ως πρωταγωνιστής μετά το 2010. Εν ολίγοις δηλαδή, αυτό το «κατεστημένο» δεν έφυγε ποτέ, απλά αναγκάστηκε σε μία αναδίπλωση τις πρώτες δύο μεταπολιτευτικές δεκαετίες και επανήλθε όταν βρήκε πρόσφορο έδαφος.
Για τις νεότερες γενιές, η δικτατορία του Πινοτσέτ αποτελεί πλέον μια μακρινή ιστορική περίοδο. Παράλληλα, σε μεγάλο μέρος του δημόσιου λόγου, ακόμη και σε ακαδημαϊκές προσεγγίσεις, παρουσιάζεται ως μια σκοτεινή αλλά μεμονωμένη παρένθεση στην κοινοβουλευτική ιστορία της χώρας. Εδραιώνεται έτσι μια επιλεκτική αφήγηση για την οικονομική, πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της δικτατορίας, η οποία εξωραΐζει ή αποσιωπά ιστορικά δεδομένα και υποβαθμίζει τις βαθιές, μακροχρόνιες επιπτώσεις της, πολλές από τις οποίες εξακολουθούν να είναι ορατές στη σημερινή Χιλή. Όπως πλέον και αλλού στον κόσμο, για μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος το γεγονός ότι ο νέος Πρόεδρος είναι αδερφός σημαίνοντος στελέχους της δικτατορίας και γιος Ναζί υπολοχαγού, έχοντας αξιοσημείωτα παραπλήσιες ιδέες με αυτούς δεν σημαίνει απολύτως τίποτα.
Το φάντασμα του Πινοτσέτ δεν πλανάται μόνο πάνω από τη Χιλή, αλλά και πάνω από τα νεοφιλελεύθερα πολιτικά εγχειρήματα σε ολόκληρο τον κόσμο. Η χιλιανή δικτατορία αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυταρχικής επιβολής ενός οικονομικού μοντέλου που περιόρισε δραστικά τη συλλογική διαπραγματευτική ισχύ και ενίσχυσε τη θέση του κεφαλαίου έναντι της εργασίας. Για ορισμένες πολιτικές και οικονομικές ελίτ, η παρακαταθήκη της παραμένει ελκυστική ακριβώς επειδή ανέδειξε πόσο ριζικά μπορεί να διευκολυνθεί η συσσώρευση οικονομικής και πολιτικής ισχύος όταν η οικονομική εξουσία απαλλάσσεται από ουσιαστικούς δημοκρατικούς και κοινωνικούς περιορισμούς και ελέγχους. Γι’ αυτό και η κληρονομιά της χιλιανής δικτατορίας παραμένει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ.