ΟΟΣΑ – Δείκτης Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026: Οι αδυναμίες της Ελλάδας

Διαβάζεται σε 6'
ΟΟΣΑ – Δείκτης Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026: Οι αδυναμίες της Ελλάδας
Φωτογραφία αρχείου iStock

Τρεις βασικές αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος αναδεικνύουν οι συντάκτες της μελέτης.

Σταθερή στην 23η θέση μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ παραμένει η Ελλάδα στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026, συγκεντρώνοντας βαθμολογία 65,9 στα 100, έναντι 65,7 το 2025.

Η μελέτη, που δημοσιεύεται στην Ελλάδα από το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), σε συνεργασία με το Tax Foundation, καταγράφει τις επιδόσεις των φορολογικών συστημάτων του ΟΟΣΑ, αναδεικνύοντας τόσο τα συγκριτικά πλεονεκτήματα όσο και τις αδυναμίες τους ως προς τον σχεδιασμό, την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητά τους.

Παρά τη μικρή βελτίωση της βαθμολογίας της, η Ελλάδα δεν μετακινείται από τη θέση που κατείχε και την προηγούμενη χρονιά. Η συνολική εικόνα, ωστόσο, αποκαλύπτει σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών φορολόγησης, με την επιβάρυνση των φυσικών προσώπων να αποτελεί το ισχυρότερο σημείο του ελληνικού συστήματος και τους φόρους κατανάλωσης και ιδιοκτησίας να εξακολουθούν να αποτελούν τις μεγαλύτερες αδυναμίες.

Ειδικότερα, η Ελλάδα καταλαμβάνει την 5η θέση στη φορολόγηση φυσικών προσώπων, την 22η στην εταιρική φορολόγηση και τη 19η στους κανόνες διασυνοριακής φορολόγησης. Αντίθετα, υποχωρεί στην 29η θέση στη φορολόγηση της κατανάλωσης και στην 30ή στους φόρους επί της ιδιοκτησίας.

Ο Δείκτης δεν περιορίζεται στη σύγκριση των φορολογικών συντελεστών, αλλά αξιολογεί κατά πόσο το φορολογικό σύστημα κάθε χώρας είναι ανταγωνιστικό, ουδέτερο και αποτελεσματικό, καθώς και εάν δημιουργεί συνθήκες που ευνοούν τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα.

Οι αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος

Τρεις βασικές αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος αναδεικνύουν οι συντάκτες της μελέτης και συγκεκριμένα, τους περιορισμούς στον συμψηφισμό επιχειρηματικών ζημιών, την πολλαπλότητα των φόρων στην ιδιοκτησία και στις συναλλαγές, καθώς και τον υψηλό συντελεστή ΦΠΑ σε συνδυασμό με την περιορισμένη φορολογική του βάση.

Ουσιαστικά, η εικόνα που προκύπτει από τον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026 είναι ότι η Ελλάδα διατηρεί ορισμένα ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να έχει αντιμετωπίσει διαρθρωτικές αδυναμίες που επηρεάζουν τη συνολική της επίδοση. Η βελτίωση της θέσης της δεν εξαρτάται μόνο από τη μείωση επιμέρους φορολογικών συντελεστών, αλλά και από την απλούστευση των κανόνων, τη διεύρυνση των φορολογικών βάσεων και τη διαμόρφωση ενός πιο συνεκτικού και προβλέψιμου πλαισίου για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Στο πεδίο της επιχειρηματικής φορολόγησης, ειδικότερα, οι ελληνικές επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα συμψηφισμού ζημιών με μελλοντικά κέρδη, ενώ δεν προβλέπεται η αξιοποίησή τους για τη μείωση του φορολογητέου εισοδήματος προηγούμενων ετών. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι περιορισμοί αυτοί επηρεάζουν την ευελιξία των επιχειρήσεων και τη φορολογική αντιμετώπιση των κερδών τους σε βάθος χρόνου.

Παράλληλα, η Ελλάδα επιβάλλει πολλαπλές επιβαρύνσεις στην ιδιοκτησία και στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Σε αυτές περιλαμβάνονται φόροι στις αυξήσεις κεφαλαίου, στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, στις μεταβιβάσεις ακινήτων και στις κληρονομιές, καθώς και εισφορά στις τράπεζες. Η συσσώρευση διαφορετικών φορολογικών επιβαρύνσεων αποτελεί, κατά το Tax Foundation, έναν από τους παράγοντες που περιορίζουν την ανταγωνιστικότητα του συστήματος.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον ΦΠΑ. Ο βασικός συντελεστής στην Ελλάδα ανέρχεται στο 24%, ενώ η φορολογική βάση καλύπτει μόλις το 44% της τελικής κατανάλωσης. Ο συνδυασμός υψηλού συντελεστή και περιορισμένης βάσης κατατάσσει τη χώρα μεταξύ εκείνων που εμφανίζουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης στον σχεδιασμό της φορολογίας της κατανάλωσης.

Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα

Παρά τις αδυναμίες, η μελέτη καταγράφει και χαρακτηριστικά που ενισχύουν τη θέση της Ελλάδας. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η σχετικά χαμηλή φορολόγηση των μερισμάτων, καθώς ο καθαρός φορολογικός συντελεστής για τα φυσικά πρόσωπα διαμορφώνεται στο 5%, έναντι μέσου όρου 24,7% στον ΟΟΣΑ. Επιπλέον, απαλλάσσονται από τη φορολογία τα κεφαλαιακά κέρδη από εισηγμένες μετοχές, όταν δεν υπάρχει ουσιαστική συμμετοχή στην ιδιοκτησία.

Θετικά αξιολογείται και ο συντελεστής φορολόγησης των εταιρικών κερδών, ο οποίος ανέρχεται στο 22%, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, που διαμορφώνεται στο 24,2%. Η Ελλάδα εμφανίζει επίσης σχετικά μετριοπαθείς κανόνες για τις Ελεγχόμενες Αλλοδαπές Εταιρείες, καθώς οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται μόνο στο παθητικό εισόδημα.

Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μια μικτή εικόνα: από τη μία πλευρά, το ελληνικό φορολογικό σύστημα διαθέτει ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά στη φορολόγηση των επιχειρηματικών κερδών και των μερισμάτων· από την άλλη, εξακολουθεί να επιβαρύνεται από την πολυπλοκότητα και την περιορισμένη αποτελεσματικότητα ορισμένων φόρων.

Πρωταθλήτρια η Εσθονία, στην τελευταία θέση η Γαλλία

Στην κορυφή της διεθνούς κατάταξης για 13η συνεχόμενη χρονιά βρίσκεται η Εσθονία, η οποία διατηρεί το πιο ανταγωνιστικό φορολογικό σύστημα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ακολουθούν η Λετονία και η Νέα Ζηλανδία, ενώ την τελευταία θέση καταλαμβάνει η Γαλλία. Η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στη Φινλανδία, η οποία κατατάσσεται 22η, και τη Χιλή, που βρίσκεται στην 24η θέση.

Η πρωτιά της Εσθονίας αποδίδεται σε μια σειρά χαρακτηριστικών του φορολογικού της συστήματος. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η φορολόγηση των εταιρικών κερδών μόνο κατά τη διανομή τους, ο ενιαίος συντελεστής φορολόγησης φυσικών προσώπων, η επιβολή φόρου ιδιοκτησίας μόνο επί της αξίας της γης και το εδαφικό σύστημα φορολόγησης, το οποίο απαλλάσσει σε μεγάλο βαθμό τα κέρδη που αποκτούν οι εγχώριες εταιρείες στο εξωτερικό.

Αντίθετα, οι χώρες που βρίσκονται στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης εμφανίζουν συχνά υψηλούς συντελεστές εταιρικής φορολόγησης, περιορισμένες βάσεις ΦΠΑ και πληθώρα επιμέρους φόρων που αυξάνουν την πολυπλοκότητα του συστήματος.

Η Γαλλία, ειδικότερα, διαθέτει τον υψηλότερο συνολικό ανώτατο οριακό συντελεστή φορολόγησης εταιρικού εισοδήματος στον ΟΟΣΑ, στο 36,13%, ενώ επιβάλλει πολλαπλές επιβαρύνσεις στην ιδιοκτησία και στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Η Κολομβία καταλαμβάνει τη δεύτερη από το τέλος θέση, με συντελεστή εταιρικής φορολόγησης 35% και ιδιαίτερα περιορισμένη βάση ΦΠΑ.

Στον αντίποδα, χώρες όπως η Ελβετία, η Λιθουανία και το Λουξεμβούργο εμφανίζουν ανταγωνιστικές επιδόσεις χάρη στον συνδυασμό σχετικά χαμηλών εταιρικών συντελεστών, ευνοϊκότερης φορολογικής μεταχείρισης των επενδύσεων και αποτελεσματικότερων κανόνων για τη φορολόγηση της κατανάλωσης και των διασυνοριακών δραστηριοτήτων.

Οι προτεραιότητες για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, υπογραμμίζει ότι η φορολογική ανταγωνιστικότητα αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία περισσότερων και καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας και την ενίσχυση της ευημερίας των πολιτών.

Όπως επισημαίνει, η διατήρηση της Ελλάδας στην 23η θέση υπενθυμίζει ότι, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις των προηγούμενων ετών, εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια ενίσχυσης της φορολογικής ανταγωνιστικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύει ως πεδία παρέμβασης τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης του ΦΠΑ, τον εξορθολογισμό των φόρων ιδιοκτησίας και τη βελτίωση των κανόνων συμψηφισμού των επιχειρηματικών ζημιών.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα