Δεκέμβρης ’08: Κίνημα που οδήγησε στο τέλος του παλαιοκομματισμού ή μια άγρια λάμψη;

Δεκέμβρης ’08: Κίνημα που οδήγησε στο τέλος του παλαιοκομματισμού ή μια άγρια λάμψη;
Μνημείο το δολοφονηθέντα Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου Eurokinissi

Τι ήταν και τι δεν ήταν τελικά ο Δεκέμβρης του 2008. Δέκα χρόνια μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, πολιτικοί αναλυτές εξηγούν τα "κινηματικά ίχνη" μιας εξέγερσης που ίσως τελικά να μην ερμηνευτεί ποτέ στην ολότητά της.

Εδώ και δέκα χρόνια έχουν κατατεθεί ουκ ολίγες ερμηνευτικές προσεγγίσεις για τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008. Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου ήταν η αφορμή για να εκδηλωθεί η μαζικότερη και εντονότερη χρονικά και συγκρουσιακά εξέγερση των τελευταίων ετών στη χώρα μας. Μια εξέγερση με πρωτοφανή μαζικότητα και γεωγραφική έκταση από βορρά σε νότο.

Στις παρυφές της οικονομικής κρίσης, οι νέοι και τα κινήματα αλλά και οι αναρχικές ομάδες βγήκαν στους δρόμους και διαδήλωσαν αρχικά κατά της αστυνομικής βίας αλλά και κατά της συστημικής, κυρίαρχης πολιτικής που μετέπειτα και σταδιακά, οδήγησε στα μνημόνια. Σαν να ήταν ο παγιδευμένος καπνός ενός καζανιού που σιγοέβραζε και έψαχνε μια μεγάλη σπίθα για να εκραγεί. Τι έμεινε όμως από εκείνη τη “φωτιά”; Ήταν η όλη εξέγερση ένα κίνημα που είχε βάθος χρόνου και έφτασε μέχρι την ολική αμφισβήτηση του παλαιοκομματικού συστήματος όπως αυτό αμφισβητήθηκε στις κάλπες το 2015, ή ήταν μια οργή που εκφράστηκε απότομα και χάθηκε στον χρόνο;

Τα χαρακτηριστικά της κινητοποίησης

Στιγμιότυπο απο την ανάρτηση πλακέτας του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στο σημείο που δολοφονήθηκε EUROKINISSI

Για τον πολιτικό αναλυτή και επικοινωνιολόγο-συντονιστή του Ευρωπαϊκού Προοδευτικού Φόρουμ, Δημήτρη Ραπίδη, ο Δεκέμβρης ήταν μια “πολιτική εκπροσώπηση με ατελείς πολιτικές διεκδικήσεις”. Όπως αναφέρει ο ίδιος στο News 24/7, “η δολοφονία του 15χρονου μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλου στα Εξάρχεια από αστυνομικούς αποτέλεσε το έναυσμα, την αφορμή για το ξέσπασμα ενός πρωτόγνωρου κύματος μαζικής βίας και πολιτικής ανυπακοής που επηρέασε σημαντικά τη διαμόρφωση του κινήματος των Αγανακτισμένων το επόμενο διάστημα.

Είναι πολλά εκείνα τα στοιχεία που συνέβαλαν στην εξωτερίκευση μιας συσσωρευμένης απογοήτευσης ενός μεγάλου τμήματος τους εκλογικού σώματος από το πολιτικό σύστημα και οδήγησαν στη ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών επιλογών, στην ενδυνάμωση της αριστεράς μέσω κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ, στην εκλογική καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ, που ολοκληρώθηκε στις αναμετρήσεις του 2012 και 2015, και στη σταδιακή ιδεολογική μετατόπιση της ΝΔ προς τα δεξιότερα.

Δύο από τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της μαζικής κινητοποίησης ήταν, πρώτον, η κορύφωση της απογοήτευσης απέναντι στο πολιτικό σύστημα της εποχής και σε όσα πρέσβευε, και δεύτερον, η ανάγκη ενός μεγάλου τμήματος της ελληνικής κοινωνίας που ένιωθε αποκλεισμένη ή αδικημένη από τις οικονομικές εξελίξεις, να ορθώσει ανάστημα και να αποκτήσει πολιτική θέαση. Αυτό το κοινωνικό σύνολο, με ένα μεγάλο τμήμα του να είναι νέοι σε ηλικία άνθρωποι, ένιωθε εγκλωβισμένο σε ένα καλά θωρακισμένο σύστημα αναπαραγωγής μιας μεγάλης καπιταλιστικής «φούσκας», που έσκασε στις πλάτες της κοινωνικής πλειοψηφίας σε διάφορες χρονικές φάσεις: από το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου και τις υποθέσεις διαφθοράς των κυβερνήσεων Σημίτη, μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τις ατελείς δημοσιονομικές προσαρμογές της κυβέρνησης Καραμανλή και την έντονη ανησυχία που είχε προκαλέσει το φθινόπωρο του 2008 η τεράστια στεγαστική κρίση στις ΗΠΑ, με τις γνωστές παγκόσμιες συνέπειες.

Η ανυπακοή είναι αρετή, ένα από τα συνθήματα της περιόδου

«Η ανυπακοή είναι αρετή», ήταν ένα από τα πολλά συνθήματα εκείνης της περιόδου, που αποτύπωνε μια συγκεκριμένη πρόσληψη της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας εκείνων των ημερών. Δεν υπήρχε εξ’αρχής μια συγκεκριμένη συλλογική διεκδίκηση, αλλά μια σειρά εξατομικευμένων προσταγμάτων που κινούνταν γύρω από την απέχθεια απέναντι σε ένα απαξιωμένο σύστημα πολιτικής ηθικής. Υπήρχε δηλαδή μια συλλογική ατομικότητα, που σταδιακά έθετε τις βάσεις για την ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών και του τότε κραταιού δικομματισμού.

Σταδιακά, και έχοντας πλέον μπει σε μια νέα επώδυνη φάση που ξεκίνησε με τη κυβέρνηση Παπαδήμου και το πρώτο μνημόνιο, η ανατροπή των πολιτικών ισορροπιών έλαβε πιο διακριτά χαρακτηριστικά. Από η μία είχαμε την ανάδυση του ΣΥΡΙΖΑ ως διεκδικητή της πολιτικής εξουσίας, καλύπτοντας σημαντικά τον πολιτικό και εκλογικό «χώρο» που άφησε το ΠΑΣΟΚ, και από την άλλη την είσοδο της Χρυσής Αυγής στην Βουλή, που απορρόφησε ένα ετερογενές μείγμα πρώην ψηφοφόρων της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ.

Δέκα χρόνια μετά τις εξεγέρσεις πολλά από αυτά τα εξατομικευμένα αιτήματα δεν έχουν βρει ακόμη πολιτική εκπροσώπηση

Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να αποτελέσει τον πυλώνα γύρω από τον οποίο συγκεντρώθηκε πλήθος εξατομικευμένων προσταγμάτων, όπως σημειώσαμε πιο πριν, που στη συνέχεια διαμορφώθηκαν ως μια διακριτή συλλογική διεκδίκηση. Η διεκδίκηση αυτή αφορούσε στην ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών, όπως εκφράστηκε στις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, και συνολικότερα στην ανατροπή του παλαιού πολιτικού κατεστημένου, όπως εκ των υστέρων αποτυπώθηκε στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015.

Ωστόσο, δέκα χρόνια μετά τις εξεγέρσεις που ακολούθησαν τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, πολλά από αυτά τα εξατομικευμένα αιτήματα δεν έχουν βρει ακόμη πολιτική εκπροσώπηση. Ή, για να το θέσουμε καλύτερα, πολλά από αυτά τα αιτήματα παραμένουν αναπάντητα, διαμορφώνοντας νέες δυναμικές στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας και νέες προκλήσεις για τα κόμματα και το πολιτικό μας σύστημα”.

“Tο αντιμνημονιακό κίνημα του 2010-2011 συνδέεται ποικιλότροπα με τον Δεκέμβρη”

Για τον Δρ. Φιλοσοφίας και Επιστημονικό Υπεύθυνο του Ινστιτούτου Σκέψης ΕΝΑ, Νίκο Ερηνάκη, υπάρχει άμεσος συσχετισμός ανάμεσα στα γεγονότα του Δεκέμβρη και το μετέπειτα αντιμνημονιακό κίνημα του 2010-11 όπως εκφράστηκε διαμέσου των “Αγανακτισμένων”.

Όπως μας λέει ο ίδιος:

“Ο Δεκέμβρης του 2008 συνιστά ένα καθοριστικό ορόσημο. Η δολοφονία ενός εφήβου από έναν αστυνομικό λειτούργησε σαν θρυαλλίδα που εξέθεσε τις αντιφάσεις της ελληνικής κοινωνίας σε μια μεταιχμιακή συγκυρία. Λίγο πριν από το τέλος της εποχής της επίπλαστης ευημερίας και την έναρξη της περιόδου της κρίσης. Η μαζική και μαχητική κινητοποίηση των νέων, με παράλληλα ξεσπάσματα στο σύνολο της χώρας, η χορεία της γενικευμένης καταδίκης από τις ελίτ, το αποτύπωμα της εξέγερσης στις μετέπειτα συλλογικές δράσεις καθιστούν το συμβάν του Δεκέμβρη ένα προμήνυμα για τις βαθιές μεταβολές στην οχταετία της κρίσης. Μετά το Δεκέμβρη τίποτε δεν ήταν το ίδιο. Ούτε οι σχέσεις εκπροσώπησης και νομιμοποίησης στο κομματικό σύστημα, ούτε οι μορφές των συλλογικών κινητοποιήσεων, ούτε ο πολιτικός λόγος και οι μεταμορφισμοί του, ούτε η επιτευξιμότητα της θεσμικής δράσης. Ο Δεκέμβρης αποκάλυψε ένα κενό εκπροσώπησης, κοινωνικά υποκείμενα που ασφυκτιούσαν στο σύστημα αναπαραγωγής του μοντέλου εξουσίας και διεκδικήσεις που προέτασσαν ένα αδιαμόρφωτο αλλά πασίδηλο αίτημα αλλαγής, κοινωνικής-πολιτικής-πολιτισμικής. Ήταν το σήμαντρο για το ότι υπάρχει κάτι στην ελληνική κοινωνία που δε λειτουργεί καλά, ότι η «κανονικότητα» έπνιγε κάθε μορφή αυτόνομης ατομικής ή συλλογικής δημιουργικότητας, αλλά και ότι υπάρχουν οι δυνάμεις που είναι διατεθειμένες να αποζητήσουν μια κάποια εναλλακτική.

Υπ’ αυτήν την έννοια, είναι σαφές ότι το αντιμνημονιακό κίνημα του 2010-2011 συνδέεται ποικιλότροπα με την πολιτικοποίηση που επέφερε ο Δεκέμβρης του 2008 και με την αμφισβήτηση που από νεανική αστοχασιά κατέστη κεντρική και βασική αξιακή αναφορά. Ο Δεκέμβρης ρομαντικοποιήθηκε μεν, αλλά δεν θεσμοποιήθηκε ούτε ενσωματώθηκε. Είναι σαφές ότι εξακολουθεί να λειτουργεί ως μια αμήχανη – για άλλες λιγότερο αμήχανη – αναφορά για τις πολιτικές δυνάμεις. Ενδεχομένως ο απόηχός του δίνει ακόμη τροφή στον απολίτικο ηθικό πανικό της συγχρονίας. Παρόλες τις αντιφάσεις του ήταν το παράδειγμα μιας ενεργητικής κοινωνίας που τολμούσε να σχηματοποιήσει στο συλλογικό φαντασιακό της την υποψία ενός διαφορετικού μέλλοντος σε ένα κοινωνικο-οικονομικό περιβάλλον που συχνά εκβίαζε και εξαγόραζε, επισφαλώς όπως αποδείχθηκε, συναινέσεις.

Τι διδασκόμαστε δέκα χρόνια μετά; “Πρώτον ότι η πολιτική χρειάζεται φαντασία, αυθεντικότητα, ευρηματικότητα και εναγκαλισμό του απρόβλεπτου. Μέσα από τέτοιους συνδυασμούς, άλλωστε, προκύπτουν οι μεγάλες μετατοπίσεις και οι μετασχηματισμοί. Δεύτερον, ότι στην περίπτωση της χώρας μας η πολιτική κρίση, ως κρίση εκπροσώπησης και νομιμοποίησης, προηγήθηκε της οικονομικής και η τελευταία ήταν ο καταλύτης ώστε η προϋπάρχουσα πολιτική κρίση να οδηγήσει σε πολιτική αλλαγή. Τρίτον, ότι ο παράγων νεολαία ήταν και μπορεί να είναι προωθητική δύναμη ριζοσπαστικών εξελίξεων. Τέταρτον, ότι κανένας αγώνας δεν πάει χαμένος και ότι τα πάντα μπορούν μελλοντικά να αποτελέσουν πρώτη ύλη για νέα φαινόμενα και νέα συμβάντα. Πέμπτον, τα προτάγματα και τα αιτήματα του διαπερνώνται από την αυθεντικότητα του αυθόρμητου που τα κάνει διαρκώς επίκαιρα. Σε κάθε περίπτωση, διατηρώ μέσα μου ακόμα το κυρίαρχο, δηλωτικό σύνθημα εκείνης της περιόδου: ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση, ήταν ερώτηση”.

Πρόπλασμα για την κοινωνικοπολιτική διαίρεση των Μνημονίων

Ο Δημήτρης Παπανικολάου είναι ο συγγραφέας του βιβλίου “Δεκέμβρης 2008: Ανάλυση και ερμηνεία. Οι αιτιώδεις μηχανισμοί πίσω από τα συγκρουσιακά γεγονότα” (Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2016).

Παρακάτω παραθέτουμε ένα ενδεικτικό απόσπασμα του βιβλίου του, όπως είχε δημοσιευθεί στην εφημερίδα Αυγή. Ο ίδιος εντοπίζει τη διαδικτυακή επικοινωνία ως βασικό συνεκτικό στοιχείο των εξεγέρσεων, κάτι που για πρώτη φορά συνέβη σε αυτή την έκταση στη χώρα μας.

Εντοπίζοντας το τι συνέβη κινηματικά μέχρι το 2015, ο ίδιος γράφει χαρακτηριστικά πως μέσα από την όσμωση του Δεκέμβρη, οι οργανώσεις που συναντήθηκαν στο δρόμο διαμόρφωσαν μια “άτυπη συμπόρευση” που εκφράστηκε στις αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις των επόμενων ετών.

“Το χάσμα που δημιουργήθηκε μεταξύ των νεότερων γενεών και του κατεστημένου κομματικού συστήματος, καθώς και η άτυπη και προσωρινή αντιπαράθεση της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας των πολιτικών δικαιωμάτων και της αντίστοιχης συμμαχίας του νόμου και της τάξης λειτούργησαν ως πρόπλασμα για την κοινωνικοπολιτική διαίρεση που έμελλε να ζήσει η ελληνική κοινωνία προϊούσης της εποχής των Μνημονίων και έμελλε να αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 και 2014”, γράφει ενδεικτικά. Αναλυτικότερα:

“Μπορούμε άραγε να διακρίνουμε κάποιο ίχνος της εξέγερσης του Δεκέμβρη στις κατοπινές εξελίξεις; Το σίγουρο είναι ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί, δεδομένου ότι τα γεγονότα που ακολούθησαν -και αναφέρομαι φυσικά στην κρίση, στα Μνημόνια και στην αντιμνημονιακή κινηματική και κομματική καμπάνια- επηρέασαν καθοριστικά τα πάντα. […]

Η ανάγκη αυτής της ανανέωσης έγινε αντιληπτή μέσα από τα γεγονότα της εξέγερσης

Αρχικά σημειώθηκε απότομη άνοδος της ακροαριστερής βίας (με τη μορφή κυρίως της ένοπλης βίας) ως προσπάθεια εκμετάλλευσης του δυναμικού που εκλύθηκε τον Δεκέμβρη και άρα περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης ορισμένων νεανικών κομματιών. Ως απάντηση σε αυτή τη βία ενέσκηψε μια σειρά από ακροδεξιές βίαιες ενέργειες. Η βασικότερη όμως εξέλιξη στο κινηματικό επίπεδο που μπορεί να συνδεθεί με τον Δεκέμβρη ήταν η προσπάθεια ανανέωσης του κινηματικού ρεπερτορίου προς την κατεύθυνση της αυτονομίας, της αυτοοργάνωσης και της αποκέντρωσης, με σημαντικότερη φυσικά την προσπάθεια παράκαμψης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας μέσω της αναγέννησης του πρωτοβάθμιου συνδικαλισμού.

Η ανάγκη αυτής της ανανέωσης έγινε αντιληπτή μέσα από τα γεγονότα της εξέγερσης. Συστατικό στοιχείο αυτής της αναζήτησης βέβαια αποτελεί σαφώς και η καθιέρωση της «σύγκρουσης» των αναρχικών με τα ΜΑΤ ως της πιο επιθετικής ενέργειας στην οποία μπορεί να προβεί «το κίνημα». Έκτοτε σχεδόν κάθε μεγάλη πορεία στο κέντρο της Αθήνας κατέληγε σε συγκρούσεις μεταξύ αναρχικών και ΜΑΤ και πρακτικά στη διάλυση της πορείας. Ο ρόλος των αναρχικών κατά τη διάρκεια του Δεκέμβρη έπεισε μεγάλο κομμάτι τους για το τι ακριβώς έπρεπε να κάνουν στη συνέχεια. Και αυτές οι σκέψεις φαίνεται πως τους ακολούθησαν τουλάχιστον μέχρι τις «πλατείες» του 2011.

Ομοίως, για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη, η διαδικτυακή επικοινωνία χρησιμοποιήθηκε σε τόση έκταση ως κινηματικό όπλο. Η αποτελεσματικότητα των νέων μέσων επικοινωνίας στην αποκάλυψη γεγονότων, τη διάχυση πληροφοριών και ιδεών, καθώς και του συντονισμού ήταν τέτοια που έπεισε τους κινηματικούς δρώντες ότι στο εξής οι νέοι δίαυλοι επικοινωνίας πρέπει να εξελιχθούν σε συγκροτητικό στοιχείο της «κινηματικής κοινότητας».

Όσον αφορά τώρα την επίδραση που είχαν τα γεγονότα στις πολιτικές δυνάμεις, θεωρώ πως αυτή υπήρξε αξιοσημείωτη. […] Η υποστήριξη της εξέγερσης και η επίθεση που δέχτηκε από όλα τα υπόλοιπα κόμματα και από τα συμβατικά ΜΜΕ στοίχισε στον ΣΥΡΙΖΑ βραχυπρόθεσμα τη δυνατότητα επαφής του με τα αποδεσμευόμενα μετριοπαθή προοδευτικά κοινωνικά στρώματα, τα οποία επέστρεψαν στο ΠΑΣΟΚ (φυσικά, υπήρχαν και άλλες αιτίες γι’ αυτό), ενίσχυσε όμως μακροπρόθεσμα τη σχέση του με τις νεότερες ηλικίες ως «κινηματικό» κόμμα που αφουγκράζεται τις ανάγκες των νεότερων ηλικιακά στρωμάτων για ριζική αλλαγή πλεύσης. […] Οι οργανώσεις, οι ομάδες και τα άτομα που βρέθηκαν να διαδηλώνουν μαζί στο πλειοψηφικό μη-ΚΚΕ μπλοκ έκτοτε δεν εγκατέλειψαν αυτή την άτυπη συμπόρευση και συνεργασία, γεγονός που είχε πολύ ευνοϊκά αποτελέσματα για την κινηματική δυναμική την περίοδο των αντιμνημονιακών κινητοποιήσεων. […]

Το χάσμα που δημιουργήθηκε μεταξύ των νεότερων γενεών και του κατεστημένου κομματικού συστήματος, καθώς και η άτυπη και προσωρινή αντιπαράθεση της κοινωνικοπολιτικής συμμαχίας των πολιτικών δικαιωμάτων και της αντίστοιχης συμμαχίας του νόμου και της τάξης λειτούργησαν ως πρόπλασμα για την κοινωνικοπολιτική διαίρεση που έμελλε να ζήσει η ελληνική κοινωνία προϊούσης της εποχής των Μνημονίων και έμελλε να αρχίσει να αποκρυσταλλώνεται στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 και 2014.

Φυσικά, δεν πρόκειται για ταυτόσημα πράγματα, ούτε θεωρώ ότι το ένα μπορούσε να οδηγήσει στο άλλο εάν δεν είχαν μεσολαβήσει η οικονομική κρίση και η μνημονιακή διαχείρισή της. Ωστόσο, θα ήμασταν ακριβείς αν σημειώναμε ότι η αδυναμία αναπαραγωγής των κυβερνητικών κομμάτων στις νεότερες ηλικίες κατά τη διάρκεια της μνημονιακής εποχής έχει να κάνει σε κρίσιμο βαθμό με τη συμπεριφορά τους απέναντι στις νεανικές κινητοποιήσεις τα προηγούμενα χρόνια. Θα ήταν παράλογο εκ μέρους μας να θεωρήσουμε πως ύστερα από τέτοια εχθρική αντιμετώπιση της κοινωνικής κατηγορίας «νεολαία» θα μπορούσαν Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ να εισπράξουν κάτι άλλο εκτός από περιφρόνηση ή αδιαφορία”.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ ΠΡΟΚΛΗΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ, ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΩΝΤΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ 15ΧΡΟΝΟΥ ΜΑΘΗΤΗ ΑΠΟ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΥΣ (ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI) EUROKINISSI

Οι νέες θέσεις και οι αντι-θέσεις

Ο Άκης Γαβριηλίδης, απαντώντας στον Στάθη Καλύβα και τον Νίκο Μαραντζίδη που αμφισβήτησαν την κινηματική διάσταση του Δεκέμβρη, αναλύει στο άρθρο του “οι καθηγητές του τίποτα. Η αντι-εξέγερση ως πολιτική επιστήμη”, το οποίο δημοσιεύθηκε στις Θέσεις.

Επιχειρεί να κάνει μια αντίστιξη ανάμεσα στις κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη και εκείνες που λάμβαναν χώρα μέχρι τη μεταπολίτευση:

Όπως γράφει:

“οι διαδηλώσεις της μεταπολίτευσης σημαδεύονταν μεταξύ άλλων από τα εξής χαρακτηριστικά:

-ήταν σχεδόν όλες οργανωμένες κεντρικά από ένα, ή περισσότερα, κόμματα/ οργανώσεις της Αριστεράς, τα οποία μάλιστα κατέβαλλαν συχνά μεγάλη μέριμνα να είναι ευδιάκριτη η «υπογραφή» τους ώστε να πιστωθεί σαφώς σε αυτά η κινητοποίηση,

-είχαν –ή επιδίωκαν να έχουν– πειθαρχία, σαφές ιδεολογικό στίγμα και σαφή κατάλογο αιτημάτων,

-έσχατος ορίζοντας αναφοράς των αιτημάτων αυτών και της πολιτικής τους φαντασίας ήταν η έννοια του λαού και του «εθνικού-κοινωνικού κράτους». Αυτό που ζητούνταν κάθε φορά ήταν μια «Ελλάδα για τους Έλληνες», με καλύτερους μισθούς, καλύτερη εκπαίδευση «για όλο το λαό», χωρίς ξένες εξαρτήσεις κ.λπ.,

-ήταν εκ των προτέρων και με ακρίβεια οριοθετημένες από την άποψη του χρόνου και του χώρου, οι οποίοι ανακοινώνονταν σαφώς και προπαγανδίζονταν πολλές μέρες πριν. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, μάλιστα, η διαδρομή των διαδηλώσεων αυτών –εφόσον επρόκειτο για την Αθήνα– ήταν το κλασικό Προπύλαια- Βουλή- αμερικανική πρεσβεία. Ανάλογη τυποποίηση ίσχυε και για τη Θεσσαλονίκη και για μερικές ακόμη πόλεις. Στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν υπήρχαν άλλες τέτοιες εδραιωμένες διαδρομές για τον απλούστατο λόγο ότι εκεί πολύ σπάνια γίνονταν διαδηλώσεις.

Για τις κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη δεν ίσχυσε ούτε ένα από τα χαρακτηριστικά αυτά. Ίσχυσαν τα ακριβώς αντίθετά τους, ένα προς ένα. Οι δράσεις –οι οποίες ενίοτε δεν είχαν καν το χαρακτήρα διαδήλωσης– οργανώθηκαν αποκεντρωμένα και οριζόντια από ατομικότητες σε δικτυακή επικοινωνία και όχι από συλλογικότητες…”.

“Υπάρχει και μια ειδικότερη παρατήρηση που πρέπει να γίνει όσον αφορά το πρώτο σημείο των διαφορών: στις κινητοποιήσεις του Δεκέμβρη, οι οργανώσεις της Αριστεράς δεν είχαν ουσιαστική συμμετοχή. Μερικές μόνο από αυτές κατέβασαν μπλοκ σε διαδηλώσεις και εξέφρασαν –με ταλαντεύσεις– συμπάθεια ή κατανόηση. Το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς μάλιστα όχι μόνο δεν είχε την παραμικρή συμβολή στην προετοιμασία του Δεκέμβρη, όχι μόνο δεν είχε αντιληφθεί καν ότι έρχεται, αλλά και όταν ήρθε, ήταν αμήχανο, δύσπιστο και ανοιχτά εχθρικό προς αυτόν”.

Αναδεικνύει και εκείνος εδώ τη νέα φόρμα κινητοποιήσεων και τον αυθόρμητό τους χαρακτήρα.

Θανάσιμος τραυματισμός του 15χρονου μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (φωτό) στα Εξάρχεια, από ειδικό φρουρό που υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής.(EUROKINISSI-ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ). EUROKINISSI

Συμπερασματικά

Αν σε πρώτο χρόνο υπήρξε εναντίωση στην οπλοφορία και στη βία των αστυνομικών δυνάμεων και στην ασυδοσία της καταστολής όπως είχε αναπτυχθεί από τα προηγούμενα χρόνια, στη συνέχεια είχαμε κοινωνικοπολιτική πλαισίωση των αιτημάτων.

Αναδύθηκαν αιτήματα υπέρ των δικαιωμάτων των εργατών και των μεταναστών αλλά και κατά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και κατανάλωσης, με πορείες εναντίον των Mall και με επιθέσεις, “τυφλές” πολλές φορές, σε πολυκαταστήματα. Τα άρθρα της περιόδου προσπάθησαν να αποδώσουν ταυτότητα στους εξεγερμένους, κάτι που δεν ήταν εφικτό μιας και επρόκειτο για ένα ετερόκλητο εξεγερμένο πλήθος, μέσα στο οποίο βρίσκονταν και μετανάστες. Η ερμηνεία αυτού του πλήθους έκανε πολλούς να μιλάνε για μια “φλόγα” που έγινε έκρηξη αλλά όχι κίνημα.

Ωστόσο, μέσα από αυτή την κινητοποίηση υπήρξε η ανάδυση νέων μορφών οργάνωσης και αυτοοργάνωσης και εν πολλοίς συναντήθηκαν στους δρόμους συλλογικότητες που μέσα από την όσμωσή τους, έφτασαν σε δομές που γιγαντώθηκαν μέσα στην κρίση των επόμενων ετών.

Μετά τον Δεκέμβρη προέκυψαν νέοι αυτοδιαχειριζόμενοι χώροι όπως το πάρκο της Ναυαρίνου, οργανώθηκαν νέα σωματεία, νέες δράσεις με διαδικτυακά καλέσματα και σχηματοποιήθηκε η αντιπληροφόρηση εκτός των κυρίαρχων ΜΜΕ όπως συνηθιζόταν μέχρι τότε.

Για τους εξεγερμένους η βία της αστυνομίας απηχούσε την ασκούμενη βία από το κράτος. Τη βία του αποκλεισμού των μαζών από το κεφάλαιο, από τις ίσες ευκαιρίες, από την αυτοδιάθεση. Η οικονομική κρίση είχε ήδη αρχίσει να γίνεται αντιληπτή άλλωστε σε κομμάτια της κοινωνίας που ζητούσαν δικαιοσύνη για τους “αμαρτωλούς” της αντιπολίτευσης, τους καταχραστές, τους προύχοντες.

Η εξέγερση του 2008, εκφράστηκε κυρίως στο δημόσιο χώρο και πιο συγκεκριμένα στους δρόμους και στις γειτονιές. Έδωσε το μήνυμα για νέες μορφές κινητοποιήσεων οι οποίες εκφράστηκαν εκ νέου με τη σειρά τους, λίγα χρόνια μετά, μέσα από τους “Αγανακτισμένους”. Μπορεί να μην υπήρξαν κοινά αιτήματα από το σύνολο των εξεγερμένων, υπήρξαν ωστόσο κοινά ερωτήματα που δεν βρήκαν τις δέουσες απαντήσεις. Ερωτήματα που οδήγησαν σταδιακά στην κυριαρχούσα αμφισβήτηση του παλαιοκομματισμού της χώρας και που παραμένουν ακόμη και σήμερα, επίκαιρα και “ζωντανά”.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα