Ελληνικός τουρισμός: Το στοίχημα της επόμενης ημέρας – Οι τέσσερεις πυλώνες αξίας
Διαβάζεται σε 6'
Με συμβολή που αγγίζει το 30% του ΑΕΠ, επενδύσεις 5 δισ. ευρώ και τραπεζική χρηματοδότηση σχεδόν 11 δισ. ευρώ, ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας.
- 24 Οκτωβρίου 2026 07:27
Σε στρατηγικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας έχει εξελιχθεί ο τουρισμός, με την επίδρασή του να εκτείνεται πολύ πέρα από τις αφίξεις και τις ταξιδιωτικές εισπράξεις. Από την ενίσχυση του εξωτερικού ισοζυγίου και τα φορολογικά έσοδα έως την απασχόληση, τις επενδύσεις και τη στήριξη των τοπικών κοινωνιών, ο κλάδος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Το κρίσιμο ζητούμενο, πλέον, όμως, είναι η οικονομική του επιτυχία να μεταφραστεί σε μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία, υψηλότερη παραγωγικότητα και πιο ισόρροπη ανάπτυξη.
Αυτή είναι η βασική πρόκληση που αναδεικνύει η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές», η οποία παρουσιάστηκε την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026. Σύμφωνα με τα στοιχεία της μελέτης, η άμεση συνεισφορά του τουρισμού ανήλθε το 2025 στο 13% του ΑΕΠ, ενώ η συνολική, άμεση και έμμεση, εκτιμάται περίπου στο 30%. Παράλληλα, οι επενδύσεις του κλάδου διαμορφώθηκαν σε περίπου 5 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη σημασία του για την οικονομική δραστηριότητα.
Τέσσερις πυλώνες οικονομικής αξίας
Η συμβολή του τουρισμού αποτυπώνεται σε τέσσερα κρίσιμα πεδία. Πρώτον, στις εξωτερικές συναλλαγές, καθώς οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αποτελούν σημαντική πηγή εισροής συναλλάγματος. Όπως επισήμανε ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου Eurobank, Τάσος Αναστασάτος, καλύπτουν περίπου τα δύο τρίτα του πλεονάσματος του ισοζυγίου υπηρεσιών.
Δεύτερον, στα δημόσια έσοδα, με περίπου το 15% των φορολογικών εσόδων του κράτους να συνδέεται με τον τουρισμό, σύμφωνα με την ίδια τοποθέτηση.
Τρίτον, στην περιφερειακή ανάπτυξη, καθώς δημιουργούνται θέσεις εργασίας και επιχειρηματικές ευκαιρίες σε νησιά, ορεινές περιοχές και απομακρυσμένες κοινότητες, όπου οι εναλλακτικές οικονομικές δραστηριότητες είναι συχνά περιορισμένες.
Τέταρτον, στις διασυνδέσεις με την υπόλοιπη παραγωγή. Η φιλοξενία, η εστίαση, η αγροδιατροφή, το εμπόριο και οι μεταφορές μπορούν να λειτουργήσουν ως συγκοινωνούντα δοχεία, ενισχύοντας την εγχώρια οικονομία. Το ζητούμενο είναι μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής δαπάνης να κατευθύνεται σε ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες, αυξάνοντας την αξία που παραμένει στη χώρα.
Επενδύσεις και αναβάθμιση του προϊόντος
Η ποιοτική αναβάθμιση της ξενοδοχειακής προσφοράς αποτελεί, πάντως, μία από τις σημαντικότερες αλλαγές των τελευταίων δύο δεκαετιών. Από το 2004 έως το 2025, με βάση τα στοιχεία που κατατέθηκαν, ο αριθμός των ξενοδοχείων πέντε αστέρων αυξήθηκε κατά 6,3 φορές, ενώ το μερίδιό τους στις συνολικές ξενοδοχειακές κλίνες έφθασε το 26%, από 7,8% το 2004.
Την ίδια στιγμή, όπως ανέφερε ο κ. Αναστασάτος, τα υπόλοιπα τραπεζικών δανείων προς επιχειρήσεις καταλυμάτων και εστίασης ανήλθαν σε περίπου 10,9 δισ. ευρώ το 2025, έναντι 4,6 δισ. ευρώ το 2006. Κατά την τελευταία πενταετία, οι νέες τραπεζικές χορηγήσεις προς τον κλάδο διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο σε 1,22 δισ. ευρώ ετησίως.
Η επενδυτική δυναμική, βέβαια, δημιουργεί προϋποθέσεις περαιτέρω εκσυγχρονισμού. Η πρόκληση, ωστόσο, είναι τα κεφάλαια να κατευθυνθούν όχι μόνο στην επέκταση της δυναμικότητας, αλλά και στην τεχνολογία, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την ποιότητα των υπηρεσιών και τη βιώσιμη διαχείριση των προορισμών. Η αύξηση των αφίξεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανάλογη αύξηση της οικονομικής απόδοσης. Γι’ αυτό, η ενίσχυση της δαπάνης ανά επισκέπτη και της εγχώριας προστιθέμενης αξίας αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Άνθρωποι, υποδομές και κοινωνική ισορροπία
Η ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού εξαρτάται άμεσα κι από το ανθρώπινο δυναμικό του. Η έλλειψη εργαζομένων, η εποχικότητα και η ανάγκη αναβάθμισης των δεξιοτήτων καθιστούν αναγκαία τη δημιουργία καλύτερων συνθηκών εργασίας και σαφέστερων επαγγελματικών προοπτικών.
Έτσι, μιλώντας στην ίδια εκδήλωση, η Έλενα Γκίκα-Πετρουλάκη, Chief People Officer της Costa Navarino, ανέδειξε τη σημασία της αξιοπιστίας, της ποιοτικής ηγεσίας, της υποστήριξης των εργαζομένων και της επαγγελματικής εξέλιξης. Παράλληλα, η αξιοποίηση της τεχνολογίας και η ενίσχυση δεξιοτήτων, από τις ψηφιακές γνώσεις έως την επικοινωνία και την ενσυναίσθηση, μπορούν να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και την εμπειρία του επισκέπτη.
Εξίσου κρίσιμη είναι η σχέση του τουρισμού με την καθημερινότητα των κατοίκων. Η πρόσβαση στην κατοικία, το κόστος ζωής, η επάρκεια νερού και οι πιέσεις στις δημόσιες υποδομές επηρεάζουν την κοινωνική αποδοχή της ανάπτυξης. Όπως υπογράμμισε η διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, Φαίη Μακαντάση, η αποτίμηση του κλάδου δεν μπορεί να περιορίζεται στις αφίξεις και στις εισπράξεις, αλλά πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ποιότητα ζωής και το μερίδιο των τοπικών κοινωνιών στα οφέλη.
Οι πιέσεις αυτές εντείνονται από την κλιματική κρίση και τη συγκέντρωση της δραστηριότητας σε συγκεκριμένες περιοχές και περιόδους. Σύμφωνα με τη μελέτη, δε, πέντε Περιφέρειες συγκεντρώνουν το 83% των επισκέψεων και το 90% των εισπράξεων. Η επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και η ανάδειξη νέων προορισμών μπορούν να συμβάλουν στην αποσυμφόρηση, υπό την προϋπόθεση επαρκών υποδομών και σεβασμού της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής.
Η διαχείριση των υδάτινων πόρων, των απορριμμάτων και της ενέργειας, όπως και η αποτελεσματικότερη συνεργασία κράτους, Περιφερειών και Δήμων, αποτελούν πλέον προϋποθέσεις ανταγωνιστικότητας. Σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν και οι Οργανισμοί Διαχείρισης και Προώθησης Προορισμών, με σαφείς αρμοδιότητες και επαρκή χρηματοδότηση.
Το επόμενο στοίχημα
Κατά την εισαγωγική της ομιλία, η πρόεδρος του ΣΕΤΕ, Αγάπη Σμπώκου, υπογράμμισε ότι η επόμενη φάση ανάπτυξης πρέπει να επικεντρωθεί στη δημιουργία μεγαλύτερης και διατηρήσιμης αξίας για την οικονομία και την κοινωνία. Στην ίδια κατεύθυνση, ο επικεφαλής του ΙΝΣΕΤΕ Ηλίας Κικίλιας ανέδειξε την ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικότητας, των δεξιοτήτων και της αποτελεσματικής διαχείρισης των προορισμών.
Όπως τόνισε, τόσο η κα Σμπώκου αλλά και οκ. Κικίλας, ο ελληνικός τουρισμός διαθέτει ισχυρά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και σημαντική επενδυτική δυναμική. Η διατήρηση της επιτυχίας του, όμως, προϋποθέτει μια νέα ισορροπία και δη ισχυρότερη σύνδεση με την εγχώρια παραγωγή, καλύτερες συνθήκες εργασίας, ανθεκτικές υποδομές και δικαιότερη διάχυση των ωφελειών. Άρα, το στοίχημα της επόμενης ημέρας δεν είναι απλώς να έρθουν περισσότεροι επισκέπτες, αλλά η τουριστική ανάπτυξη να δημιουργεί περισσότερη αξία για τις επιχειρήσεις, τους εργαζομένους και τις κοινωνίες που τη στηρίζουν.