NIVO: ΑΝ ΔΕΝ ΕΣΠΑΓΑ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ, ΠΩΣ ΘΑ ΥΠΗΡΧΕ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟ “ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΥΡΙΣΩ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ”
Από το “Καλημέρα, Ελλάδα” και τη συνεργασία με τον Γιώργο Μαζωνάκη μέχρι τα πιο πολιτικά τραγούδια των Goin’ Through, ο Νίκος Βουρλιώτης θυμάται τις στιγμές που καθόρισαν την πορεία του σε μια συνέντευξη-ποταμό.
Με αφορμή το ντοκιμαντέρ “NiVO 831 Θυμάμαι…”, που κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους στις 25 Σεπτεμβρίου, συναντήσαμε τον Νίκο Βουρλιώτη στο αμαξοστάσιο του Ρέντη, μπροστά απ’ το λεωφορείο στο οποίο το ντοκιμαντέρ χρωστά το ⅓ του ονόματός του.
Το 831 είναι η γραμμή που συνδέει το Αιγάλεω με τον Πειραιά, κάνοντας 41 στάσεις ανάμεσα στη Νίκαια, τον Κορυδαλλό και την Αγία Βαρβάρα, και που, όπως ίσως θα έχετε ήδη υποπτευθεί, ήταν το βασικό μέσο μετακίνησης του μικρού και γεμάτου φιλοδοξίες, Nivo.
Ο τίτλος του ντοκιμαντέρ λειτουργεί και αλληγορικά, φυσικά. Φωτογραφίζει τη μουσική του διαδρομή. Μας προετοιμάζει για μια βαθιά νοσταλγική ματιά πίσω στα χρόνια που τον διαμόρφωσαν.
Ακριβώς αυτά τα χρόνια ήταν και το αντικείμενο της συζήτησης που ακολουθεί.
Αυτή η αγάπη για τα ρούχα και τα brands ήρθε πριν την αγάπη για το χιπ χοπ ή μετά;
Δεν έχει να κάνει με τα ρούχα. Έχει να κάνει με την αισθητική γενικότερα. Εγώ μεγάλωσα δίπλα στον παππού μου τον Αβραάμ, που ήταν ένας άνθρωπος που πρόσεχε πάρα πολύ την εμφάνισή του, ήταν πολύ καλοντυμένος -φορούσε καπέλα, καβουράκια, ειχε μπαστούνια, τιράντες κτλ.
Ήμουν σε ένα περιβάλλον που είχε αισθητικά στάνταρ, παρόλο που ζούσαμε στις προσφυγικές πολυκατοικίες στην Αγία Βαρβάρα. Δεν έπαιξε ρόλο αυτό.
Αυτό που δεν κατάλαβα, βλέποντας το ντοκιμαντέρ, είναι αν ο παππούς σου πρόλαβε να σε δει μουσικό. Αν άκουσε κομμάτια σου.
Ναι, γιατί πέθανε το ‘98, πράγμα που σημαίνει ότι έζησε τη μεγάλη επιτυχία με το “Γαρύφαλλε, Γαρύφαλλε”.
Σου είχε πει κάτι για τη διασημότητα;
Όταν κατάλαβε ότι είμαι πλέον δημοφιλής πέρα από τα όρια της Αγίας Βαρβάρας, μου είχε πει “μην παίρνουν τα μυαλά σου αέρα. Αυτό όσο ξαφνικά έρχεται, τόσο ξαφνικά μπορεί να φύγει”.
Το θυμήθηκες αυτό κάποια στιγμή στη ζωή σου;
Πάντα το έχω στο μυαλό μου και ήταν αυτό που με κράτησε στη γη από πολύ νωρίς όσον αφορά τη δημοφιλία μου.
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι εγώ μπορεί να διαφοροποίησα λίγο τον τρόπο και τη συμπεριφορά μου όταν άρχισε αυτή η δημοφιλία να είναι πέρα από φυσιολογική έως και ανυπόφορη. Δηλαδή άρχισα να γίνομαι απόλυτος σε σχέση με τα θέλω μου. Από κάποια στιγμή και μετά δεν είχα χρόνο να εξηγώ στον οποιονδήποτε “γιατί το κάνουμε αυτό” και “γιατί εκείνο” και “γιατί πρέπει να πάμε εκεί”.
Φαντάζομαι ότι αυτές τις “εξηγήσεις” θα στις ζητούσαν εκεί γύρω στο 2004 – 2005, με το “La Sagrada Familia”, που έκανες μία στροφή.
Μου τις ζητούσαν όλοι -και οι συνεργάτες μου και η δισκογραφική μου. Με ρωτούσαν “γιατί” και τους έλεγα “έτσι”. Αυτό το “έτσι” ερμηνευόταν ως “καβάλησε το καλάμι”, “είναι αλαζόνας” κτλ. Αλλά ήταν θέμα διαχείρισης χρόνου, της πραγματικότητας και της δουλειάς.
Και υπάρχει κάτι που θα το λέω πάντα ότι δεν αλλάζεις απαραίτητα εσύ με τη δημοσιότητα, αλλάζει όμως ο τρόπος που σε βλέπει ο άλλος.
Πιστεύει ότι την έχεις ψωνίσει.
Ναι, ότι “εντάξει τώρα ο Νικολάκης βγήκε στην τηλεόραση κι αυτό κτλ. Αφού εδώ προχθές παίζαμε στην πλατεία ή τρώγαμε σουβλάκια στον Ρουμάνο”.
Σε αυτούς που σε ήξεραν όμως και μίλαγες άνετα, τους εξήγησες για ποιο λόγο έγινε αυτή η αλλαγή στο ύφος σας;
Δεν χρειαζόταν να πω τίποτα εκεί. Με ήξεραν, καταλάβαιναν χωρίς να εξηγήσω και πολλά.
Ότι έχεις πάει μουσικά προς τα εκεί, ότι αυτά ακούς, ότι αυτό σου αρέσει…
Έτσι και αλλιώς, πάντα τα άκουγα αυτά.
Απλά αυτό που ήθελα να σου πω έτσι κι αλλιώς, άσχετα που θα πήγαινε κουβέντα, είναι ότι ο στίχος των Goin’ Through τη δεκαετία του ‘90 ήταν διαφορετικός από αυτό που ήρθε στα μέσα του 2000.
Μα ήταν και η κοινωνία άλλη.
ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΤΟΥ
Ο πιο αυθεντικός Νίνο δηλαδή πότε ήταν; Το 1990 ή το 2005; Πότε ένιωσες ότι “τώρα είμαι 100% εγώ, ούτε μιμούμαι ούτε τίποτα…. Έχω βρει το ύφος μου”;
Από την πρώτη στιγμή. Εγώ δεν έγινα καλλιτέχνης, γεννήθηκα καλλιτέχνης.
Γεννήθηκα μέσα στο θέατρο σκιών. Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών, ο μικρότερος σε ηλικία τότε, εγγεγραμμένος στο σωματείο ηθοποιών.
Και έπαιζες δηλαδή κανονικά Καραγκιόζη, έκανες και τις φωνές;
Ναι, τα πάντα όλα. Σοβαρός, πολύ καλός.
Σχεδίαζες και φιγούρες κιόλας από ό, τι είδα στο ντοκιμαντέρ.
Ναι, ήμουν της ζωγραφικής σχολής του Αβραάμ.
Δεν ήταν λίγο περίεργο όμως που σε αντίθεση με τα άλλα παιδιά, τους συμμαθητές σου που έρχονταν να σε δουν, εσύ ήσουν από πίσω και έβλεπες πώς γίνεται; Δεν το απομυθοποίησες;
Δεν κατάφερα να το απομυθοποιήσω ποτέ.
Θυμάμαι όταν ήμουν έξι χρονών -νηπιαγωγείο πήγαινα- που έπαιζε ο παππούς στη Σαλαμίνα, στο θέατρο του Γιώργου του Παπασιδέρη, που καθόμουν σε μία καρέκλα ακριβώς πίσω από το σεράι. Εκεί ήταν η επίσημη θέση μου, που δεν τη διαπραγματευόμουν ποτέ και με κανέναν.
Και μετά, όταν μεγάλωσα και άρχισα να βοηθάω τον παππού παίζοντας μαζί του, ήμουν αυτός ο οποίος είχα και το προνόμιο να βλέπω την προετοιμασία, να βλέπω τον μόχθο μιας παράστασης πίσω από το πανί.
Αυτό λοιπόν έδωσε στο μυαλό μου μια ακόμα μεγαλύτερη υπεραξία του προϊόντος, που πλήρωναν κάποιοι για να κάτσουν από την μπροστινή πλευρά του πανιού.
Αυτό το σπάνιο υλικό του παππού σου που βλέπουμε στο ντοκιμαντέρ πού το βρήκατε;
Μάς το παραχώρησε το Χάρβαρντ. Είχε φροντίσει να τον ηχογραφήσει το 1969 μαζί με άλλους καραγκιοζοπαίχτες, πληρώνοντάς τους κάποια λεφτά ανά λεπτό συμμετοχής -όλους εκτός απ’ τον παππού μου. Ήταν ο μόνος που ζήτησε να μην πληρωθεί, γιατί θεώρησε ότι ήταν ευθύνη του να συμμετάσχει, προκειμένου να διασωθεί η ιστορία του Καραγκιόζη και να μείνει αυτό το υλικό.
Μικρός ήσουν καραγκιοζοπαίχτης, αργότερα δούλεψες στα Metropolis. Άλλες δουλειές έχεις κάνει;
Ήμουν γελοιογράφος για πολλά χρόνια σε πολλά έντυπα.
Έλαβα μέρος σε έναν διαγωνισμό που είχε κάνει τότε μία εκπομπή στην ΕΡΤ, έστειλα τα σκίτσα μου και πήρα το πρώτο βραβείο. Και έτσι βρέθηκα σε ηλικία 14 χρονών να κάνω ραντεβού με τον Ντένη Αντύπα και να ξεκινάω ως δόκιμος στην Απογευματινή.
Γιατί είχες αυτή την κάψα; Γιατί δεν έμενες μόνο στα μαθήματά σου;
Ασχολούμουν και με το σχολείο. Ήμουν ανάμεσα σε σχολείο, αθλητισμό και σκιτσάκια.
Μπάσκετ;
Όχι, ήμουν πολίστας. Ήμουν στον Άρη Νίκαιας, εδώ απέναντι στον Πλάτωνα.
“ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΒΛΕΠΟΥΝ ΣΑΝ ΠΡΟΪΟΝ”
Ωραία, να το πάρουμε από την αρχή. Θέλω να μου πεις γιατί έγινε τώρα το ντοκιμαντέρ; Έκλεισε κάποιος κύκλος; Γιατί ένιωσες την ανάγκη να αφηγηθείς τώρα την ιστορία σου;
Υπεύθυνη γι’ αυτό είναι η κυρία Σταματάκη, η σκηνοθέτις.
Τζου Σταματάκη: Γιατί θεωρούσα ακραίο το γεγονός ότι υπάρχει μια τεράστια διαδρομή ενός συγκροτήματος το οποίο έχει δημιουργήσει μια μουσική κατάσταση στη χώρα αυτή και δεν υπάρχει καμία αναφορά στον κινηματογράφο, όπως υπάρχει αντίστοιχα στο εξωτερικό με τον Eminem για παράδειγμα. Οπότε πήγα στον Νίκο και του είπα ότι πρέπει να γίνει αυτό.
Και εσύ Νίκο γιατί δέχτηκες να πεις την ιστορία σου;
Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να την προειδοποιήσω ότι το έχουν προσπαθήσει άλλες τρεις φορές αυτό.
Και πού είχε ναυαγήσει δηλαδή;
Στο ότι η οπτική προσέγγιση όλων αυτών, μού αποδείκνυε ότι δεν ήξεραν ούτε τους Goin’ Through ούτε τον Nivo ούτε το ρεπερτόριο.
Και γιατί ήθελαν να το κάνουν;
Για εμπορικούς λόγους. Γιατί δεν παίζει ρόλο πώς βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας, ότι μας βλέπουμε ως καλλιτέχνες κτλ. Παίζει ρόλο πώς σε βλέπει ο άλλος. Πάντα σε βλέπει ως προϊόν.
Σου λένε “έχετε τριάντα χρόνια ιστορίας, είστε δημοφιλείς, οπότε μια χαρά, θα βρούμε και διανομή γρήγορα κτλ”.
Κατάλαβα αμέσως ότι η προσπάθεια των περισσοτέρων να προσεγγίσουν τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες είναι πολύ πιο κοντά στην αναζήτηση στο Wikipedia παρά στην πραγματική διαδρομή μας.
Χωρίς να κάνουμε spoiler, ο κόσμος που έχει δει το ντοκιμαντέρ, συνήθως που στέκεται; Υπάρχουν κάποια σημεία που έχουν κάνει μεγαλύτερο κλικ;
Νομίζω κυρίως στο συναισθηματικό κομμάτι που παράγει μια τέτοια ταινία. Από τη στιγμή που κάνει μια διαδρομή τριάντα χρόνων, θέλεις δεν θέλεις, σε γυρίζει πάρα πολλά χρόνια πίσω, σε μια άλλη εποχή που τα πράγματα ήταν αλλιώς, που ο καθένας έχει συνδέσει τα παιδικά του χρόνια, την εφηβεία του, με ένα τραγούδι, με μια συναυλία.
Δεν θέλω να περιαυτολογώ, αλλά καλώς ή κακώς, αυτό που λέγεται Goin’ Through διαμόρφωσε μια ολόκληρη αγορά. Και συνεχίζει να τη διαμορφώνει με κάποιους τρόπους, διαφορετικούς ίσως, αλλά για τουλάχιστον 15 χρόνια είχε μια μονοπωλιακή σχέση με την urban μουσική, με την κουλτούρα ολόκληρη, με τα πάρτυ, με τις συναυλίες και με την αισθητική.
Δηλαδή διαμόρφωσε όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο ντυνόταν ο κόσμος ή πού πήγαινε κτλ. αλλά ακόμα και τον ήχο μιας ολόκληρης αγοράς.
Μπήκαν οι δισκογραφικές εταιρείες να μιμηθούν “αυτό το πράγμα που κάνουν αυτοί εκεί οι τύποι”.
Για το οποίο στην αρχή λέγανε “αυτοί που μιλάνε”. Κάπου το είδα.
Ναι, “αυτοί που μιλάνε”. “Αυτοί που δεν τραγουδάνε”.
ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, ΒΙΣΣΗ ΚΑΙ GURU
Μετά το κομμάτι με τον Μαζωνάκη υπήρξαν καλλιτέχνες, που ήταν στον χώρο του λαϊκού ή σε οποιοδήποτε χώρο, που σε προσέγγισαν να κάνετε τραγούδι μόνο και μόνο γιατί θεώρησαν ότι έτσι και αυτοί θα είναι μέσα στη μόδα; Και να είπες όχι γιατί κατάλαβες ότι αυτό δεν είχε να κάνει με μουσική;
Μου συνέβαινε συνέχεια. Υπήρχε ένα συρτάρι, το οποίο μέχρι να τελειώσει η χρονιά γέμιζε από τέτοιες προτάσεις. Πολύ γρήγορα ανακάλυψα ότι, όπως είπες και εσύ, δεν έχουν σχέση με τη μουσική. Αυτό που τους ενδιέφερε ήταν το trend της εποχής.
Μην ξεχνάς ότι κάπως έτσι προέκυψε και η σχέση με τα προϊόντα, με τους χορηγούς κτλ. Έρχονταν τα προϊόντα και έλεγαν “θέλουμε να κάνουμε αυτήν τη διαφήμιση, θέλουμε να πάρουμε το ‘Καλημέρα, Ελλάδα’ και να το βάλουμε μουσική υπόκρουση στο τάδε σαλαμάκι πχ”.
Ποια ήταν η πιο τρελή συνεργασία που σου ζήτησαν, που δεν το πίστευες καν ότι στο είπαν;
Εγώ σε εκείνη τη φάση συνεργάστηκα με δεκάδες ονόματα και ίσως με τα πιο ετερόκλητα, τα οποία θα μπορούσε να συνεργαστεί ένας άνθρωπος αυτής της μουσικής.
Αλλά ήμουν αμερικανάκι (όχι πολιτικά Αμερικάνος, αλλά marketing wise Αμερικάνος) γιατί αυτή τη μουσική παρακολουθούσα, δεν άκουγα ποτέ ελληνικό χιπ χοπ. Το αμερικάνικο χιπ χοπ με επηρέασε, εκεί έκανα το διδακτορικό μου, ας το πούμε έτσι.
Εγώ λοιπόν συνεργάστηκα σε εκείνη τη φάση από τον Γιώργο Μαργαρίτη μέχρι τον…
Συγγνώμη, τι έχεις κάνει με τον Μαργαρίτη;
“Τι είναι αυτό;”, λέγεται, σε αυτόν τον δίσκο που είχε το “Δρόμοι του πουθενά”.
Και είχα κάνει από τη Βίσση, τη Βανδή και την Πρωτοψάλτη μέχρι και τον Κώστα Χατζή, τη “Λίθινη εποχή”. Δεν τα ξέρει αυτά ο περισσότερος κόσμος. Πρέπει να ψάξει πάρα πολύ.
Δεν τα λες κι εσύ συχνά.
Μέχρι μεταγενέστερα πχ με τον Guru από τους Gangstar και τους 7L & Esoteric που σαρώνουν τωρα με τους Wu Tang στις συναυλίες.
Όλες αυτές οι προτάσεις προέκυπταν και από το γεγονός ότι ο Μιχάλης Παπαθανασίου, ο έτερος Καππαδόκης των Goin’ Through, ήταν κι ο άνθρωπος που βρισκόταν πίσω από πολλές άλλες παραγωγές. Ήταν πίσω από τα άλμπουμ της Heaven, τότε στο ξεκίνημά της, της Universal, της Αλεξίου, της Πρωτοψάλτη, του ένα, του άλλου… Έτσι από εκεί έρχονταν σωρεία προτάσεων.
Όταν έκανες αυτήν την ταινία, είχες κάποιο μουσικό ντοκιμαντέρ στο μυαλό σου, που έλεγες “θα ήθελα να βγει κάπως έτσι”;
Όχι. Το τελευταίο ντοκιμαντέρ που είχα δει ήταν το “Stan” του Eminem, που συμπτωματικά τέλος πάντων, μας είχε καλέσει η εταιρεία να το παρακολουθήσουμε και επειδή είχα μια ιδιαίτερη σχέση με το “8 Mile”.
Σου άρεσε εννοείς;
Όχι, είχα κάνει τον υποτιτλισμό στα rap battles που έχει μέσα.
Τρομερό. Πώς και έγινε αυτό;
Γιατί αυτή η ταινία ήταν Universal, εμείς ήμασταν Universal Music, και έτσι έστειλαν απ’ την Αμερική και μας το ζήτησαν. Ε, άλλο που δεν θέλαμε.
Και πόσο καιρό σου πήρε αυτό;
Τρεις μέρες;
Α, πολύ γρήγορα.
Ναι, γιατί μας έστειλαν το συγκεκριμένο part της ταινίας πριν βγει στους κινηματογράφους και τη σκαλέτα με το ραπ στα αγγλικά. Μας είχαν στείλει δηλαδή ότι “ο Xzibit λέει αυτό, ο Eminem λέει εκείνο” κτλ.
Εσύ έκανες ποτέ τέτοια freestyle, όπως στην ταινία; Μικρός στη γειτονιά πχ. Γιατί ακούς άλλους ράπερς που λένε ότι “εμείς μαζευόμασταν στο τάδε πάρκο και κάναμε”. Υπήρχε τότε αυτό αρχές 90s ή 80s;
Υπήρχε μωρέ αλλά ξέρεις κάτι; Εγώ είχα ένα τεράστιο πρόβλημα έλλειψης προσοχής και αυτοσυγκέντρωσης, κατά κάποιον τρόπο, πράγμα που από από την αρχή με εμπόδιζε να είμαι αυθόρμητος. Συν και η τελειομανία μου, με δυσκόλευε πάρα πολύ στο να πω μια πρόχειρη ρίμα, μόνο και μόνο για να κάνει ομοιοκαταληξία.
Χωρίς να θέλω να προσβάλω την ποιότητα του freestyle, που σε κάποιες λίγες περιπτώσεις έχω ακούσει και μου άρεσε.
Απλά αναρωτιέμαι αν τη δεκαετία του ‘80 θα μπορούσες ποτέ να πεις σε ένα συμμαθητή σου “κάτσε να σου ραπάρω κάτι”. Δεν θα φαινόταν εξωγήινο αυτό;
Ε ναι, το έκανα στην αρχή και όταν κατάλαβα ότι ήμουν ο εξωγήινος της παρέας, σταμάτησα.
ΣΤΟ ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΖΩΝΑΚΗ
Όταν έκανες το “Θέλω να γυρίσω στα παλιά”, ποιοι αποδείχτηκαν πιο ανοιχτόμυαλοι στο να τη δεχτούν; Αυτοί που ήταν μουσικά απ’ τη μεριά του Μαζωνάκη ή απ’ τη δικιά σου;
Κανένας.
Θα σου πω ένα περιστατικό, το οποίο δεν το έχω μοιραστεί ξανά. Ούτε στο ντοκιμαντέρ.
Όταν συναντηθήκαμε με τον Γιώργο και μπήκαμε στη διαδικασία να κάνουμε το κομμάτι, ξέραμε ότι είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι που δεν γεφυρώνονται με τίποτα. Εντάξει; Γιατί υπάρχει από τη μία ένα χιπ χοπ κοινό, το οποίο δεν αντιλαμβάνεται τη συμμετοχή, τη βλέπει πλήρως αφοριστικά, ότι” ξέρεις κάτι; Το ξεπούλησες. Άντε γαμήσου”. Και υπάρχει και ένα λαϊκό κοινό που αντιλαμβάνεται το ραπ ως ότι “εκεί υπάρχει ένας τύπος που μιλάει”.
Σε εκείνη τη φάση λοιπόν ξεκινάμε πρόβες πριν προκύψει το κομμάτι και γνωρίζω τον ντράμερ του, τον Γιάννη Σαρίκο.
Εμβληματικός ντράμερ της εποχής και της προηγούμενης γενιάς, έπαιζε με τη Μαρινέλλα, τον Βοσκόπουλο κτλ. Από τους καλύτερους ντράμερ στον κόσμο.
Ένιωθα δέος γνωρίζοντας ποιος είναι και το κύρος που έχει. Και πάω να του μιλήσω και μου γυρίζει την πλάτη, φίλε. Δεν μου λέει ούτε “καλησπέρα”.
Ήσασταν στο στούντιο;
Ναι. Με χαιρέτησαν όλοι και αυτός με αγνόησε επιδεικτικά. Δηλαδή η κορυφή της μπάντας, ο Κολοσσός, με είδε και με έφτυσε.
Αυτό αμέσως με έκανε να καταλάβω ότι υπάρχει εκεί απέναντι ένα κοινό το οποίο δεν καταλαβαίνει ούτε ποιος είσαι ούτε τι κάνεις ούτε τίποτα.
Ξεκινήσαμε το τουρ τότε με τον Γιώργο και η πρώτη συναυλία ήταν στην Πτολεμαΐδα σε ένα νυχτερινό μαγαζί.
Και όταν τελείωσε το δικό μας πρόγραμμα ήταν τόσο παγερά αδιάφοροι όλοι εκεί έξω.
Βγήκατε πρώτα εσείς;
Ναι, και μετά βγαίναμε κάπου στη μέση του προγράμματος του Γιώργου και λέγαμε μαζί το “Θέλω να γυρίσω στα παλιά”.
Θυμάμαι, λοιπόν, ότι κατέβηκα από τη σκηνή συντετριμμένος. Πήγα στα καμαρίνια και ήμουν τόσο πιεσμένος, τόσο στεναχωρημένος που σχεδόν είχα κλειδωθεί μέσα και έκλαιγα, αμφισβητώντας ακόμα και την απόφαση του να συνεργαστώ με τον Γιώργο.
Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Σαρίκος. Με κοιτάζει με ένα βλέμμα ίδιο με αυτό που μου είχε ρίξει όταν γνωριστήκαμε και μου λέει “Τι έχεις ρε;”. Τον κοιτάζω καλά καλά, του λέω “τίποτα”. “Μη μασάς”, μου λέει. “Είσαι φοβερός. Γαμάς”. Και φεύγει.
Εκεί κατάλαβα ότι είναι κάποια πράγματα που δεν μπορείς να τα κατακτήσεις εύκολα και με την πρώτη. Χρειάζεται χρόνος, χρειάζεται δουλειά, χρειάζεται πολλά ένσημα, χρειάζεται υπομονή, επιμονή και πολλά ακόμα -μπορώ να σου φτιάξω μια λίστα αν θες να στη στείλω με mail (γελάμε).
Σ’ αυτό το τραγούδι μ’ αρέσει πολύ ο στίχος “πώς μιλούσαν με βρισιές, γιατί ποτέ δεν μάθαν τρόπους”. Ότι δηλαδή δεν ήταν πραγματικά “κακοί”, όπως λες λίγο πριν.
Αυτό εννοούσα, φίλε. Μιλούσα για αυτούς που βγαίνανε όταν παίζαμε εμείς μπάλα κάτω απ’ τις πολυκατοικίες… Έβγαινε ο Ασημάκης ο κυρ Νίκος από πάνω κι έλεγε “γαμώ την Π@#$, κωλόπαιδα” κτλ.
Και αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας μεροκαματιάρης που ήταν όλη την ημέρα στο δρόμο με ένα τρίκυκλο και που εμείς δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε ότι γύριζε σπίτι 8 η ώρα και ήθελε να πέσει για ύπνο. Εμείς στις 8 το καλοκαίρι λυσάγαμε. Και έβγαινε ο άλλος έξω και δεν ήξερε τον τρόπο να το πει. Και άρχιζε τα “γαμώ τον Χ@#$% σας” κτλ.
ΜΠΟΝΑΤΣΟΣ ΣΟΥΠΕΡ ΣΤΑΡ
Το “Γαρύφαλλε, Γαρύφαλλε” στην κανονική εκτέλεση των Πελόμα Μποκιού το τραγουδάει ο Δαπέρης. Σου είπε ποτέ ο Μπονάτσος “γιατί να το πω εγώ; Ας το πει αυτός”;
Όχι, δεν μου το είπε ποτέ.
Επίσης, εσύ από πού το ήξερες αυτό το τραγούδι; Άκουγες ελληνικό ροκ των 70s κτλ;
Αδερφέ, εγώ μεγάλωσα σε ένα σπίτι που έπαιζε μουσική από το πρωί μέχρι το βράδυ. Και αυτό το φρόντιζε ο παππούς μου, με το κασετοφωνάκι του, το ραδιόφωνο του, ακόμα και τις παλιές τις μπομπίνες του.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον μεγάλωσα, άκουσα πάρα πολύ μουσική και ξεχώρισα δέκα πράγματα.
Αυτό το τραγούδι εκείνη την εποχή ήταν από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια, παρότι δεν ήταν γνωστό. Ήταν ένα προσωπικό ψάξιμο.
Θα με συγχωρέσεις αλλά διάβασα κάτι και δεν το θυμάμαι πολύ καλά, τα έχω έχω κάπως μπερδεμένα στο μυαλό μου. Υπήρξε περίοδος που μένατε στην ίδια πολυκατοικία με τον Μπονάτσο και τον Μαζωνάκη; Διάβασα καλά;
Όχι, έλεγα ότι έκανα τη συνεργασία με τον Βλάσση το ‘95 και μετά εκ των πραγμάτων χαθήκαμε. Οι τηλεοπτικές υποχρεώσεις του ήταν πέρα από το φυσιολογικό. Συν το γεγονός ότι ήταν ένας σούπερ σταρ. Μιλάμε για δυσθεώρητα μεγέθη. Για να το καταλάβει ένας σήμερα, αρκεί να πω ότι ήταν ο σύντροφος της Αλίκης Βουγιουκλάκη.
Και τρία χρόνια αργότερα, το ‘98, που ξεκινήσαμε να κάνουμε παρέα με τον Μαζωνάκη και να προετοιμάζουμε την περιοδεία που θα κάναμε, πάω σπίτι του συγχωρεμένου του Γιώργου στο Λυκαβηττό και πέφτω μούρη με μούρη στο ασανσέρ με τον Βλάσση.
Μου λέει “τι κάνεις εδώ;”. Του λέω “εσύ τι κάνεις εδώ;”. “Εγώ μένω εδώ, στον δεύτερο”. Στον πρώτο έμενε ο Γιώργος.
Κι έτσι ξαναρχίσαμε να κάνουμε παρέα πλέον σπίτι του Γιώργου.
Θυμάσαι κάτι;
Θυμάμαι ότι ο Γιώργος είχε γυμναστήριο μέσα στο σπίτι του και τα βράδια που γύριζε απ’ έξω ο Βλάσσης, πάντοτε περνούσε από τον Γιώργο να πιει ένα ποτό, και μας έκραζε γιατί μας έβλεπε να κάνουμε γυμναστική. “Τι μαλακίες κάνετε τέτοια ώρα ρε, 11-12 το βράδυ”.
Θυμάμαι και που είπες πώς όταν σε πήρε τηλέφωνο για να σου πει ότι δέχεται να πείτε το “Γαρύφαλλε”, ήταν 1 το βράδυ.
Έπαιζα μουσική τότε σε ένα μπαρ στο Μικρολίμανο, το Versus, και με φωνάζουνε στο ταμείο, λέγοντάς μου “είναι στο τηλέφωνο ο μπαμπάς σου”. Και λέω “ωχ, κάτι έχει γίνει για να με παίρνει 12.30 το βράδυ”.
Και μου λέει ο πατέρας μου “σε πήρε κάποιος Βλάσσης στο σπίτι και είπε να τον πάρεις τώρα”. Και τον πήρα από το σταθερό του μαγαζιού. Κι έτσι κανονίσαμε.
Βλέποντας όλη αυτήν τη διαδρομή στο ντοκιμαντέρ, τόσες δεκαετίες, ένιωσες να σου λείπει κάτι;
Οι άνθρωποι μου λείπουν ρε φίλε. Ξαναείδα τον παππού μου και είδα πόσο μου λείπει.
Και μαζί με τους ανθρώπους, μου λείπει και η εποχή. Αλλά η εποχή είναι οι άνθρωποι και το λέω αυτό με όλη τη σημασία. Οι άνθρωποι είναι αυτοί που προσδιορίζουν ή ακυρώνουν εποχές, πράγματα, σχέσεις.
Μέσα σε αυτή λοιπόν τη διαδρομή, μου λείπει ο Μιχάλης ο Παπαθανασίου της εποχής εκείνης, που μας θυμάμαι να κάνουμε την πρώτη μας συναυλία στη Θεσσαλονίκη και μετά να έχουμε γυρίσει σε ένα ξενοδοχείο της κακιάς ώρας και να χοροπηδάμε πάνω στα κρεβάτια σαν την κόρη μου με τις φίλες της. Ουρλιάζαμε από χαρά.
Δεν μου λείπουν οι στιγμές αυτές καθαυτές. Μου λείπουν οι άνθρωποι πίσω από τις στιγμές.
Και αν με ρωτήσεις τι μου λείπει περισσότερο, θα βάλω πάνω πάνω τον Μιχάλη των 90s.
ΟΚ, είναι κάποια δήλωση αυτή; Θες να του πεις κάτι που δεν καταλαβαίνω; Μήπως του είπες πρόσφατα “πώς έχεις γίνει έτσι”;
(σ.σ. γελάει) Όχι, δεν του έχω πει έτσι. Γιατί με τον Μιχάλη ξέρεις κάτι;
Είστε σαν αδέρφια, έτσι;
Όχι, δεν είμαστε σαν αδέρφια, είμαστε κάτι παραπάνω από αδέρφια.
Δεν προσδιορίζεται. Ξέρεις τι είμαστε; Είμαστε φίλοι με την απόλυτη έννοια της φιλίας, έτσι όπως προσδιορίστηκε από τον Πλάτωνα και από από τους αρχαίους φιλοσόφους.
“ΕΙΧΑΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΕΣΠΑΣΑ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ”
Eίχες κόντρες τότε;
Μόνο.
Υπήρξε μετά κάποια “συμφιλίωση”; Να πεις ότι “ξέρεις, μ’ αυτόν κάπως τα βρήκαμε. Είπαμε, τι βλακείες είναι αυτές;”.
Υπήρχε πάντα η συμφιλίωση με την κόντρα και τα κακώς κείμενα.
Δεν ασχολήθηκα ποτέ να τα βρω με κανέναν, γιατί δεν είχα ποτέ πρόβλημα με κανέναν εγώ. Αυτοί είχαν πρόβλημα με εμένα.
Εντάξει, να έχουν πρόβλημα μαζί σου το 2005, το καταλαβαίνω. Αλλά το ‘90, γιατί;
Γιατί έσπασα τον κώδικα, φίλε.
Πάλι για τον Μαζωνάκη; Τον Μπονάτσο γιατί τον δέχτηκαν πιο εύκολα;
Ο Μπονάτσος πέρασε λίγο ξυστά, εντάξει, αλλά καπάκι υπήρξε το “Θέλω να γυρίσω στα παλιά”.
Πίσω από όλο αυτό υπήρξε μια συμπεριφορά του συγκροτήματος και μια αντίληψη, η οποία ήταν έξω από τα νερά του χιπ χοπ, που έλεγε ότι δεν πρέπει να βγαίνουμε στην τηλεόραση, στις εκπομπές, στα πρωινάδικα… Τι σχέση έχουμε εμείς με την Κορομηλά και με τον Πρωινό Καφέ; Τέτοια πράγματα.
Είχες πάει σε αυτά;
Φυσικά. Από την πρώτη στιγμή.
Και πώς το ζούσες; Εσύ ο ίδιος δεν ένιωθες σαν ψάρι έξω απ’ το νερό;
Εννοείται. Αλλά είχα στο μυαλό μου ότι ξέρεις κάτι; Εγώ γιατί το κάνω αυτό; Επειδή θέλω να το επικοινωνήσω και να το μάθει όλος ο κόσμος. Πώς θα βγω από τα σύνορα της Αγίας Βαρβάρας; Πώς θα βγω μέσα από την Κολοκύθα – Βουτένης – Σίφνου και Ηρακλείου;
Και πώς σε έβλεπαν η Κορομηλά και η Μενεγάκη. Τι σε ρωτούσαν;
“Και τι είναι αυτό που κάνεις εσύ;”. “Εσείς δεν τραγουδάτε;”. “Και γιατί φοράς τόσο φαρδιά ρούχα;”. “Για βγάλε λίγο να δω το καπέλο σου. Να το βάλω λίγο; Α, ωραία, μου πάει;”.
Και για να επανέλθουμε στην αρχική κουβέντα, εδώ τίθεται ένα πολύ μεγάλο θέμα φίλε. Υπάρχει μία άποψη για μας, ερήμην μας. Σε καθορίζουν με το πώς σε βλέπουν αυτοί, με το πώς σε βλέπει ο κόσμος, όχι με το ποιος είσαι εσύ, αυτός καθαυτός.
Άρα εσένα σε τι κουτάκι σε έβαζαν τότε; Τι περίμεναν από εσένα;
Ξέρεις κάτι; Αν εγώ αποφασίσω αύριο να κάνω αυτό ή να τραγουδήσω εκείνο, ποιος μου λέει εμένα ότι δεν πρέπει να το κάνω; Ποιος; Ένας κώδικας…
Ναι, μα αυτός ο κώδικας μου έλεγε να μην συνεργαστώ με τον Μαζωνάκη που 28 χρόνια μετά το “Θέλω να γυρίσω στα παλιά” είναι ο ύμνος των δυτικών προαστίων..
Αν δεν έσπαγα τον κώδικα τότε, πώς θα υπήρχε σήμερα αυτό;
Όταν όμως βγάλατε την “Πτώση”, δεν ένιωσαν οι υπόλοιποι από την χιπ χοπ κοινότητα ότι εδώ εσείς γενικά θέλετε να κάνετε γέφυρες, όχι μόνο με το λαϊκό; Αυτοί οι λίγοι άνθρωποι που ήταν τότε στη σκηνή, τέλος πάντων.
Δεν υπήρχε χιπ χοπ σκηνή. Θα σου εξηγήσω τι εννοώ. Σκηνή σημαίνει ότι υπάρχει ένα κοινό όραμα και μια κοινή στοχοπροσήλωση προς μια κατεύθυνση. Δεν υπήρχε αυτό ποτέ. Ο καθένας ήταν ότι πως θα την κάνω και πως θα καταφέρω να ηγηθώ μιας κατάστασης τώρα που είναι νωρίς.
Όταν βγήκε αυτό το κομμάτι δεν πέρασε όμως το μήνυμα ότι “παιδιά, μπορούμε να τα βρούμε”; Ή δεν έκανε εντύπωση γιατί “αυτοί φίλοι είναι έτσι κι αλλιώς”;
Δεν είχαμε ποτέ κόντρα με Ημισκούμπρια και Terror X Crew. Άλλωστε εμείς ήμασταν αυτοί που προτείναμε τα Ημισκούμπρια στην FM Records, λέγοντάς τους “υπογράψτε τους πριν τους υπογράψουν άλλοι”.
Σας άνοιγαν και τις συναυλίες νομίζω.
Ναι. Και οι άλλοι ήταν πανκάδες που όταν αποφάσισαν να κάνουν χιπ χοπ, λέγαμε κι εμείς στην εταιρεία “πάρτε τους”.
Θυμάμαι τότε που ήμουν στο Folie να βλέπουμε μαζί με τον Αρτέμη το συμβόλαιο της FM Records και να του λέω ότι “πρόσεξε αυτό, πρόσεξε εκείνο, πρόσεξε το άλλο”. Δηλαδή ήμουν κατά κάποιο τρόπο ο άτυπος νομικός σύμβουλος (γελάμε).
“ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΜΠΟΥΜ ΜΑΣ ΧΩΡΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ”
Μετά το “Καλημέρα, Ελλάδα”, υπήρξε συνέχεια με άλλα τραγούδια που είχαν πιο πολιτικό στίχο;
Εννοείται, το “Κύριε υπουργέ”, που είναι ίσως πολύ πιο ισχυρό θεματολογικά, καθόλου τρυφερό.
Δεν υπάρχουν άλμπουμ των Goin’ Through που να μην έχουν σοβαρό πολιτικό τραγούδι και μάλιστα και πολύ πιο aggressive από το “κύριε υπουργέ, γαμώ τα υπουργεία σας”, δηλαδή με ονόματα, με αναφορές κτλ. To “Καληνύχτα, Ελλάδα”, για παράδειγμα.
Οι Goin’ Through είναι παρεξηγημένοι, γιατί η τεράστια ποπ επιτυχία που γνώρισαν, θάμπωσε σαν προβολέας και τύφλωσε τον κόσμο απ’ το να δει και τα υπόλοιπα που κάναμε.
Γιατί μήπως το “Κλείστε μου το στόμα” δεν είναι ένα πολιτικό τραγούδι, το οποίο περιέγραψε με τον πιο σπουδαίο τρόπο τι γίνεται κάθε χρόνο με τις φωτιές, με τους πολιτικούς κτλ;
Ή πριν την μεγάλη επιτυχία, δεν είχαμε βγάλει τη “Γιορτή” που περιγράφει πως κάθε χρόνο με αφορμή το Πολυτεχνείο βγαίνουν όλοι οι πολιτικοί για να πούνε την μαλακία τους;
Εσύ πού εντάσσεται πολιτικά; Αν θες μου λες.
Δεν θέλω μωρέ να το πω, ξέρεις γιατί; Γιατί τους έχω απομυθοποιήσει όλους τόσο πολύ.
Πιο πολύ πιστεύεις σε πρόσωπα πια; Έχω δει για παράδειγμα πόσο ψηλά έχεις τον δήμαρχο της Άγιας Βαρβάρας (σ.σ. Ο Nivo είναι αντιδήμαρχος εκεί)
Πιο πολύ έχω φτάσει να πιστεύω τις πολιτικές σε συνάρτηση με τα πρόσωπα. Για μένα σοβαρός πολιτικός άντρας είναι ο Λάμπρος Μίχος, ο δήμαρχος της Αγίας Βαρβάρας κτλ. Αυτόν τον δέχομαι και τον εμπιστεύομαι.
Και κάτι τελευταίο; Ποιο πιστεύεις ότι είναι το μεγαλύτερο σου κέρδος απ’ αυτήν τη διαδρομή σου στη μουσική;
Το γεγονός ότι στα 90s ξεκίνησα να ανακαλύπτω και να συνειδητοποιώ το εσωτερικό μου βάθος.
Οτιδήποτε άλλο και να έκανα, ο πιο επιτυχημένος αθλητής να ήμουν πχ, δεν θα είχα ποτέ την ευκαιρία να κάνω ένα τόσο σοβαρό και ώριμο τετ α τετ με τον εαυτό μου, μια τόσο σημαντική ενδοσκόπηση με τον εσωτερικό μου κόσμο.
ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ “ΜΕΣ ΤΑ METROPOLIS”
Α, πες μου λίγο και για τα Metropolis. Έχει πολύ ενδιαφέρον που δούλευες εκεί.
Ήμουν στην πρώτη φουρνιά που δούλεψε στο μαγαζί. Μπήκαμε μόλις αγοράστηκε και κάναμε και δουλειές -σκαψίματα, πώς το λένε… Ήμασταν εκεί δηλαδή πριν ακόμα έρθουν οι δίσκοι. Το χτίσαμε κυριολεκτικά. Και έμεινα εκεί έξι χρόνια.
Πώς τη βρήκες τη δουλειά;
Όταν απολύθηκα από φαντάρος ήμουνα DJ και δούλευα το βράδυ στο Loft του Ντίνου του Ραπτάκη. Και επειδή ήμουν σε μια φάση που κοιμόμουν όλη μέρα και ξυπνούσα 8 η ώρα το βράδυ να πάω για δουλειά, ο πατέρας μου κάποια στιγμή ήρθε και μου τράβηξε το αυτί και μου λέει “πρέπει να πιάσεις μια πρωινή δουλειά. Δεν μπορείς να κοιμάσαι όλη την ημέρα και να πηγαίνεις 11 η ώρα για δουλειά”.
Και έτσι σκέφτηκα που μπορώ να δουλεύω που να είμαι κοντά στη μουσική; Έμαθα τότε από έναν φίλο που ήταν πωλητής στην FM Records ότι ανοίγουν τα Metropolis και πήγα και έπιασα δουλειά εκεί.
Ποιο είναι το πιο τρελό που σου συνέβη εκεί;
Αυτό που συνέβαινε συνέχεια είναι ότι έμπαινε μέσα ο κόσμος και κατέβαινε τις σκάλες, εκεί που ήταν κάτω οι κασέτες, και νομίζοντας ότι εκεί ήταν ο ηλεκτρικός. Και ανεβαίνανε μετά πάνω, τους περιμέναμε και πριν μιλήσουν τους λέγαμε “ξέρω, ξέρω. Ο ηλεκτρικός είναι δίπλα”.
Αυτό ήταν μια μόνιμη συνθήκη. Από τους 100 που έρχονταν, οι 50 κατεβαίνανε κατευθείαν στον κάτω όροφο. Τους καταλαβαίναμε. Ειδικά αν έβλεπες καμιά γιαγιά…
Το δεύτερο που συνέβαινε εκεί ήταν το εξής. Ο ιδιοκτήτης, ο Βασίλης Τοπιτζής ερχόταν πάντοτε πέντε λεπτά πριν τις 9 που κλείναμε και έλεγε “κλειδώστε με μέσα”. Μετά πήγαινε στο γραφείο του πάνω στον δεύτερο όροφο που ήταν τα τζαζ τότε, καθόταν όλη νύχτα και του ανοίγαμε το πρωί στις 9, έφευγε και πήγαινε για ύπνο. Αυτός τι έκανε; Αυτός τότε, αρχές 90s, έπαιζε χρηματιστήριο στη Νέα Υόρκη. Γι’ αυτό και είχε τη ρευστότητα να ανοίγει Metropolis όπου ήθελε.
Ο Βασίλης λοιπόν ερχόταν όταν κλείναμε και μου έλεγε “πήγαινε στο Ιντεάλ να μου πάρεις να φάω”. Πάντοτε με καθυστερούσε μισή ώρα. Έτσι, κάποια στιγμή του λέω “ρε Βασίλη, εγώ είμαι ο πιο παλιός εδώ πέρα και στέλνεις εμένα να σου πάρω φαΐ;”. Και μου λέει “στέλνω εσένα γιατί ξέρω ότι δεν θα φτύσεις μες στο φαγητό μου”.
Δεν τον αγαπούσαν;
Ήταν ο τύπος που έμπαινε μέσα και όλοι τα έκαναν πάνω τους. “Με κοίταξε… Τώρα με διώχνει”. Το μεγάλο και κακό αφεντικό, φίλε.
Όμως ήταν ένας εξαιρετικά καλοκάγαθος γίγαντας, ο οποίος όμως είχε ένα physique πολύ σκληρό.
Προασπίστηκα τα συμφέροντα των Metropolis μέχρι και την τελευταία στιγμή. Θυμάμαι όταν κλέβανε, που τους παρακολουθούσαμε και τους κάναμε στήναμε καρτέρι, εκεί στη Θεμιστοκλέους μόλις έστριβαν. Τους κάναμε μπλόκο με άλλον έναν και παίρναμε τα κλοπιμαία πίσω.
Το ντοκιμαντέρ «NiVO 831 Θυμάμαι…» προβάλλεται στη μεγάλη οθόνη από τις 25 Σεπτεμβρίου. Παράλληλα, ο Nivo εμφανίζεται μαζί με τον Χρήστο Χολίδη στο Bodega Live Experience, κάθε Τρίτη, Παρασκευή και Σάββατο.