Elias Moraitis Photography

ΝΤΙΝΟΣ ΣΑΔΙΚΗΣ: “ΔΕΝ ΕΒΓΑΛΑ ΠΟΤΕ ΛΕΦΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ. ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΨΥΧΟΥΛΑ ΜΟΥ ΤΗΝ ΕΣΩΣΑ”

Μπορεί να μην «το κάνει θέμα», όμως λίγοι μπορούν να διηγηθούν την ιστορία του ελληνικού underground όοσ εκείνος. Με τους Εν Πλω, τον 88μισό και τον Μύλο, στο πλευρό του Γιάννη Αγγελάκα, με την ανάμνηση της απώλειας του Μιχάλη Πρέκα και του Δήμου Ζαμάνου…

Ο Ντίνος Σαδίκης είναι ήρεμη δύναμη. Από αυτούς τους ανθρώπους που δεν τους αρέσει να «το κάνουν θέμα». Σου δίνει την εντύπωση ότι νιώθει καλά στο επίκεντρο, μόνο όταν βρίσκεται πάνω στην σκηνή κι ακόμα κι εκεί δεν είχε πάντα πρωταγωνιστικό ρόλο, ούτε τον διεκδικούσε. 

Το Σάββατο 24 Οκτωβρίου επιστρέφει στην Αθήνα για να ανέβει στην σκηνή του AN Club. Μαζί του το ντουέτο του Φώτη Σιώτα και του Jan Van (ο ντράμερ και συνθέτης Γιάννης Αγγελόπουλος). «Είχα να παίξω από το 2014 στο ΑΝ και τώρα που έγινε η πρόταση αυτή, είπαμε να το κάνουμε μαζί με τον Φώτη και τον Γιάννη. Ο Φώτης είναι παλιός φίλος, από τη Θεσσαλονίκη. Με τη δική μου μπάντα, ίσως παρουσιάσουμε και κάποια κομμάτια που δουλεύουμε αυτόν τον καιρό για ένα άλμπουμ που θα βγει του χρόνου. Έχουμε τρία, ίσως τέσσερα. Ε, από εκεί και πέρα το υπόλοιπο σετ είναι ένα μείγμα από παλιά τραγούδια Εν Πλω συν τους τρεις προσωπικούς μου δίσκους. Για την αναλογία λίγο παιδευόμαστε ακόμα (γέλια), ποια θα αφήσουμε απ έξω δηλαδή».

Όμως όσο κάθεσαι μαζί του, και είναι υπέροχος συνομιλητής-αφηγητής, αντιλαμβάνεσαι ότι ελάχιστοι αφενός συμμετείχαν με τόσους διαφορετικούς ρόλους κι αφετέρου μπορούν να διηγηθούν από διαφορετικές οπτικές (καλλιτεχνικές, πολιτικές, κάθε είδους) την ιστορία του ελληνικού underground όσο εκείνος από τα 80s και πέρα.

Με τους Εν Πλω, αυτό το πολύτιμο (και παραλίγο χαμένο) κεφάλαιο του ελληνικού ροκ. Με τον 88μισό και τον Μύλο στα εξωστρεφή θεσσαλονικιώτικα 90s. Στο πλευρό του Γιάννη Αγγελάκα ως επιφανές μέλος των Επισκεπτών. Αλλά και σε μια άλλη ζωή, κοντά στον Μιχάλη Πρέκα, πρόσωπο που εδώ και σαράντα χρόνια είναι υπόμνηση κρατικής αυθαιρεσίας και βίαιης καταστολής. Και, φυσικά, όλα αυτά τα χρόνια με τους προσωπικούς του δίσκους και τα λαιβ του να  παραμένουν ακόμα συναρπαστικά.

Το σημαντικότερο; Επιβίωσε από μια γενιά που μέτρησε πολλές απώλειες και είναι ακόμα εδώ να θυμηθεί τις ιστορίες…

Anastasia Zisopoulou Photography

Μεγάλωσα στου Ζωγράφου. Σπούδασα στη Λάρισα. Πέρασα από τη Θεσσαλονίκη. Γύρισα ξανά για λίγο στην Αθήνα. Έζησα στην Κρήτη 5 χρόνια. Κι από εκεί ξανά Θεσσαλονίκη, από το 1994 κι έκτοτε. Τώρα ζω στην Θέρμη, 15 χιλιόμετρα μακριά από το κέντρο. Δεν κατεβαίνω πια πολύ συχνά στην Αθήνα, παρότι μου έχει μείνει το σπίτι από τότε που πέθανε η μάνα μου.

Το 1991, σε έναν παλιό αλευρόμυλο στα δυτικά της πόλης δημιουργήθηκε ο Μύλος ένας πολιτιστικός πολυχώρος που καθόρισε τη Θεσσαλονίκη για τις επόμενες δεκαετίες. Εκτός από το live stage που φιλοξένησε εκατοντάδες ονόματα, από το 1993 λειτούργησε και ο ραδιοφωνικός σταθμός 88μισό. Ο Ντίνος Σαδίκης υπήρξε για δώδεκα χρόνια διευθυντής στις χρυσές…

Μέρες Ραδιοφώνου

Δεν είχα καμία εμπειρία όταν με πήρε ένα βράδυ τηλέφωνο ο Νίκος Στεφανίδης και μου ζήτησε να φύγω από την Κρήτη για να αναλάβω το ραδιόφωνο του Μύλου, τον 88μισό. Εκείνος ήταν παλιός ερασιτέχνης, “πειρατής”, είχε περάσει ζόρικα τη δεκαετία του ‘70 με κατασχέσεις μηχανημάτων και δίσκων. Ήξερε και τη δική μου τρέλα με το ραδιόφωνο γιατί στο παρελθόν είχαμε κάνει μαζί κάποιες εκπομπές σε ερασιτεχνικούς σταθμούς που είχαν ονόματα όπως Πιθάρι του Διογένη. Βάζαμε μια κασέτα να παίζει, ας πούμε εμάς να διαβάζουμε Σκούρτη με μουσική υπόκρουση Joy Division, και βγαίναμε βόλτα στην Άνω Πόλη με το τρανζιστοράκι στα χέρια για να δούμε μέχρι πού ακουγόμαστε. Αυτή η τρέλα του ερασιτέχνη, ρε παιδί μου, είναι που δεν πληρώνεται με τίποτα και που σταδιακά εξαφανίστηκε. 

Δεν είχα, λοιπόν, εμπειρία, αλλά είχα ανοιχτό μυαλό προς όλες τις κατευθύνσεις. Όχι μόνο για τη μουσική, αλλά και στο πώς να διαχειριστώ ανθρώπους, ας πούμε τους άμεσους συνεργάτες μου. Αυτό είναι το βασικότερο. Να είσαι ανοιχτός σε όλες τις προτάσεις που θα έρθουν, να μην το παίξεις αφεντικό. Και πραγματικά, νομίζω, κάναμε ωραία πράγματα, ωραίες εκπομπές. Παίζαμε διάφορα είδη, πολύ λίγα ελληνικά – ΟΚ, σαφώς Τρύπες και Ξύλινα Σπαθιά, αλλά και Στέρεο Νόβα που είχαν βγει τότε και τους θεωρούσα καταπληκτικούς. Το βασικό είναι ότι άνοιξαν και οι δικοι μας ορίζοντες. Ακούσαμε πράγματα που διαφορετικά δε θα πετυχαίναμε μπροστά μας. Είχαμε όλοι παρελθόν στο παραδοσιακό ροκ, είχαμε περάσει από το πανκ και βρεθήκαμε να ακούμε και να παίζουμε acid jazz και Jamiroquai. Ήμασταν μέσα στην εποχή, ήταν μεγάλο σχολείο όλο αυτό. 

Θα ήταν ψέμα να πω ότι κάναμε μεγάλα νούμερα, στο 3% ήμασταν. Όμως αυτό το 3% ήταν το ανήσυχο, το επιδραστικό κοινό της πόλης: αυτοί που κυκλοφορούσαν, πήγαιναν στις συναυλίες και σύχναζαν στα πιο προωθημένα μαγαζιά π.χ. στο Berlin και στο Residents.

Παρεμβάσεις στους παραγωγούς έκανα πάρα πολύ σπάνια, ίσως και ποτέ. Είχαμε μια άτυπη συμφωνία για το τι παίζουμε και την τηρούσαν χωρίς να χάνουν τη δημιουργική ελευθερία τους. Εντάξει, είχαμε και κάποιους ιδιαίτερους όπως ο Δρ. Ροκφόρ (Γιάννης Πλόχωρας) που δεν είχε νόημα να του πεις ο,τιδήποτε. Ήταν μια φοβερή φυσιογνωμία, έφερνε πάντα το καινούριο π.χ. αυτός έπαιξε πρώτος τον ήχο του Μπρίστολ και τους Massive Attack. Επίσης, ήταν αυτός που έκανε και τις συνεντεύξεις με τους καλλιτέχνες που έρχονταν να παίξουν στον Μύλο.

Μπαίνουν ο Jeffrey Lee Pierce, o Gordon Gano και η Cesária Évora σε ένα βαγόνι-στούντιο

Το στούντιο του 88μισό ήταν ένα παλιό βαγόνι τρένου. Με το οποίο εντυπωσιάζονταν οι καλλιτέχνες και τα γκρουπ που έπαιζαν κυριολεκτικά δίπλα, στον συναυλιακό χώρο του Μύλου. Οι περισσότεροι από αυτούς φιλοξενήθηκαν για συνεντεύξεις…

Στο βαγόνι του 88μισό, 1995 (προσωπικό αρχείο Ντίνου Σαδίκη)

Άλλο μεγάλο κεφάλαιο αυτό. Αυτοί που περάσανε από το βαγόνι.

Σαν τώρα θυμάμαι τους Violent Femmes να προβάρουν και να έχουμε ανοιχτές τις πόρτες στο βαγόνι. Καταπληκτικός τύπος ο Gordon Gano, ο frontman τους. Δεν το ξέραμε, μάλιστα, ότι ήταν παντρεμένος με ελληνίδα. Πώς το μάθαμε; Του ζήτησε ο Πλόχωρας, όπως σε όλους, “please introduce yourself”. Κι εκείνος σε άψογα ελληνικά είπε: “Με λένε Γκόρντον και είμαι μουσικός”. Εγώ ήμουν κονσόλα, μείναμε κάγκελο όλοι. Ο Πλόχωρας, ετοιμοπόλεμος, το παιρνει και λέει “άσε με να μεταφράσω”, και το μεταφράζει στα αγγλικά. Πέσαμε κάτω από τα γέλια. 

Θυμάμαι επίσης τον Jeffrey Lee Pierce των Gun Club να μπαίνει στο στούντιο (τον έφερε ο Γιώργος Χριστιανάκης αμέσως μετά το soundcheck) κι από πίσω του ένα παιδί του Μύλου με μια κάσα μπίρες. Μιλούσε με τον Πλόχωρα και κάθε τόσο, σχεδόν κάθε πέντε λεπτά, άνοιγε ένα κουτάκι μπίρα κι έβγαζε από την τσέπη του ένα κουτί χάπια, καταπίνοντας ένα διαφορετικό κάθε φορά. Ήταν φοβερή συνέντευξη, πέρασε κι εκείνος πολύ καλά. Δυστυχώς, λίγους μήνες μετά, πέθανε. 

Επίσης φανταστική η Cesária Évora. Στον κόσμο της εντελώς, και το λέω όσο πιο θετικά γίνεται. Να πω ότι υπήρχε λόγος που τη συνόδευε αυτό το “η ξυπόλητη ντίβα από το Πράσινο Ακρωτήρι” γιατί είχε κάποια πάθηση, τα πόδια της ήταν πρησμένα και δεν έμπαιναν σε παπούτσι. Κυκλοφορούσε ξυπόλητη ή με κάτι τεράστιες χνουδωτές κάτι-σαν-παντόφλες. Ήταν στο ξεκίνημα της καριέρας της, παρότι πάνω από 50, ερχόταν από το Παρίσι και της ήταν όλα πρωτόγνωρα. Είχε μαζί της έναν “μάνατζερ” που προφανώς δεν ήταν επαγγελματίας αλλά κάποιος φίλος, μάλλον συγχωριανός της (γέλια). Κι όταν της κάναμε δώρο το μπλουζάκι του 88μισό, τρελάθηκε από τη χαρά της και τον έφαγε να βρει κάτι να μας το ανταποδώσει. Τελικά, μας έδωσε ένα CD της, που το είχαμε βέβαια. Σε όλους μας θα μείνει αξέχαστη η επιχείρηση που στήσαμε για να την ανεβάσουμε στο βαγόνι-στούντιο, το οποίο ήταν σε κάποιο ύψος – όχι ότι πιο εύκολο για έναν άνθρωπο με τα κιλά της. Ήμασταν τρεις από πίσω της και σπρώχναμε σαν σκηνικό από κωμωδία. Αλλά, πίστεψέ με, αυτή που το διασκέδασε περισσότερο απ’ όλους ήταν η ίδια. 

Ναι, ο David Byrne ήταν ο πιο στριφνός. Κάπως απόμακρος κι αποστασιοποιημένος. Απολύτως επαγγελματίας, όμως. 

Πώς έμεινε στην ιστορία το θρυλικό secret gig του Nick Cave με τους Bad Seeds…

Στα live του Μύλου, τα περισσότερα με ονόματα που επισκέπτονταν για πρώτη φορά τη Θεσσαλονίκη, η πιο συνήθης εικόνα του Ντίνου Σαδίκη ήταν με μια κάμερα στο χέρι, στα κρυφά ή τα φανερά, να τις καταγράφει. Το υλικό που διασώζεται σήμερα στο κανάλι του είναι ανυπολόγιστης ιστορικής αξίας…

Μ’ αρέσει αυτή η ιδιότητα: “καταγραφέας”. Και είναι η αλήθεια ότι ήμουν από τους πρώτους – ούτε σόσιαλ, ούτε καν κινητά υπήρχανε τότε. Δεν ήξερα καν τι να κάνω το υλικό. Αλλά είχαμε την ιδέα να υπάρξει ένα αρχείο με τις συναυλίες του Μύλου, όποτε τέλος πάντων μας έδιναν άδεια οι καλλιτέχνες και τα γκρουπ να τραβήξουμε. Ήταν πολύ διαφορετική η πραγματικότητα τότε. Καμία σχέση μέ σήμερα που όλοι σηκώνουν τα κινητά, τότε τους κυνηγούσαν όσους τραβούσαν χωρίς άδεια. 

Αλλά υπήρξαν και συναυλίες που τις έχασα. Γιατί π.χ. ο μάνατζερ ή ο roadie του γκρουπ με σταμάτησε και μου πήρε την κασέτα. Ή ακόμα και με έβγαλε έξω από τη συναυλία, παρότι ήμουν μαζί με τους ανθρώπους του Μύλου, τους διοργανωτές. Από ένα σημείο και μετά, είπα “ε, αυτό το πράγμα δεν μπορεί να συνεχιστεί” και πήρα τα μέτρα μου. Είχα λοιπόν μαζί μου πολλές κασέτες και στην καθεμία έγραφα ένα μόνο τραγούδι, έτσι ώστε ότι και να γινόταν να έχανα μόνο αυτό. 

Γι’ αυτό κι έχουν διασωθεί πέντε κομμάτια από την περίφημη “κρυφή” συναυλία του Nick Cave με τους Bad Seeds στο κλαμπ του Μύλου το 1994. Ήταν κρυφή, γιατί έγινε μία μέρα πριν την μεγάλη προγραμματισμένη συναυλία στο Ιβανώφειο. Είχαν έρθει όμως νωρίτερα κι εκεί που έτρωγαν στο Μύλο, τους λέει ο Γιώργος Χριστιανάκης (που έκανε όλα τα bookings του Μύλου), “σήμερα τι κάνετε; δεν παίζετε το βράδυ μόνο για μας;”. Πήγε στόμα με στόμα, σε κολλημένους και φανατικούς, μαζευτήκαμε καμιά 300ρια άτομα και ήταν μια αξέχαστη βραδιά. Είχε μόλις κυκλοφορήσει το Let Love In και ήταν σε μεγάλη φόρμα, δεν ξέρω αν έπαιξαν ποτέ ξανά σε τόσο μικρό χώρο. Κι όμως, προς τιμήν τους, το ρίσκαραν να χάσουν κάποια εισιτήρια από την επόμενη μέρα. Είχαμε και κάτι θέματα με τον Blixa που τον χτυπούσε το ρεύμα στο μικρόφωνο και δεν ήθελε να βγει – εμείς ήμασταν συνηθισμένοι σε κάτι τέτοια (γέλια), τελικά το φτιάξαμε. Κι εγώ το βράδυ πήγα στο live με δέκα Hi8 κασέτες στο μπουφάν μου, για να καταγράψω τελικά πέντε κομμάτια. 

Όσον αφορά πάντως την καταγραφή, να πω ότι θεωρώ μεγάλη ιστορία ότι σε αρκετές συναυλίες κάναμε ζωντανή μετάδοση από το ραδιόφωνο του Μύλου. Είχαμε τραβήξει γραμμές δηλαδή σε όλες τις κονσόλες και με το πάτημα ενός κουμπιού, μπορούσαμε να βγαίνουμε αέρα. Αυτό το πράγμα δεν ξέρω πόσα ραδιόφωνα στην Ελλάδα μπορούσαν να το κάνουν. Μόνο το κρατικό ίσως. 

Από τον David Byrne που ήρθε σόλο, νομίζω το ‘95, θυμάμαι ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα συναυλία χωρίς να υπάρχει τίποτα πάνω στη σκηνή. Είχαν κρύψει τα πάντα πίσω από τις κουρτίνες, όλα ήταν καθαρά στο stage, ασύρματα και χωρίς κανένα μόνιτορ. Κι ο ήχος καταπληκτικός, μου έκανε μεγάλη εντύπωση. 

Από την άλλη, ο Tricky μας αποτελείωσε. Την έχω ακόμα αυτή την συναυλία σε καταπληκτική εγγραφή. Μας εξόντωσε ο τύπος, με την καλή έννοια. Δεν κατέβαινε με τίποτα, δεν έλεγε να τελειώσει. Έπαιζε τρεις ώρες σε απόλυτο σκοτάδι, δεν είδαμε τη φάτσα του, πώς να στο πω; 

Ακούσαμε κι άλλα φοβερά πράγματα στον Μύλο εκείνα τα χρόνια π.χ. απίστευτους τζαζίστες, κι ας έπαιξαν κάποιοι μπροστά σε μόνο 50 – 100 άτομα. Χορτάσαμε, άνοιξε το μυαλό μας και το αυτί μας. Τόσο το δικό μας, όσο και του κόσμου. 

Η μεγάλη περιπέτεια των Εν Πλω

Εν ΠΛω, η σύνθεση του δίσκου // Δήμος Ζαμάνος, Ντίνος Σαδίκης, Κώστας Καλογήρου ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΝΤΙΝΟΥ ΣΑΔΙΚΗ

Έζησα από πολύ κοντά στη Θεσσαλονίκη αυτό που έμεινε ως “έκρηξη” στα 80s με Τρύπες, Μωρά στη Φωτιά κι αργότερα Ξύλινα Σπαθιά. Όμως τότε, ακριβώς επειδή ήμασταν νεότεροι και το ζούσαμε, επειδή ήμασταν μέσα σε όλο αυτό, δεν το συνειδητοποιούσαμε ότι συνέβαινε. Υπήρχε πάλι αυτή η τρέλα του ερασιτέχνη. Το έχω συζητήσει και με τα παιδιά από τις Τρύπες. Κανείς μας δεν περίμενε ότι θα ζήσουμε από τη μουσική. Δηλαδή, κάναμε τραγούδια για να τα παίξουμε και στην καλύτερη περίπτωση να τα ηχογραφήσουμε, γιατί τότε δύσκολα έβγαζες δίσκο.

Εμείς, μέχρι να βγουν οι Εν Πλω,  φάγαμε δύο ή τρεις απορρίψεις. Τη μία τη θυμάμαι χαρακτηριστικά, ήταν από τον Αιμίλιο (σ.σ. Κατσούρη) της Hitch Hyke. Φυσικά και δεν κρατάω κακία. Άκουσε ένα demo που σίγουρα δεν έδειχνε πως θα εξελισσόταν το άλμπουμ μετά. Κι επίσης, για τα δεδομένα της εποχής, το demo μας ήταν πιο “ποπ” – σκοτεινό έγινε αργότερα όταν μείναμε οι δυο μας στην μπάντα, εγώ κι ο Δήμος Ζαμάνος. Με βρήκε που λες ο Αιμίλιος μετά από χρόνια στο AN και μου λέει “ρε συ Ντίνο, αυτό το πράγμα πώς μου ξέφυγε;”. Τι γλυκό παιδί! Και τι φοβερή δουλειά έχει κάνει τόσα χρόνια…

Την 1η Οκτωβρίου του 1987, ο 32χρονος Μιχάλης Πρέκας, μαζί με τους Χριστόφορο Μαρίνο και Κλέαρχο Σμυρναίο, όλοι τους μέλη του αντιεξουσιαστικού χώρου, επιχείρησαν να κλέψουν ασύρματο από περιπολικό. Η απόπειρα ήταν αποτυχημένη κι ακολούθησε καταδίωξη, οι άλλοι δύο συνελήφθησαν κι ο Πρέκας εγκλωβίστηκε σε πολυκατοικία. Για ώρες, υπήρχε ανταλλαγή πυροβολισμών ανάμεσα στον εγκλωβισμένο και σε δυνάμεις της αστυνομίας και των ΕΚΑΜ που είχαν καταφτάσει. Όλα αυτά με τις τηλεοπτικές κάμερες να γράφουν και τα στιγμιότυπα να μεταδίδονται στην τηλεόραση. 

Με τον Πρέκα τραυματισμένο, οι αστυνομικοί εισέβαλαν στο διαμέρισμα, τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν αιμόφυρτο στο νοσοκομείο. Στη διάρκεια της διαδρομής, άφησε την τελευταία του πνοή. Οι σύντροφοι του Πρέκα, αλλά και η 17Ν σε επόμενη προκήρυξή της, υποστήριξαν ότι ο Πρέκας δολοφονήθηκε μέσα στο περιπολικό. Η έγκυος σύζυγός του Βαγγελιώ Βογιατζή, που συνελήφθη επίσης και μεγάλωσε τον γιο τους για ενάμιση χρόνο στη φυλακή, όταν αποφυλακίστηκε, κατέθεσε μήνυση εις βάρος τριών αστυνομικών των ΕΚΑΜ, οι οποίοι απαλλάχθηκαν το 1992 (Ένας από αυτούς αργότερα αποτάχθηκε για εμπόριο όπλων και προστασία σε νυχτερινά μαγαζιά.) Ως φυγόδικος εκείνη την εποχή, ο Μιχάλης Πρέκας είχε βρει καταφύγιο στο σπίτι του Ντίνου Σαδίκη στα Ιλίσια.

Με την αρχική τους σύνθεση οι Εν Πλω ξεκίνησαν το 1985. Μείναμε δύο μετά τα γεγονότα του Οκτωβρίου του 1987, όταν σκότωσαν τον Μιχάλη Πρέκα. Τότε έγινε η διάσπαση. Υπήρχε πολλή πίεση. Πηγαίναμε στο σπίτι του Ζαμάνου που ήταν το στούντιο και ήταν απ’ έξω κάθε μέρα ασφαλίτες. Κάθονταν οι άνθρωποι, έπιναν καφεδάκι και μας έβλεπαν να μπαινοβγαίνουμε. Δηλαδή ήμασταν υπό παρακολούθηση όλο τον Οκτώβριο, το Νοέμβριο, και τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς. Κατέγραφαν όποιον έμπαινε σ’ εκείνο το σπίτι, δεν ήταν εύκολο να πηγαίνεις εκεί κι απλά να παίζεις μουσική. Ο Χρήστος Πολίτης που ήταν στα ντραμς και ο Μίμης Καλφούσιας που έπαιζε μπάσο δεν άντεξαν και δήλωσαν ότι θα αποχωρήσουν. Ήταν πολύ φυσιολογικό. Δεν τους αδικώ, αλίμονο, μιλάμε για φιλία χρόνων Με τον Πολίτη παίζαμε μαζί απ’ τα χρόνια που σπούδαζα στη Λάρισα, δηλαδή από το 1979, ήμασταν και σε ένα άλλο γκρουπ που λεγόταν Μαύρα Τηγάνια.

Εγώ τότε ζούσα στα Ιλίσια, με δύο κοπέλες συγκάτοικους. Σε εκείνο το σπίτι έμενε κι ο Μιχάλης, είχαμε γνωριστεί μέσω της γυναίκας του της Βαγγελιώς. Από εκεί έφυγε και πήγε στην Καλογρέζα. Κι έγινε ό,τι έγινε. Με τον Μιχάλη είχαμε μια συμφωνία, να το πω έτσι: “μπορείς να είσαι στο σπίτι, να το χρησιμοποιείς ως καταφύγιό σου (γιατί δεν ήμασταν ούτε καρφωμένοι ούτε γνωστοί στις αρχές) αλλά δε θα μπαινοβγαίνει κόσμος και, γενικά, δε θέλω να ξέρω τίποτα”. Όλοι θέλαμε κάπου να καθίσει και να ηρεμήσει, γιατί ήταν καταζητούμενος. Τον αγαπούσα και τον εκτιμούσα σαν φίλο τον Μιχάλη, γι’ αυτό το έκανα. Κι εκείνος την τήρησε την συμφωνία. 

Τελικά, ο δίσκος των Εν Πλω βγήκε το 1989. Για να καταλάβεις, στην πρώτη έκδοση του δίσκου δεν βάλαμε καν τα ονόματά μας. Δεν θυμάμαι καν αν έγινε κουβέντα. Καθοριστικό ρόλο στο να βγει ο δίσκος έπαιξε ο Ανδρέας Χριστοφίδης, ο οποίος δεν είχε καμία προϊστορία στη παραγωγή δίσκων (είχε την Penguin που έκανε διανομή ξένου ρεπερτορίου) αλλά μόλις το άκουσε είπε “αυτό πρέπει να βγει” και το χρηματοδότησε, προσφέροντας και όλη την νομική υποστήριξη για την έκδοση. Καταπληκτικός τύπος, να είναι καλά όπου είναι τώρα. Χωρίς αυτόν δύσκολα θα βγαίναμε. 

Κι εμένα με εκπλήσσει ώρες ώρες ότι υπάρχει νέος κόσμος που ακούει αυτά τα τραγούδια ή ανακαλύπτει τώρα π.χ. τα κομμάτια των Εν Πλω. Μ’ αρέσει φυσικά. Ξεφεύγεις λίγο από το πεπρωμένο να γίνεις δεινόσαυρος. Εγώ, έτσι κι αλλιώς, έχω και νεότερους στην μπάντα μου, οι οποίοι παίζουν μαζί μου εδώ και 25 χρόνια. Τους βρήκα πιτσιρικάδες, 20 χρονών, και μεγαλώσαμε μαζί. Μόνο καλό μου κάνει αυτή η αλληλεπίδραση, γιατί μου δίνουν φρέσκες ιδέες. Μου φέρνουν μουσικές καινούργιες να ακούσω που, κακά τα ψέματα, δε θα ανακάλυπτα σήμερα γιατί δεν ψάχνομαι όπως ψαχνόμουν πριν από 20-30 χρόνια.

Η γενιά της απώλειας και το πουλημένο αντίτυπο των Εν Πλω

Επόμενο άλμπουμ των Εν Πλω, παρά τα σχέδια, δεν ήρθε ποτέ. Το 1998 ο Δήμος Ζαμάνος αυτοκτόνησε – ένας ψαράς τον βρήκε δεμένο με αλυσίδες στο λιμάνι της Ραφήνας. 

Είχαμε απώλειες εκείνη η παρέα, εκείνη η γενιά –  “ακόμα έχω την απορία αν βγήκε κανείς σώος από αυτήν την ιστορία”, έγραψα στο σημείωμα της επανέκδοσης του δίσκου των Εν Πλω. Δε μιλάω μόνο για αυτούς που χάθηκαν, όπως ο Δήμος κι ο Μιχάλης, αλλά και για άλλους φίλους που βυθίστηκαν ψυχολογικά ή έμπλεξαν βαριά με τα ναρκωτικά. Ήταν δύσκολη περίοδος, πολύ πιεστική η φάση. Εμείς ευτυχώς είχαμε τη μουσική, φτιάχναμε τραγούδια. 

Θυμάμαι, ερχόταν ο Μιχάλης ενώ παίζαμε σε κάτι μαγαζιά κυρίως διασκευές και κάποια από τα δικά μας, δεν τα είχαμε όλα ακόμα. Και του άρεσε να ακούει “Το Όνειρο”, ένα κομμάτι που είχα γράψει με αφορμή την περιβόητη φωτογραφία του Χρήστου Τσουτσουβή που είναι πεσμένος κάτω με ανοιχτά τα μάτια. Ένα στιγμιότυπο που είχαν κυκλοφορήσει οι αρχές, γιατί δεν ήξεραν ποιον είχαν στα χέρια τους. Θυμάμαι, λοιπόν, τον Μιχάλη να έρχεται στα κρυφά από μια άκρη, ας πούμε, της σκηνής και να μας λέει “θα μου παίξετε Το Όνειρο;”. Το άκουγε κι έφευγε. 

Μάζεψαν πολύ κόσμο εκείνες τις μέρες του ‘87 μετά την Καλογρέζα. Έκαναν ντου και στο σπίτι-στούντιο στην Καλαβρίας στου Γκύζη. Εγώ έφαγα 6 μήνες με αναστολή για υπόθαλψη εγκληματία. Υπήρχαν τα στοιχεία, πήρα και πάνω μου κάποια πράγματα, σπίτι μου ήταν δεν μπορούσα να αρνηθώ κάτι. Τότε ήταν πλημμέλημα – σήμερα κάτι αντίστοιχο είναι κακούργημα. Ευτυχώς, μέρος της συμφωνίας με τον Μιχάλη ήταν να μην γνωρίζω τίποτα, γιατί αλλιώς άνθρωπος είσαι, δεν μπορείς να ξέρεις αν κάποια στιγμή θα σπάσεις και θα τα πεις.

Μετά τον χαμό του Ζαμάνου, το συγκρότημα τελείωσε. Αλλά με τα χρόνια εκείνος ο μαναδικός, και παραγνωρισμένος στην ώρα του, δίσκος των Εν Πλω δικαιώθηκε. Τα αντίτυπα της πρώτης έκδοσης έφτασαν να πωλούνται για αστρονομικά ποσά στο Discogs, μέχρι που το 2011 επανεκδόθηκε. 

Από την αρχική κοπή των Εν Πλω κράτησα μόνο έναν δίσκο. Γιατί το 1996 που υπήρχε μια κουβεντα για επανακυκλοφορία, ο Ανδρέας ήταν αντίθετος, δεν μπόρεσα να τον πείσω και στο φινάλε του ζήτησα απλά να έχω άλλο ένα αντίτυπο (που τον έκανα δώρο στην κοπέλα μου). Τα χρόνια πέρασαν, άλλαξαν οι εποχές, οι τιμές ανέβηκαν και η πρώτη έκδοση έγινε περιζήτητη. Ε, λοιπόν κι εγώ σε κάποια στιγμή μεγάλης πείνας το πούλησα το δικό μου το βινύλιο. Κι έβγαλα δυο-τρεις μήνες να ξέρεις. “Ρε συ, κοίτα να δεις που έπιασε τόπο αυτό το πράγμα”, είπα στον εαυτό μου. 

Τι να κάνω, δεν είχα άλλη επιλογή. Ήταν μια δύσκολη εποχή, Πούλησα επίσης και τα μάστερ από τις Νύχτες, ένα μίνι LP με remixes (εμάς δηλαδή να παίζουμε στις κονσόλες) στα τραγούδια του δίσκου που τελικά έβγαλε η Labyrinth of Thoughts του Νίκου Στυλίδη το 2015 (από την ίδια εταιρεία βγαίνουν πια και τα προσωπικά μου). Είχαν βγει τότε 10 test pressings, ένα πήρα εγώ – ένα ο Ζαμάνος. Ποιος ξέρει ποιος έχει σήμερα τα υπόλοιπα;  

Με τον Αγγελάκα: Μπαγλαμάς, ρεβύθια και καλή παρέα

Στην σκηνή με τους Επισκέπτες και τον μπαγλαμά ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΝΤΙΝΟΥ ΣΑΔΙΚΗ

Ναι, μάλλον όλα αυτά τα γεγονότα με τον Μιχάλη με οδήγησαν να διασκευάσω το “Αντιλαλούν οι Φυλακές”. Αγαπημένο μου κομμάτι, αλλά είχαμε και προϊστορία στο ρεμπέτικο. Με τον Ζαμάνο, να φανταστείς, παίζαμε έξι μήνες για χαρτζιλίκι στο Μινόρε, ένα ρεμπετάδικο στο Κουκάκι το 1985 – εγώ μπουζούκι κι ο Δήμος κλαρίνο. Ήθελε θράσος, δεν ήμασταν του χώρου. 

Τον μπαγλαμά τον ξανάπιασα με τους Επισκέπτες και τον Γιάννη Αγγελάκα. Τι να συζητάμε τώρα; Μια απο τις καλύτερες περιόδους στη ζωή μου. Ήταν κάτι μεγάλο που πρέπει να το πιστώσουμε στον Αγγελάκα που πήρε το ρίσκο να το προτείνει και να το κάνει. 

Δεκαπέντε άνθρωποι πάνω στη σκηνή, δεκαέξι άτομα σύνολο, μην ξεχάσουμε και τον Τίτο Καρυωτάκη στον ήχο. Μιλάμε για εκπληκτικούς μουσικούς. Όμως, πρώτα απ’ όλα ήμασταν φίλοι. Κάτι που για μένα είναι βασικό. Αν δεν αισθάνομαι μία τέτοια σχέση φιλική, δεν μπορώ να το κάνω. Γι’ αυτό κι απέρριπτα επί χρόνια προτάσεις για συμμετοχές, τώρα τελευταία έχω χαλαρώσει λίγο. 

Δυστυχώς, όμως, ήμασταν πάρα πολλοί. Το ξέραμε από την αρχή ότι δε θα ήταν βιώσιμο μακροπρόθεσμα. Ήρθε και η κρίση. Ήμουν από αυτούς που επέμεναν “παιδιά να το συνεχίσουμε”, αλλά η πραγματικότητα ήταν σκληρή. Οπότε κι ο καθένας έκανε κάτι διαφορετικό.

Μετά συνεχίσαμε στο Γιάννης Αγγελάκας 3 – πιο μαζεμένο αλλά είχαμε κι άλλες ιστορίες να πούμε. Άσε που με τον Γιάννη βρισκόμασταν κάθε μέρα, Επανομή-Θέρμη δεν είναι τίποτα. Κάναμε παρέα, παίζαμε μουσική, να ξέρετε είναι καταπληκτικός μάγειρας ο Αγγελάκας. Κι εγώ μαγειρεύω, αλλά αυτός είναι άλλο επίπεδο. Τα ρεβύθια του, αυτό είναι το καλύτερό του – κάνει κάποιο κόλπο και τα χυλώνει πολύ καλά. Με τον Γιάννη κάναμε κι εκπομπή για ένα εξάμηνο στο Κόκκινο το 2006, μας είχε φωνάξει ο Βαγγέλης Βέκιος από τις Μουσικές Ταξιαρχίες που ήταν τότε διευθυντής προγράμματος. Στέλναμε τις εκπομπές σε μίνι ντισκ κι αν πρόσεχε κάποιος στο βάθος μπορεί να άκουγε να βράζουν φαγητά, σίγουρα να γελάμε και να τσουγκράμε ρακές. Έτσι έχω μάθει να λειτουργώ εγώ. 

Στο Κύτταρο ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΝΤΙΝΟΥ ΣΑΔΙΚΗ

– Ντίνο, τι κατάλαβες από όλα αυτά; 

Κάτι κατάλαβα είναι η αλήθεια. Εννοείται ότι ποτέ δεν έβγαλα λεφτά από αυτά που έκανα – δεν υπήρχε ποτέ τέτοιο θέμα. Κι επίσης, όλα αυτά τα χρόνια, το σώμα μου διαμαρτυρήθηκε πολλές φορές. Σε στυλ “καλά ρε, δεν κοιτάς και λίγο λίγο την πραγματικότητα;”. Ε, δεν τα κατάφερα να κοιτάξω την πραγματικότητα. Όχι ότι δεν δοκίμασα, αλλά δεν περνούσα καλά. Επομένως, δεν ξέρω για το σώμα μου αλλά την ψυχούλα μου την έσωσα…

Info:

Ντίνος Σαδίκης | Jan Van & Φώτης Σιώτας, Σάββατο 24 Οκτωβρίου, 20.30 AN Club (Σολωμού 13-15, Εξάρχεια). Εισιτήρια: €12 (προπώληση) €15 (ταμείο).

Ακούστε τη δισκογραφία του Ντίνου Σαδίκη εδώ

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα