Το αόρατο χέρι της αγοράς και ο νυχτοφύλακας
Διαβάζεται σε 4'
Από το «αόρατο χέρι» της αγοράς και το κράτος-νυχτοφύλακα έως την ακρίβεια, το στεγαστικό και την εκπαίδευση, οι παλιές βεβαιότητες του νεοφιλελευθερισμού διαψεύδονται από την ακρίβεια, το στεγαστικό και τις κοινωνικές ανισότητες.
- 19 Οκτωβρίου 2026 10:31
Τα μυθεύματα του νεοφιλελευθερισμού είναι παλιά, αφού αναπαράγουν ιδέες (αόρατο χέρι αγοράς, κράτος νυχτοφύλακας) πρωτοδιατυπωμένες από εκατονταετίες. Δεν είναι αποκρυσταλλωμένα, όχι μόνο επειδή τα μυθεύματα εξ ορισμού είναι αόριστα, αλλά και επειδή αφορούν δοξασίες ακόμη αμφισβητούμενες: Κάποιες φαίνονται να κάμπτονται, όπως πχ το δόγμα ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία αποτελεί μια πανάκεια για κάθε ασθένεια, άλλες όμως συνεχίζουν να αντέχουν.
Η παλιά ιδέα όμως, πχ η διάσημη φράση του A. Smith (από τον 18ο αιώνα) για το «αόρατο χέρι της αγοράς», γίνεται δραματικά και εκρηκτικά επίκαιρη καθώς ο πολίτης βιώνει την ακρίβεια και το στεγαστικό σαν αδιέξοδα: Η καταναλωτική δύναμή του αδυνατεί να συναντήσει τις τιμές της αγοράς, οι εκμισθωτές ακινήτων συνεχίζουν να ζητούν πολλά και οι υποψήφιοι ενοικιαστές να διαθέτουν λίγα. Αποτελέσματα γνωστά σε όλους και αισθητά σε πολλούς, το ψυγείο του σπιτιού να μη γεμίζει, ο φοιτητής να μην μπορεί να μετακινηθεί για να σπουδάσει, κι ο νέος εργαζόμενος να μετακινηθεί προκειμένου να εργαστεί.
Οι γονείς βέβαια συνεχίζουν να κάνουν ό,τι μπορούν για να στηρίξουν οικονομικά τις σπουδές των παιδιών τους, παλιό κι αυτό. Το καινούριο είναι πως εκτός από τις σπουδές πρέπει να χρηματοδοτούν τώρα και την εργασία των παιδιών, αφού ο μέσος μισθός δεν αρκεί για τη διαβίωση όταν συνυπάρχουν και έξοδα ενοικίου, πόσο μάλλον και έξοδα μετακίνησης και ακρίβεια στους λογαριασμούς. Έτσι εντείνονται οι κοινωνικές τριβές, κι ο σύγχρονος πολιτισμός μπορεί να συλλογίζεται ότι κάποτε αόρατο ήταν μόνο το χέρι του κλέφτη.
Τα ίδια φαινόμενα εντωμεταξύ διαψεύδουν και το άλλο ανθεκτικό μύθευμα, περί του κράτους -νυχτοφύλακα. Κρατά κι αυτό από τον 19ο αιώνα, ο F. Lassalle «μίλησε στην ψυχή» των νεοφιλελεύθερων, υποστηρίζοντας ότι το κράτος χρειάζεται μόνο για να εγγυάται την ιδιοκτησία και την τάξη, ενώ η αγορά μπορεί δρώντας για το ιδιωτικό συμφέρον να αυτορυθμίζεται και να παράγει κοινωνικοοικονομικές ισορροπίες, ασχολούμενη με όλα τα υπόλοιπα. Η διάψευση μάλιστα εδώ είναι παταγώδης: Σε κάποιες περιπτώσεις οι κυβερνήσεις δείχνουν να μη μπορούν ακόμη κι όταν κάτι (πχ ρύθμιση τιμών σε προεκλογική περίοδο) συμβεί να το θελήσουν: Ούτε καν στον ελαχιστοποιημένο ρόλο του επόπτη – εγγυητή κατορθώνουν να ανταποκριθούν στοιχειωδώς.
Η ιστορία του Γ. Μαζωνάκη ήταν ένα μικρό αλλά τραγικό δείγμα πως ο νυχτοφύλακας υποκύπτει σε υπνάκους κατά τη βάρδια του. Δειγματοληπτικές και ανεπαρκείς, δέσμιες ελλειμμάτων, αποκαλύφθηκαν οι ελεγκτικές επιθεωρήσεις στο τομέα της υγείας. Όχι μόνο οι κρατικές αλλά και επαγγελματικών – επιστημονικών συλλόγων που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου ακριβώς προκειμένου να μπορούν να εγγυώνται τα στοιχειώδη στον πληθυσμό.
Όλο και πιο ορατή στις μέρες μας γίνεται επίσης και η διάψευση του δόγματος της αριστείας στην εκπαίδευση. Η εξυπηρέτηση μιας ολιγαρχίας της γνώσης μεθοδεύεται με το δόγμα της τελειότητας με δυο τρόπους: Από τη μια, με τη συρρίκνωση των δημόσιων σχολείων και πανεπιστημίων μέσω της καταβαράθρωσης των προϋπολογισμών τους και του περιορισμού του αριθμού διδασκόντων και διδασκομένων («οι άριστοι είναι λίγοι»). Από την άλλη, με τον αποκλεισμό των φτωχών από τις σπουδές στον ιδιωτικό χώρο: Αυτοί που δεν κατορθώνουν να ανταποκριθούν σε δαπάνες διατροφής και στέγασης, δεν μπορούν και δεν πρόκειται να καταβάλουν επιπλέον αυτών ακριβά δίδακτρα.
Ευτυχώς μένει ανοιχτή η ιδέα πως η ιστορία προχωρεί κατά κύματα. Σκεπτικισμός; Μάλλον. Δεν τροφοδοτεί όμως ρητορικά κάποια συμφέροντα, ούτε στηρίζει σύγχρονες τεχνολογικές υπεραισιοδοξίες για αυτόματη πρόοδο. Αφήνει προοπτικές για προσπάθειες και ελπίδες.