Στο μικροσκόπιο των Financial Times οι υπερπλούσιοι που μετακομίζουν στην Αθήνα

Διαβάζεται σε 4'
Στο μικροσκόπιο των Financial Times οι υπερπλούσιοι που μετακομίζουν στην Αθήνα
ISTOCK

Από τις φοροαπαλλαγές και το non-dom μέχρι το Ελληνικό, οι Financial Times θέτουν στο μικροσκόπιό τους την προσέλκυση ξένων αγοραστών στην Αθήνα, με επίκεντρο την Αθηναϊκή Ριβιέρα.

Η Ελλάδα επιχειρεί τα τελευταία χρόνια να μετατραπεί σε πόλο έλξης για εύπορους ξένους, όχι μόνο ως τόπος διακοπών ή αγοράς μιας εξοχικής κατοικίας, αλλά ως χώρα στην οποία θα μεταφέρουν τη φορολογική τους έδρα, τις επιχειρήσεις και τις οικογένειές τους.

Η τάση αυτή βρέθηκε στο μικροσκόπιο των Financial Times, που εστιάζουν ιδιαίτερα στην Αθηναϊκή Ριβιέρα και στις αλλαγές που προκαλεί η άφιξη νέων, υψηλού εισοδήματος κατοίκων.

Αφορμή για το δημοσίευμα αποτελεί και η απόφαση του δισεκατομμυριούχου διαχειριστή hedge fund Κρις Ρόκος να μεταφέρει τη φορολογική του κατοικία από τη Βρετανία στην Ελλάδα και να δημιουργήσει γραφείο στην Αθήνα. Ο Ρόκος συγκαταλεγόταν στους μεγαλύτερους φορολογουμένους της Βρετανίας, έχοντας καταβάλει περίπου 330 εκατ. λίρες σε φόρους το 2025.

Η Ελλάδα προσπαθεί εδώ και χρόνια να πείσει εύπορους ξένους να μεταφέρουν τα χρήματά τους στη χώρα. Πλέον θέλει να φέρουν μαζί τους και τις επιχειρήσεις και τις οικογένειές τους. Από το 2020, η Ελλάδα έχει θεσπίσει μια σειρά φορολογικών κινήτρων με στόχο την προσέλκυση νέων κατοίκων. Το καθεστώς non-dom προβλέπει για όσους πληρούν τις προϋποθέσεις – μεταξύ άλλων, επένδυση τουλάχιστον 500.000 ευρώ σε ακίνητα, επιχειρήσεις, τίτλους ή μετοχές νομικών προσώπων – ετήσιο κατ’ αποκοπή φόρο 100.000 ευρώ για εισοδήματα που προέρχονται από το εξωτερικό.

Οι ξένοι συνταξιούχοι που πληρούν τις σχετικές προϋποθέσεις φορολογούνται με ενιαίο συντελεστή 7% για τα εισοδήματα αλλοδαπής προέλευσης για διάστημα έως 15 ετών. Παράλληλα, εργαζόμενοι και επιχειρηματίες που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα και εντάσσονται στο σχετικό καθεστώς δικαιούνται απαλλαγή κατά 50% από τον φόρο για εισόδημα από μισθωτή εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα που αποκτάται στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι FT, περίπου 500 αιτήσεις έχουν υποβληθεί για το καθεστώς non-dom, σχεδόν 1.500 από ξένους συνταξιούχους και περίπου 10.000 από στελέχη, εργαζομένους, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρηματίες που αξιοποιούν τα υπόλοιπα κίνητρα. Στην Greece Sotheby’s International Realty, οι αγοραστές που εντάσσονται στο non-dom αντιπροσώπευαν σχεδόν το ένα τρίτο του όγκου συναλλαγών το 2025, ενώ περισσότεροι από τους μισούς είχαν βρετανικό διαβατήριο.

Η μεγαλύτερη πίεση καταγράφεται στα νότια προάστια. Γλυφάδα, Βούλα και Βουλιαγμένη προσελκύουν εύπορους αγοραστές που αναζητούν νεόδμητα ακίνητα, θέα στη θάλασσα, ασφάλεια και υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Η αυξημένη ζήτηση συναντά περιορισμένη προσφορά, καθώς η πολυετής οικονομική κρίση είχε ουσιαστικά παγώσει την οικοδομική δραστηριότητα. Σήμερα οι τιμές στην Αθηναϊκή Ριβιέρα κινούνται σε επίπεδα που, ανάλογα με το ακίνητο και την περιοχή, μπορούν να ξεπεράσουν σημαντικά τα 10.000 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στο Ελληνικό. Οι ξένοι αγοραστές έχουν αυξήσει σημαντικά το μερίδιό τους στις πωλήσεις κατοικιών του project, ενώ στην περιοχή σχεδιάζονται σχολεία και υπηρεσίες που απευθύνονται και σε διεθνείς οικογένειες.

Η κυβέρνηση, πάντως, επιδιώκει κάτι περισσότερο από την προσέλκυση πλούσιων φορολογικών κατοίκων. Όπως αναφέρει στους FT σύμβουλος του υπουργείου Οικονομικών, το ζητούμενο «δεν είναι 10 άνθρωποι που ξοδεύουν πολλά χρήματα», αλλά η δημιουργία ενός νέου επιχειρηματικού οικοσυστήματος.

Η άλλη όψη είναι η σταδιακή αλλαγή της φυσιογνωμίας των νοτίων προαστίων. Παλιές μονοκατοικίες και κήποι δίνουν τη θέση τους σε πολυτελή συγκροτήματα διαμερισμάτων, ενώ κάτοικοι φοβούνται ότι μαζί με τα κτίρια χάνεται και μέρος του χαρακτήρα των παλιών γειτονιών.

Την ίδια στιγμή, ούτε όλοι όσοι μετακομίζουν στην Αθήνα τη βλέπουν ως μόνιμο προορισμό. Οικογένεια που εγκαταστάθηκε από τη Γερμανία εκτίμησε ότι το κόστος ζωής της είναι περίπου 20% υψηλότερο, λόγω ενοικίου, ηλεκτρικού ρεύματος, διεθνούς σχολείου και ανάγκης χρήσης αυτοκινήτου. Παρ’ όλα αυτά, όπως ανέφερε στους FT, «η ποιότητα ζωής είναι σίγουρα υψηλότερη». Η ίδια οικογένεια αντιμετωπίζει, ωστόσο, την παραμονή της περισσότερο ως ένα πείραμα τριών έως πέντε ετών παρά ως οριστική μετεγκατάσταση.

Το στοίχημα για την Ελλάδα, καταλήγει το ρεπορτάζ, είναι αν τα φορολογικά κίνητρα μπορούν να μετατραπούν σε μόνιμη εγκατάσταση ανθρώπων και επιχειρήσεων. Και αυτό απαιτεί όχι μόνο σταθερούς φορολογικούς κανόνες, αλλά περισσότερες ποιοτικές κατοικίες, γραφεία, διεθνή σχολεία και υπηρεσίες που θα κάνουν την Αθήνα πραγματικά ανταγωνιστική απέναντι σε πόλεις όπως το Μιλάνο, η Μαδρίτη ή η Λισαβόνα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα