Καύσιμα: Οργιάζουν οι κλοπές μέσα από “πειραγμένες” αντλίες, ενώ το Σύστημα δεν λειτουργεί

Διαβάζεται σε 6'
Καύσιμα: Οργιάζουν οι κλοπές μέσα από “πειραγμένες” αντλίες, ενώ το Σύστημα δεν λειτουργεί
I-stock

Μέχρι σήμερα το σύστημα Εισροών – Εκροών καυσίμων έχει τοποθετηθεί χωριστά για τα πρατήρια και για τις εταιρείες εμπορίας αλλά, επειδή τα συστήματα δεν «επικοινωνούν», στην πραγματικότητα είναι σαν να μην υπάρχουν.

Την επείγουσα ανάγκη να προχωρήσει άμεσα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο καταμέτρησης εισροών-εκροών προκειμένου να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η «μάστιγα» της παραβατικότητας στην αγορά των καυσίμων υπογράμμισαν, μεταξύ άλλων, τα στελέχη του ΣΕΕΠΕ σε συνέντευξη τύπου που παραχώρησαν χθές σε δημοσιογράφους με θέμα «Παραβατικότητα και Ρυθμίσεις στην Αγορά Καυσίμων. Συνέπειες και Επιπτώσεις στον Καταναλωτή, στον Κλάδο και στην Εθνική Οικονομία».

Ειδικότερα, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιριών Εμπορίας Πετρελαιοειδών Ελλάδος, Γιάννης Αληγιζάκης αναφέρθηκε εκτενώς στην ανάγκη να προχωρήσουν άμεσα παρεμβάσεις της Πολιτείας προκειμένου να υπάρξει ένα ολιστικό, ψηφιακό Σύστημα Παρακολούθησης που θα «απλώνεται» στο σύνολο της αλυσίδας αξίας, από τις εταιρείες Εμπορίας έως την αντλία και τον καταναλωτή, υπολογίζοντας τις εισροές και εκροές σε πραγματικό χρόνο με σαφή και διαφανή ταυτοποίηση των στοιχείων.

Μέχρι σήμερα το σύστημα Εισροών – Εκροών έχει τοποθετηθεί χωριστά για τα πρατήρια και για τις εταιρείες εμπορίας αλλά, επειδή τα συστήματα δεν «επικοινωνούν», στην πραγματικότητα είναι σαν να μην υπάρχουν, παρότι έχουν επενδυθεί σημαντικά κονδύλια.

Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία αν συνυπολογίσει κανείς ότι οι τρεις βασικοί πυλώνες που χρειάζεται να τύχουν ελέγχων προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της αγοράς, δηλαδή, οι εταιρείες εμπορίας, τα πρατήρια και ο τελικός καταναλωτής, έχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα μεταξύ τους, και επομένως μια μη ολιστική προσέγγιση που θα βλέπει το «δάσος και όχι το δέντρο» καταλήγει να είναι «δώρον-άδωρον».

Ελλείψει ενός τέτοιου συστήματος, το διαχρονικό πρόβλημα της παραβατικότητας στον κλάδο έχει πάρει πλέον εκρηκτικές διαστάσεις, με τον Πρόεδρο του ΣΕΕΠΕ να φτάνει στο σημείο να αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «φεύγουν οι υγιείς πρατηριούχοι και τα παίρνουν οι παραβατικοί».

Οι εκπρόσωποι του ΣΕΕΠΕ ανέφεραν νούμερα που είναι αποκαλυπτικά καθώς από τα 8.500 πρατήρια που λειτουργούσαν το 2012, σήμερα υπάρχουν λιγότερα από 5.500.

Η μεγάλη απόκλιση που καταγράφουν τα νούμερα στην πορεία της αγοράς μετά από μια δεκαετία επιβεβαιώνουν, όπως σημείωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος του ΣΕΕΠΕ, ότι η πολύ μεγάλη, πλέον, έξαρση της παραβατικότητας μεταφράζεται σε ένα ιδιότυπο ανταγωνισμό που απειλεί ευθέως την βιωσιμότητα του κλάδου.

Ενδεικτικό είναι ότι καταγράφεται αυξητική τάση ελλειμματικών παραδόσεων, που έρχεται να επισφραγίσει την προβληματική κατάσταση στην αγορά.

Το πρόβλημα της συνεχώς αυξανόμενης τάσης κλοπής στην αντλία (ελλειμματικές παραδόσεις) αποδεικνύεται και σε πρόσφατη μελέτη του ΕΜΠ για λογαριασμό του ΣΕΕΠΕ στην οποία αναφέρθηκαν τα στελέχη του συνδέσμου χωρίς όμως να δώσουν ακριβή στοιχεία από τα ευρήματα. Το ποσοστό των πρατηρίων που κλέβουν στην αντλία, πάντως, σύμφωνα με όσα ανέφεραν οι εκπρόσωποι του κλάδου είναι διψήφιο, με κάποιους να υποστηρίζουν ότι βρίσκεται κοντά στο 20%.

Χρειάζεται να σημειωθεί ότι αν και διαχρονικά ο ΣΕΕΠΕ εφιστά την προσοχή για την αντιμετώπιση της λαθρεμπορίας καυσίμων και των θεμάτων παραβατικότητας, εντούτοις, πλέον κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, ζητώντας την άμεση παρέμβαση της Πολιτείας χωρίς ημίμετρα και μέσες λύσεις.

Τόσο η ελληνική εμπειρία μέχρι τα σήμερα με τα όποια μέτρα έχουν ληφθεί κατά καιρούς όσο και η διεθνής εμπειρία υπογραμμίζει πως η λύση για τον περιορισμό της παραβατικότητας βρίσκεται σε ένα ολιστικό σύγχρονο Σύστημα Εισροών-Εκροών που θα επιτρέπει τον έλεγχο σε πραγματικό χρόνο με την αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και υπό την ευθύνη των αρμόδιων κρατικών αρχών (βλ. ΑΑΔΕ).

Ο ΣΕΕΠΕ έχει καταθέσει από την πρώτη στιγμή συγκεκριμένες, ρεαλιστικές προτάσεις σχετικά με το ζωτικής σημασίας ζήτημα και βρίσκεται σε διαρκή συνεργασία με την ΑΑΔΕ και τα συναρμόδια Υπουργεία για την ολιστική αντιμετώπιση της παραβατικότητας.

Άρση του πλαφόν

Εν τω μεταξύ, τις αρνητικές συνέπειες του πλαφόν στην εύρυθμη λειτουργία του ανταγωνισμού και εν γένει στην αγορά των καυσίμων ανέδειξε, μεταξύ άλλων, η διοίκηση του ΣΕΕΠΕ κατά την χθεσινή συνέντευξη τύπου σε δημοσιογράφους, υπογραμμίζοντας ότι καταλήγει να παραποιεί την πραγματική εικόνα της αγοράς.

«Η αγορά αυτή είναι προβληματική, είναι παραβατική και αυτό οδηγεί να είναι κατά κανόνα ζημιογόνα. Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η αγορά αυτή με τα σημερινά της χαρακτηριστικά θα οδηγήσει πολλές εταιρείες και πολλά πρατήρια στην έξοδο». Τα παραπάνω σημείωσαν ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Γιάννης Αληγιζάκης και ο αντιπρόεδρος Χρήστος Τζιόλας, εστιάζοντας ιδιαίτερα στις συνέπειες που φέρει στην αγορά η παρατεταμένη ισχύς του πλαφόν.

Πρακτικά, οδηγεί σε στρέβλωση του ανταγωνισμού με τις εταιρείες να περιορίζονται σε ένα μικρό περιθώριο κέρδους της τάξης του 3% το 2022, γεγονός που αφενός δεν καθιστά σχεδόν αδύνατη την όποια διαφοροποίηση με όρους ανταγωνισμού επομένως «ακυρώνει» εν τοις πράγμασι τον ανταγωνισμό και αφετέρου δυσχεραίνει ένα μακροπρόθεσμο σχεδιασμό του κλάδου για επενδύσεις στους άξονες των ενεργειακών και κλιματικών στόχων με ορίζοντα το 2030.

«Με αυτές τις συνθήκες δεν είναι βιώσιμη η αγορά», όταν μάλιστα, σε αντίθεση με την γενικότερη εικόνα που δημιουργείται, ο κλάδος μετράει ζημιές 450 εκατ. από το 2010 μέχρι σήμερα με το περιθώριο καθαρού κέρδους των επιχειρήσεων να αγγίζει μόλις το 0,5%.

Επί 7 συναπτά έτη (2010-2016) ο κλάδος σημείωνε διαρκώς ζημιές (καθαρά κέρδη μετά από φόρους χωρίς αεροπορικά καύσιμα και διεθνείς πωλήσεις), ενώ και το 2020 ο κλάδος πέρασε ξανά σε αρνητική θέση (ζημιές 34,5 εκατ. ευρώ), εξαιτίας της πανδημίας.

Από την πλευρά της η διοίκηση του ΣΕΕΠΕ υπογραμμίζει ότι τόσο η αντιμετώπιση του οξυμένου προβλήματος της παραβατικότητας όσο και η άρση του πλαφόν θα καταλήξουν σε έμμεση μείωση των τιμών για τον καταναλωτή, δεδομένου ότι θα δώσουν περιθώρια για την ορθή λειτουργία του ανταγωνισμού που σήμερα, αποτελεί ένα «αμάλγαμα» θεμιτών κι αθέμιτων πρακτικών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ (Συγκεντρωτικά Στοιχεία και Αριθμοδείκτες του Κλάδου Εμπορίας Πετρελαιοειδών για το έτος 2022), το μικτό περιθώριο κέρδους των εταιριών στην εσωτερική αγορά δεν διασφαλίζει τη βιωσιμότητά τους, καθώς από το 2016 συμπιέζεται σε επίπεδα χαμηλότερα του 5% (4,6% το 2017, 4% το 2018, 4,3% το 2019, 4,5% το 2020, 4,4% το 2021, 3% το 2022).

Η εφαρμογή του πλαφόν, η οποία συμπιέζει περαιτέρω το ήδη χαμηλό μικτό περιθώριο αγνοεί την αύξηση του πληθωρισμού (κατά περίπου 10 μονάδες την τελευταία διετία), την πολύ μεγάλη αύξηση του χρηματοοικονομικού κόστους από τις αυξήσεις επιτοκίων, την αύξηση των μεταφορικών που δόθηκε στα βυτιοφόρα ή που παρουσιάζεται στα πλοία με την αύξηση των ρυμουλκών και των καυσίμων.

Το πλαφόν, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας για τις νόμιμες επιχειρήσεις, θέτοντας εν αμφιβόλω όχι μόνο τις μελλοντικές επενδύσεις τους, αλλά και την ίδια τη βιωσιμότητά τους. Παράλληλα, τροφοδοτεί τον αθέμιτο ανταγωνισμό με τις παραβατικές επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτες.

Ο ρόλος των νόμιμων εταιριών του κλάδου είναι εξαιρετικά κρίσιμος για την οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια, αλλά και την ενεργειακή μετάβαση της χώρας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα