Ο S&P επιβεβαίωσε το ελληνικό αξιόχρεο στη βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερές προοπτικές
Διαβάζεται σε 5'
Ο S&P επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερές προοπτικές, εκτιμώντας ότι το καθαρό δημόσιο χρέος θα μειωθεί στο 123% του ΑΕΠ στο τέλος του 2026.
- 24 Οκτωβρίου 2026 00:14
Ο αμερικανικός οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης S&P Global επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα ΒΒΒ με σταθερές προοπτικές.
Ο S&P είναι ο τέταρτος κατά σειρά από τους πέντε αναγνωρισμένους από την ΕΚΤ οίκους αξιολόγησης, ο οποίος αξιολόγησε την ελληνική οικονομία στο β’ εξάμηνο του 2026. Τον Σεπτέμβριο, ο οίκος Scope αναβάθμισε την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒΒ+, ενώ τον ίδιο μήνα ο Moody’s και ο DBRS αναβάθμισαν σε θετικές από σταθερές τις προοπτικές του αξιόχρεου στη βαθμίδα Baa3 και ΒΒΒ, αντίστοιχα. Τον κύκλο των αξιολογήσεων για το 2026 κλείνει ο Fitch τον Νοέμβριο.
Στην ανακοίνωσή του για τους λόγους της απόφασής του για το αξιόχρεο, ο αμερικανικός οίκος σημειώνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε τροχιά να καταγράψει το 2026, για μία ακόμη χρονιά, πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, το οποίο εκτιμά στο 3,8% του ΑΕΠ, χάρη στις μεταρρυθμίσεις για τη φορολογική συμμόρφωση και στη μείωση της ανεργίας και παρά την αύξηση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις.
«Παρότι οι εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας είναι υψηλές, θεωρούμε ότι η συμμετοχή της στη ζώνη του ευρώ και η τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ προσφέρουν προστασία έναντι του κινδύνου κλονισμού του ισοζυγίου πληρωμών», αναφέρει, προσθέτοντας ότι η οικονομική ανάπτυξη έχει δείξει ανθεκτικότητα παρά τα διαδοχικά σοκ και οι προοπτικές της παραμένουν ισχυρές χάρη στο υψηλό απόθεμα προγραμματισμένων επενδύσεων.
Όσον αφορά τις σταθερές προοπτικές του αξιόχρεου, ο οίκος αναφέρει ότι σταθμίζουν τις ισχυρές οικονομικές και δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας με τα υψηλά επίπεδα εξωτερικού και δημόσιου χρέους της.
Σημειώνει ότι θα μπορούσε να αναβαθμίσει το αξιόχρεο εάν οι εξωτερικές ανισορροπίες της Ελλάδας βελτιώνονταν ουσιαστικά και με βιώσιμο τρόπο. «Για παράδειγμα, αυτό θα μπορούσε να συμβεί εάν παρατηρούσαμε μείωση της εξάρτησης της οικονομίας από τις εισαγωγές. Θα μπορούσαμε επίσης να αναβαθμίσουμε την Ελλάδα εάν το εξωτερικό χρέος της χώρας, μεγάλο μέρος του οποίου είναι δημόσιο, μειωνόταν ουσιαστικά». Από την άλλη πλευρά, ο S&P αναφέρει ότι θα μπορούσε να υποβαθμίσει το αξιόχρεο, εάν η δημοσιονομική απόδοση της Ελλάδας παρουσίαζε σημαντική επιδείνωση.
Ο S&P προβλέπει υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων εφέτος, σημειώνοντας ότι τα μηνιαία στοιχεία έως τον Αύγουστο δείχνουν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός βρίσκεται περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο, χάρη στα ισχυρά έσοδα από τον τουρισμό καθώς και στη περαιτέρω μείωση της ανεργίας και στην επίδραση των μεταρρυθμίσεων για τη φορολογική συμμόρφωση που ενισχύουν τα έσοδα από φόρους. Ειδικότερα, προβλέπει συνολικό πλεόνασμα του προϋπολογισμού – περιλαμβανομένων των τόκων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους – στο 0,8% του ΑΕΠ, το οποίο θα υπερβαίνει κατά περίπου 1 ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ τον αρχικό στόχο της κυβέρνησης. «Αυτή η βελτιωμένη πρόβλεψη προκύπτει παρά το γεγονός ότι οι δαπάνες υπερβαίνουν τον προϋπολογισμό και ότι οι πρόσφατες ανακοινώσεις υποδηλώνουν αύξηση των επενδύσεων με εγχώρια χρηματοδότηση, η οποία θα ξεκινήσει από το τρέχον έτος», προσθέτει.
Προβλέπει επίσης ότι θα συνεχισθεί και τα επόμενα χρόνια τα συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα, τα οποία θα ανέλθουν κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2027-2029 καθώς και πρωτογενές πλεόνασμα 3,2%.
Ο S&P εκτιμά ότι το καθαρό δημόσιο χρέος, μετά την αφαίρεση των ταμειακών αποθεμάτων, που υπολογίζει σε 33 δις. ευρώ ή 12,4% του ΑΕΠ, θα μειωθεί στο 123% του ΑΕΠ στο τέλος του τρέχοντος έτους, σημειώνοντας βελτίωση κατά 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το τέλος του 2019. «Η προσδοκία μας για συνεχή δημοσιονομική πειθαρχία, σε συνδυασμό με τη σταθερή ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, στηρίζει την πρόβλεψή μας ότι ο δείκτης χρέους θα μειωθεί περαιτέρω, φτάνοντας στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029», προσθέτει.
Η οικονομική δραστηριότητα έχει δείξει ανθεκτικότητα, με αιχμή τις επενδύσεις, εν μέσω των δύσκολων εξωτερικών συνθηκών, αναφέρει ο αμερικανικός οίκος. Ο τουρισμός και η επενδυτική δραστηριότητα αποτελούν τους κινητήριους μοχλούς της ανάπτυξης, με την τελευταία να υποστηρίζεται ιδιαίτερα από το χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας» (RRF), το οποίο εισέρχεται στην τελική του φάση.
Τα επίπεδα του εισοδήματος προσεγγίζουν σταδιακά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ ένα εξακολουθητικά ισχυρό χαρτοφυλάκιο επενδύσεων στηρίζει τις προοπτικές ανάπτυξης. «Σε συνδυασμό με την πιθανή συνεχιζόμενη βελτίωση στην αγορά εργασίας, προβλέπουμε ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά μέσο όρο 2,1% κατά την περίοδο 2027-2029. Αυτό θα μεταφραζόταν σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ που θα φτάνει τα 35.100 δολάρια το 2029, ή περίπου το 55% του μέσου όρου της ΕΕ, από 47% το 2019», σημειώνει ο S&P.