Τέμπη: Όταν το κράτος σβήνει τα ίχνη

Διαβάζεται σε 7'
Τέμπη: Όταν το κράτος σβήνει τα ίχνη
Σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη EUROKINISSI

Ο Νίκος Πασσάς γράφει στο NEW 24/7 για το πώς η υπόθεση των Τεμπών αναδεικνύει διαρκώς ένα βαθύτερο πρόβλημα: την απουσία θεσμικών «τειχών» που να εμποδίζουν τη διοικητική και επιχειρησιακή εξουσία να παρεμβαίνει σε μια σκηνή εγκλήματος πριν αυτή διασφαλιστεί πλήρως από τη δικαιοσύνη.

Η υπόθεση των Τεμπών δεν είναι πλέον μόνο η ιστορία ενός πολύνεκρου σιδηροδρομικού δυστυχήματος. Είναι, εξίσου, η ιστορία του τρόπου με τον οποίο η ίδια η κρατική εξουσία μεταχειρίστηκε τον τόπο της τραγωδίας μετά το δυστύχημα – και το πώς αυτή η μεταχείριση υπέσκαψε προσπάθειες για την πλήρη αποκάλυψη της αλήθειας.

Η από 22.7.2026 πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία υποβλήθηκε μετά την περάτωση της κύριας ανάκρισης και εισηγείται την παραπομπή των κατηγορουμένων για παράβαση καθήκοντος (άρθρο 259 ΠΚ, με εφαρμογή της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 86 του Συντάγματος και του ν. 3126/2003 για την ποινική ευθύνη Υπουργών), συνθέτει ένα ιστορικό ευθυνών που υπερβαίνει κατά πολύ το ατομικό σφάλμα.

Περιγράφει μια συντονισμένη, συλλογική παρέμβαση στη σκηνή του εγκλήματος, με άμεσο αποτέλεσμα την απώλεια κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων, την προσβολή της μνήμης και της σωματικής ακεραιότητας των θυμάτων, και την δυσχέρανση της πλήρους διαπίστωσης των αιτίων της πυρκαγιάς που ακολούθησε τη σύγκρουση.

Το ιστορικό στοιχειοθέτησης ευθύνης

Σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, δύο ημέρες μετά το δυστύχημα, στις 2 Μαρτίου 2023, πραγματοποιήθηκε άτυπη συνάντηση στον τόπο της τραγωδίας μεταξύ του τότε αρμόδιου Υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου, του Περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κωνσταντίνου Αγοραστού, του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Λάρισας Αγάπιου Χαρακόπουλου, του Συντονιστή Επιχειρήσεων των πυροσβεστικών δυνάμεων Στερεάς Ελλάδας και Θεσσαλίας Ευάγγελου Φαλάρα και του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας Βασίλειου Παπαγεωργίου.

Στη συνάντηση αυτή αποφασίστηκε, χωρίς καμία προηγούμενη άδεια των δικαστικών αρχών, η αυθαίρετη εκσκαφή και «αποκατάσταση» του τόπου του δυστυχήματος.

Η απόφαση αυτή δεν ήταν τεχνική λεπτομέρεια. Οδήγησε στην απομάκρυνση περίπου 300 κυβικών μέτρων χώματος – μαζί με όλα τα υλικά και αντικείμενα που αυτό περιείχε – και στην επίστρωση του χώρου με χαλίκια τύπου 3Α και Ε4, καθώς και με τριμμένη πίσσα. Όλα αυτά συνέβησαν ενόσω η ανακριτική διαδικασία βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, ενόσω δεν είχαν ακόμη εντοπιστεί όλες οι σοροί των θυμάτων – ανάμεσά τους και αγνοούμενοι – και ενόσω η αναζήτηση πειστηρίων και βιολογικού υλικού απείχε πολύ από το να έχει εξαντληθεί.

Κατά την εισαγγελική πρόταση, δεν αποδίδεται στους πέντε κατηγορουμένους απλώς μια αντικειμενική παράβαση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. Φέρονται να ενήργησαν με πρόθεση, από κοινού και κατόπιν συναπόφασης, με σκοπό, αφενός, να προκαλέσουν βλάβη στο κράτος και ειδικότερα στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και, αφετέρου, να προσπορίσουν παράνομο ηθικό όφελος στους δράστες των διερευνώμενων αδικημάτων, μέσω της μη έγκαιρης και ουσιαστικής αξιοποίησης του αποδεικτικού υλικού και των ευρημάτων που υπήρχαν στον τόπο του δυστυχήματος. Η ίδια συμπεριφορά, κατά την πρόταση, προκάλεσε παράλληλα βλάβη στους παθόντες και στις οικογένειες των θυμάτων, οι οποίοι στερήθηκαν κρίσιμο αποδεικτικό υλικό για την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους ενώπιον των ποινικών και πολιτικών δικαστηρίων.

Ο κάθε εμπλεκόμενος έφερε συγκεκριμένο νομικό καθήκον που παραβίασε: ο Χαρακόπουλος είχε την ευθύνη φύλαξης της σκηνής ως προανακριτική αρχή· ο Φαλάρας φέρεται να έδωσε ο ίδιος την εντολή απομάκρυνσης υλικού στους χειριστές μηχανημάτων της εργοληπτικής εταιρείας «Αθανάσιος Πανδρεμμένος και Σία Ο.Ε.»· ο Παπαγεωργίου, ως συντονιστής του Ειδικού Σχεδίου Διαχείρισης Ανθρώπινων Απωλειών, όφειλε να διασφαλίσει τη διατήρηση της σκηνής· ο Αγοραστός, με συνεχή φυσική παρουσία στον τόπο από την πρώτη ημέρα, συμμετείχε ενεργά σε κάθε κρίσιμη απόφαση· και ο Τριαντόπουλος, επικεφαλής του συντονισμού εξ ονόματος του Πρωθυπουργικού Γραφείου, όφειλε να εγγυηθεί ότι κάθε επιχειρησιακή παρέμβαση θα κινούνταν εντός των ορίων της νομιμότητας, χωρίς να παρεμποδίζει τη συλλογή αποδείξεων.

Καταστροφή αποδείξεων και ασέβεια στα ανθρώπινα λείψανα

Το βαρύτερο, ωστόσο, στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι απλώς η απώλεια υλικών ιχνών -συντριμμιών, προσωπικών αντικειμένων επιβατών, τμημάτων των αμαξοστοιχιών. Είναι το γεγονός ότι, μαζί με αυτά τα υλικά, απομακρύνθηκε αυθαίρετα και εκμεταλλεύσιμο βιολογικό υλικό, εξαιρετικά κρίσιμο για την ταυτοποίηση θυμάτων που δεν είχαν ακόμη εντοπιστεί.

Η πράξη αυτή δεν συνιστά απλή διοικητική αβλεψία γύρω από «καθαρισμό» ενός δημόσιου χώρου. Συνιστά ουσιαστική προσβολή της ίδιας της αξιοπρέπειας των νεκρών και των οικογενειών τους, οι οποίες στερήθηκαν την δυνατότητα να μάθουν με βεβαιότητα την τύχη των δικών τους ανθρώπων.

Η ανάμειξη ανθρώπινων υπολειμμάτων με αδρανή υλικά εκσκαφής, η μεταφορά τους μαζί με χαλίκια και χώμα, χωρίς δικαστική άδεια και χωρίς τη στοιχειώδη μέριμνα που επιβάλλει ο σεβασμός στον ανθρώπινο θάνατο, μετατρέπει την υπόθεση από ζήτημα διαδικαστικής παρατυπίας σε ζήτημα βαθύτερης ηθικής και θεσμικής κατάπτωσης.

Οι συνέπειες αυτής της αλλοίωσης δεν είναι αναστρέψιμες. Όπως καταγράφει η ίδια η εισαγγελική πρόταση, οι αλλοιώσεις στον τόπο του δυστυχήματος συνίστανται, τουλάχιστον, στη μη ανεύρεση ενδεχόμενου βιολογικού υλικού από το αγνοούμενο άτομο, και στην αδυναμία πλήρους χημικής εξέτασης του σημείου αμέσως μετά τη σύγκρουση -εξέταση που μπόρεσε τελικά να διενεργηθεί μόνο σε μεταγενέστερο χρόνο, κατόπιν παραγγελίας του Ανακριτή, όταν πλέον το αποδεικτικό υλικό είχε αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα.

Η αιτία της πυρκαγιάς

Στο ίδιο ιστορικό ευθύνης εντάσσεται και η παράλειψη διερεύνησης της αρχικής εστίας και των αιτίων της πυρκαγιάς που ακολούθησε τη σύγκρουση – πυρκαγιάς που αποτέλεσε συντρέχουσα αιτία θανάτου πολλών επιβαινόντων. Η αξιωματικός του Πυροσβεστικού Σώματος Αικατερίνη Σκρέτα, ως προϊσταμένη της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, παρέλειψε να ασκήσει τα εκ του νόμου ελεγκτικά της καθήκοντα και να συντονίσει το έργο των υφισταμένων της, Αχιλλέα Κυριτσάκα και Μαρίνας Ντίκου, οι οποίοι, ως καθ’ ύλην αρμόδιοι προανακριτικοί υπάλληλοι, όφειλαν να διαπιστώσουν την αρχική εστία της φωτιάς – κάτι που, σύμφωνα με την πρόταση, ήταν εφικτό σε πολύ σύντομο χρόνο μετά την πλήρη εξέλιξή της.

Οι δύο τελευταίοι παρέλειψαν να ζητήσουν εγκαίρως τη συνδρομή πραγματογνωμόνων κατάλληλης ειδικότητας – μηχανολόγων, ηλεκτρολόγων μηχανικών, χημικών – σε συνεργασία με την Αστυνομική Προανακριτική Αρχή, ώστε να διακριβωθούν οι συνθήκες και τα αίτια εκδήλωσης της φωτιάς. Δεν αποτύπωσαν τη διάταξη των βαγονιών, δεν διαπίστωσαν ιδίοις όμμασιν τα φορτία τους, δεν εξέτασαν εγκαίρως ίχνη και δεν συνέλεξαν πειστήρια κρίσιμα για τη διερεύνηση. Το αποτέλεσμα ήταν μια ελλιπέστατη έκθεση αυτοψίας, και μια μεταγενέστερη συμπληρωματική έκθεση η οποία, εξαιτίας της απώλειας κρίσιμου χρόνου, δεν οδήγησε σε αδιαμφησβήτητα ευρήματα.

Το συμπέρασμα είναι εξαιρετικά σοβαρό: η αρχική αιτία και εξέλιξη της πυρκαγιάς – ένα από τα πλέον κρίσιμα ανοιχτά ερωτήματα της τραγωδίας – παραμένει, εξαιτίας συνδυασμένων παραλείψεων προανακριτικών και επιχειρησιακών αρχών, ουσιαστικά αμφισβητούμενη. Δεν πρόκειται για αναπόφευκτο τεχνικό όριο της έρευνας, αλλά για συνέπεια συγκεκριμένων παραλείψεων συγκεκριμένων προσώπων με συγκεκριμένο νομικό καθήκον δράσης.

Ένα ενιαίο πεδίο θεσμικής ευθύνης

Αυτά τα δύο σκέλη – η φυσική αλλοίωση του τόπου με την απομάκρυνση χώματος, συντριμμιών και βιολογικού υλικού, και η παράλειψη διερεύνησης της αιτίας της πυρκαγιάς – δεν είναι ανεξάρτητα περιστατικά. Συνθέτουν ένα ενιαίο πλέγμα θεσμικής αποτυχίας, στο οποίο η κρατική εξουσία, αντί να προστατεύσει την ακεραιότητα της σκηνής ενός εγκλήματος, την υπέταξε σε λογικές «επιχειρησιακής διαχείρισης» και ταχύτατης «αποκατάστασης» της κανονικότητας.

Είναι η καθαρή έκφραση της συνεχιζόμενης καταρράκωσης του κράτους δικαίου: όταν ο έχων τη διακριτική ευχέρεια της «επιχειρησιακής απόφασης» είναι ταυτόχρονα και αυτός που θα έπρεπε να λογοδοτήσει, το κράτος αυτορυθμίζεται εκτός των ορίων του δικαίου – παράγοντας συνθήκες δυσνομίας που υποσκάπτουν την αναζήτηση της αλήθειας.

Δεν αρκεί, λοιπόν, να αποδοθούν σοβαρές ατομικές ποινικές ευθύνες σε όσους πήραν τις συγκεκριμένες αποφάσεις τον Μάρτιο του 2023. Η υπόθεση των Τεμπών αναδεικνύει διαρκώς ένα βαθύτερο πρόβλημα: την απουσία θεσμικών «τειχών» που να εμποδίζουν τη διοικητική και επιχειρησιακή εξουσία να παρεμβαίνει σε μια σκηνή εγκλήματος πριν αυτή διασφαλιστεί πλήρως από τη δικαιοσύνη. Όσο αυτά τα τείχη δεν οικοδομούνται, η επανάληψη τέτοιων φαινομένων έχει καταστεί αναμενόμενη.

Η οφειλή της πολιτείας απέναντι στα θύματα των Τεμπών και στις οικογένειές τους δεν εξαντλείται στην απόδοση ποινικών ευθυνών στους άμεσα εμπλεκόμενους. Περιλαμβάνει την ειλικρινή αναγνώριση ότι η αλήθεια για την αιτία και την εξέλιξη αυτής της τραγωδίας αλλοιώθηκε, εν μέρει ανεπανόρθωτα, από τους ίδιους τους θεσμούς που όφειλαν να τη διαφυλάξουν. Εύλογη αξίωση του κοινωνικού συνόλου είναι επίσης να εξηγηθεί γιατί αυτή η εγκληματική παρέμβαση χαρακτηρίστηκε εξ αρχής ως «κατεπείγουσα», τι έδει να διατηρηθεί και τι έδει να συγκαλυφθεί.

 

* Ο Νίκος Πασσάς είναι καθηγητής εγκληματολογίας και ποινικής δικαιοσύνης στο Northeastern University.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα