Ο υποψήφιος για Όσκαρ Γιώργος Μαυροψαρίδης εξηγεί την συνεργασία του με τον Γιώργο Λάνθιμο

Διαβάζεται σε 11'
Γιώργος Μαυροψαρίδης
Γιώργος Μαυροψαρίδης PA IMAGES/ALAMY/VISUALHELLAS.GR | ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΛΛΑΡΟΣ/24MEDIA

Ο διπλά υποψήφιος για Όσκαρ (Poor Things, Η Ευνοούμενη), σταθερός μοντέρ του Γιώργου Λάνθιμου πιστεύει πως δουλειά του μοντάζ είναι να καλεί τον θεατή να βάλει μέσα τη δική του δημιουργικότητα.

Από όλα τα εξαιρετικά αφιερώματα που έχουμε δει κατά καιρούς στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, εκείνο που είχε γίνει πάνω στην τέχνη και τα μυστικά του μοντάζ κρατά μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας. Ίσως επειδή το μοντάζ είναι η κρυφή καρδιά του κινηματογράφου, ίσως επειδή είναι κάτι που ακόμα και άνθρωποι που ασχολούνται με το σινεμά, ακόμα παρεξηγούν.

(Όχι, καλό μοντάζ δεν σημαίνει μια ταινία να είναι γρήγορη ή σύντομη!)

Στο 62ο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όταν ακόμα το Poor Things γυριζόταν και αποτελούσε ένα μελλοντικό μυστήριο για όλους μας, είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με έναν από τους διαχρονικά σημαντικότερους Έλληνες μοντέρ, τον σπουδαίο Γιώργο Μαυροψαρίδη. Με δεκαετίες έργου στον χώρο, έχοντας δουλέψει από διαφήμιση μέχρι εμπορικό σινεμά, κι από ανάλαφρες κωμωδίες μέχρι greek weird, ο Μαυροψαρίδης έχει συνθέσει ένα τεράστιο, συναρπαστικό σύνολο έργου που αποτελείται από διαφορετικά είδη και προσεγγίσεις.

Τι κοινό μπορεί να εντοπίσει κανείς σε ταινίες όπως τους σπουδαίους Απόντες του Νίκου Γραμματικού, τη Διακριτική Γοητεία των Αρσενικών, την Πολίτικη Κουζίνα, τη Θηλυκή Εταιρεία, το Hardcore του Ντένη Ηλιάδη, το Bank Bang του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου; Είναι ο άνθρωπος που τα συνέθεσε όλα στην τελική τους μορφή, δηλαδή ο Γιώργος Μαυροψαρίδης που στην συνέχεια έγινε κι εκείνος ένα από τα κεντρικά πρόσωπα του σύγχρονου ελληνικού σινεμά των ‘10s, δουλεύοντας σταθερά με τον Λάνθιμο, αλλά και σε πολλά ακόμα φιλμ όπως το Chevalier της Αθηνάς Τσαγκάρη, Ο Εχθρός Μου του Γιώργου Τσεμπερόπουλου, ο Απόστρατος του Ζαχαρία Μαυροειδή, το Park της Σοφίας Εξάρχου, οι υπέροχοι Αισθηματίες του Νίκου Τριανταφυλλίδη.

Δεν χωράει όμως αμφιβολία: Η συνεργασία του με τον Λάνθιμο αποτελεί το αδιαμφισβήτητα καθοριστικό πλέον κομμάτι του έργου του, έχοντας μοντάρει όλες ανεξαιρέτως τις ταινίες του πολυβραβευμένου Έλληνα σκηνοθέτη, και φτάνοντας σε ένα τσουβάλι διακρίσεις ιδίως για τις δύο πιο πρόσφατες, για τις οποίες έφτασε να προταθεί και για Όσκαρ – δηλαδή για την Ευνοούμενη και τώρα, για το Poor Things.

Εμείς είχαμε συζητήσει με τον Μαυροψαρίδη όταν ακόμα το Poor Things ήταν ένα όνειρο του μέλλοντος, και η δεύτερη αυτή οσκαρική του υποψηφιότητα, απλώς ένα όνειρο. Ο ίδιος, εκτός από σπουδαίος τεχνίτης είναι κι ένας άνθρωπος με βαθύ ενδιαφέρον και κατανόηση πάνω στην θεωρία, την αισθητική και –τελικά– την ηθική των κινηματογραφικών εικόνων. Και είναι πολλά αυτά που μας είχε πει, πολλά τα όσα είχε μάθει μέσα από την πολυετή διαδρομή του στον χώρο.

«ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΡΟΣΟΧΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΗ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΡΓΟ»

Εμείς απευθυνόμαστε στο κοινό, είναι πολύ σημαντικός ο θεατής κι ο τρόπος που προσλαμβάνει την ταινία. Κι αυτό αφορά την τεχνική του μοντάζ. Το μοντάζ είναι ενδιάμεσος ανάμεσα σε αυτό που θέλει να επικοινωνήσει κάποιος με την οπτικοακουστική εικόνα. Κώδικες μεταφέρουμε και το μυαλό του θεατή συνθέτει το όλον, από τον οπτικοακουστικό κόσμο που δεν εμπεριέχεται στην οθόνη.

Η οθόνη είναι σκιές.

Χωρίς τη συναισθηματική συμμετοχή και την προσοχή του θεατή, δεν υπάρχει έργο. Είναι σύμφωνα και με την κβαντική αυτό! Το έργο δεν υπάρχει ούτε σαν ερμηνεία αν δεν το ερμηνεύσει ο συγκεκριμένος θεατής. Γι’αυτό μεταξύ μας δεν συμφωνούμε.

Ο Χίτσκοκ έλεγε ότι κάποια στιγμή κουνάμε τα νήματα κι ο θεατής θα χορεύει, θα αντιδρά.

Το πιο ουσιαστικό για μένα είναι η σχέση του θεατή με το έργο. Είναι συνειδητή θέαση του θεάματος ή κάτι πιο χαλαρό; Γιατί κι εγώ το περνάω αυτό όταν είμαι κουρασμένος και δεν θέλω να σκεφτώ πολύ. Θα δω ένα θρίλερ να χαζέψω αλλά ξέρω, το κάνω συγκεκριμένα, περιμένω να περάσουν δυο ώρες για να χαλαρώσω. Άλλες όμως φορές είναι διαφορετική η θέαση.

Για να μην εγκλωβιστεί σε μηχανικές αντιδράσεις απέναντι σε ένα έργο τέχνης, πρέπει να το δει πιο δραστήρια, συμμετέχοντας. Κι αυτό είναι κάτι που μπορεί να το κάνει το μοντάζ – αλλά μπορεί και να το κρύψει το μοντάζ. Γιατί αν η πρόθεση είναι απλά να καθησυχάσουμε τον θεατή ή να του δώσουμε ένα στιγμιαίο thrill και στο τέλος ένα ασφαλές happy end, «συνέχισε, μην ανησυχείς, όλα είναι καλά, μείνε αυτός που είσαι»… τότε αυτό είναι διαφορετική προσέγγιση από την επαναστατική προσέγγιση του Αϊζενστάιν. Ο οποίος λέει: Τι είσαι, δούλος που δουλεύει για τον φεουδάρχη; Άλλαξε μυαλό! Κι αυτή είναι μια κατεύθυνση που μπορεί να δώσει το μοντάζ.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ 20ΛΕΠΤΟ ΤΟΥ ΚΥΝΟΔΟΝΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤΙΑΝΟ TEXTBOOK

Στον Κυνόδοντα, τα πρώτα 20 λεπτά είναι από τα πιο δύσκολα της ζωής μου. Ήξερα ότι το κοινό θα είναι στο όριο να πει «φεύγουμε». Στις Κάννες όμως ήταν η καλύτερη εμπειρία της ζωής μου. Γιατί δεν ήμασταν στο επίσημο Διαγωνιστικό αλλά στο Ένα Κάποιο Βλέμμα, ήταν ένα πολύ ζωντανό τμήμα, είχε πολλούς φοιτητές και ανθρώπους που τους αρέσει ο κινηματογράφος. Και πάνω εκεί, τους προτείνεις κάτι καινούριο. Μετά τα 19 λεπτά κατάλαβα ότι ναι, τους είχαμε. Είχαν μπει σε αυτό τον παράξενο κόσμο και θα ευχαριστιόντουσαν την ταινία.

Πρέπει να πάρεις τον θεατή από τον κόσμο στον οποίο βρίσκεται και να τον βάλεις σε έναν άλλον. Να δημιουργήσεις αυτό το σύνολο στο μυαλό του: Αυτός είναι ο κόσμος, αυτοί είναι οι κανόνες. Για να μπορέσει να απολαύσει τις εξελίξεις και τις ανατροπές. «Α, στον Αστακό αυτός είναι ο κόσμος».

Στο Χόλιγουντ έχουν textbook. Στα 10 λεπτά πρέπει να έχει δράση, για να βάλουμε μέσα τον θεατή. Εδώ θέλει ο δημιουργός να κάνει στον θεατή μια πρόταση. Να του πει ας πούμε, τι είναι η αγάπη; έλα να σου μιλήσω για την αγάπη. Όπως στον Αστακό. Κι ας μιλάει με τον δικό του παράξενο τρόπο, δεν έχει σημασία. Ή, τι σημαίνει το να μαθαίνεις, όπως έγινε με τον Κυνόδοντα.

Ο τρόπος που ξεκινάει ο Κυνόδοντας ήταν μια μονταζική απόφαση του Γιώργου που εγώ την υποστήριξα σαν τρελός. Δεν ήταν έτσι το σενάριο. Τι δείχνουμε; Πατάει το κασετοφωνάκι και λέει, σήμερα θα μάθουμε νέες λέξεις. «Θάλασσα είναι αυτό». Τι λέει αυτό για εμένα, τον θεατή; Σου λέει, εγώ ξέρω τι σημαίνουν αυτές οι λέξεις γιατί κάποιος μου τις έχει μάθει. Οπότε έχω χτίσει έναν κόσμο με βάση τα δεδομένα που μου έχει μάθει αυτή η κλειστή κοινωνία.

Έτσι είναι ο άνθρωπος. Πρέπει να μπει σε έναν κόσμο, να μάθει τη γλώσσα, το software, και να μπορέσει να το αποδώσει. Είναι όμως σημαντικό να ξέρουμε, ότι το software μπορεί να αλλάξει.

Το μυαλό είναι πλαστικό, αλλάζει συνέχεια. Αν πάρει μια συγκεκριμένη μορφή, τελείωσε. Δε μπορεί να αλλάξει. Με αυτή την έννοια είναι σημαντικό να ανακαλύπτεις τον κόσμο που μπορεί να σου ανοιχτεί – να μην τον περιορίζεις.

«ΜΕ ΤΟΝ ΛΑΝΘΙΜΟ Η ΣΧΕΣΗ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΠΤΥΞΕΙ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΙΑ»

Στο Poor Things δουλεύουμε με αγγλοσαξονικούς όρους, ο τρόπος δουλειάς εκεί είναι διαφορετικός. Πάντα εκεί ο μοντέρ κάνει μοντάζ παράλληλα με το γύρισμα. Υπό μία έννοια έχεις ένα σενάριο που το έχει ερμηνεύσει ο σκηνοθέτης, με ηθοποιός, με όλο τον κόσμο που έχει δημιουργήσει. Εγώ παίρνω και διαβάζω το σενάριο και το βάζω στη σειρά.

Έχω μάθει να έχω μια απόσταση από τα συναισθήματα, μου αρέσει να παρατηρώ τον εαυτό μου όταν συμμετέχω σε μια κατάσταση. Κι είναι πολύ εύκολο για μένα να αναθεωρήσω ακόμα κι αυτό που έχουμε. «Να το κάνουμε έτσι;» Υπάρχουν πάρα πολλές δυνατότητες και μου αρέσει να τις εξερευνώ όλες.

Κάποιες ταινίες μένουν ανεκπλήρωτες για κάποιο λόγο. Πρέπει να τελειώσουν, ή «ΟΚ, μέχρι εδώ, αυτό θέλαμε».

Ευτυχώς με τον Λάνθιμο η σχέση που έχουμε αναπτύξει είναι βαθιά, και του αρέσει και του ίδιου να ψάχνει. Είναι πολύ διαφορετική η προσέγγισή του, είναι δημιουργός, είναι auteur. Θα μείνει ως auteur. Έχει αυτό που θα ονομάζαμε «λανθιμικό σύμπαν». Έχει ιδιοσυγκρασία συγκεκριμένη, άποψη για τον άνθρωπο, τρόπο δουλειάς που έχω μάθει δουλεύοντας μαζί του ήδη από τα διαφημιστικά. Κι όταν μπεις σε ένα δωμάτιο ευτυχώς αφήνει χώρο και σου δίνει δυνατότητες.

«ΔΕΝ ΘΕΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΗΘΙΚΟΠΛΑΣΤΗΣ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΦΗΝΕΙΣ ΑΝΟΙΧΤΗ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΑΤΗ»

Στις ταινίες στούντιο έχεις ένα είδος που πρέπει να υπηρετήσεις, εγώ δεν είμαι καλός σε αυτά. Αλλά κι εκεί την πρωτοπορία ψάχνουν. Σου λένε, έχω βαρεθεί τα jump scares, κάνε με να τρομάξω με έναν νέο τρόπο.

Έκανα και σεξοκωμωδίες [γελάει] αλλά αυτό που πάντα με ενδιαφέρει είναι το πώς αυτή η φόρμα δημιουργεί μια αντίδραση στον θεατή, είτε είναι κωμωδία είτε νοσταλγικό παραμύθι σαν την Πολίτικη Κουζίνα.

Έχουμε καθιερώσει τις προβολές με τους συνεργάτες. Το δείχνουμε, σε κοινό που εμπιστευόμαστε, όχι αυτό που κάνει το Χόλιγουντ με τις προβολές σε μέσο θεατή. Πάντα με ενδιαφέρει η αντίδραση, ειδικά ως μοντέρ. Ζητάω συχνά από τον Λάνθιμο να κάνουμε μια προβολή, να το δούμε κι εμείς – έχουμε κάνει κάποια πράγματα, δουλεύουν;

Με ενδιαφέρει η φόρμα, το πώς αυτά τα κομμάτια τα οπτικά και τα ακουστικά θα δημιουργήσουν αυτό που θέλουμε να πούμε. Αλλά δεν θες να είσαι ηθικοπλάστης, να λες «η εικόνα σημαίνει αυτό, το σωστό είναι αυτό, το ηθικό δίδαγμα είναι εκείνο». Δείχνεις κάτι ανοιχτό, μια συγκεκριμένη φόρμα που υπονοεί τη δική σου προσέγγιση και τον τρόπο που θες να το παρουσιάσεις, αλλά αφήνει ανοιχτή την ερμηνεία για τον θεατή. Ένα ανοιχτό σύμπαν. Να βάλει μέσα τη δική του δημιουργικότητα.

Το κείμενο περιγράφει, ενώ η εικόνα έχει δύναμη. Η αμεσότητα του cut έχει να κάνει με την αμεσότητα του μυαλού. Είμαι εδώ και ξαφνικά είμαστε στη σελήνη. Δεν χρειάζομαι χρόνο για να πάω. Το κάνω με το μοντάζ.

Ο Πανουσόπουλος μου είχε πει: Το ότι βάζω αυτά τα κάδρα τι σημαίνει; Μοντάρω.

Το μοντάζ δεν είναι κάτι που συμβαίνει στην τελευταία φάση μιας ταινίας, ξεκινάει από την αρχή. Όταν βάζεις το κοντινό ενός χεριού, αυτό σημαίνει κάτι περισσότερο, μια μετωνυμία, μια σύγκρουση. Όλα αυτά είναι οργανωμένα εξαρχής.

«Η ΤΕΧΝΗ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΗΤΑΝ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΚΗ»

Κάποτε είχα διαβάσει για τον Σαίξπηρ ότι έκλαιγε με τις κωμωδίες και γελούσε με τις τραγωδίες. Εξαρτάται από ποια μεριά θα το δεις. Όντως έχει αυτή την υπόσταση η ανθρώπινη βλακεία. Είναι συγκινητική κάποιες φορές! [γελάει]

Έχει η ζωή αυτές τις κωμικές καταστάσεις ακόμα και σε τραγικές στιγμές. Ίσως αυτός είναι ο τρόπος μας να έρθουμε σε κατανόηση, σε συνομιλία με την πραγματικότητα και να την αποδεχθεί ο καθένας μας, να συμβιβαστεί με αυτήν.

Η τέχνη από την εποχή των αρχαίων Ελλήνων ήταν παρηγορητική. Παιδιά, χάλια είναι τα πράγματα αλλά δείτε αυτή την ταινία, ακούστε κι αυτό το παραμύθι. [γελάει] Αλλά βασικά είναι η σχέση του καθενός με τον εαυτό του, με τον κόσμο γύρω του, με το ποιος είναι ο δικός μας τρόπος σκέψης.

Όμως δεν χειραγωγεί. Σου δείχνει ένα άλλο σύμπαν στο οποίο είναι δύσκολο να μπεις.

Έχει αυτή τη δυνατότητα το μοντάζ να ολοκληρώνει τα πράγματα κατά κάποιο τρόπο. Είναι οπτικοακουστική η δουλειά μας. Εικόνα και ήχος και αφήγηση.

Άμα πάρεις μια σκηνή και την μεταφέρεις σε ένα άλλο σημείο, την κάνεις τότε κάτι διαφορετικό. Γιατί θες κάτι άλλο να γνωρίζει ο θεατής.

«Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΕΧΕΙ ΗΘΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ»

Ο Αλέν Ρενέ είναι ο κατεξοχήν μοντέρ σκηνοθέτης. Τον ενδιαφέρει η εικόνα του χρόνου κι όχι ο χώρος. Στο Χιροσίμα Αγάπη Μου, η πρωταγωνίστρια ζει όπως κι εμείς στο παρόν, με το μυαλό του παρόντος, αλλά επηρεασμένη από το παρελθόν και με τις προσδοκίες του μέλλοντος. Αυτό είναι το μοντάζ: Η εικόνα που παίζεται στον παρόντα χρόνο –και φεύγει όπως φεύγει κι ο χρόνος–, αυτό που έχω μάθει πριν κι αυτό που με σπρώχνει μπροστά, η περιέργεια που έχω για αυτό που περιμένω να έρθει.

Πώς θα ικανοποιηθεί η προσμονή; Πώς θα με εκπλήξει κάτι; Μας ενδιαφέρει να υπάρχει σασπένς για τον θεατή και να δημιουργηθεί μια περιέργεια για αυτό το βλέπει. Γιατί η ανθρώπινη προσοχή ξεφεύγει εύκολα.

Πρέπει να ξέρεις με τα σημεία σοκ πώς να πάρεις την προσοχή, και πώς να την αφήσεις μετά να χαλαρώσει λίγο. Στο Ψυχώ ο Πέρκινς σφουγγαρίζει δέκα λεπτά μετά τον φόνο, αλλά είναι τόσο μεγάλο το βάρος εκείνης της πράξης. Αυτό είναι το συναίσθημα, και το συναίσθημα έχει διαφορετικό ρυθμό από την σκέψη.

Η αισθητική έχει ηθικές επιπτώσεις. Τι θα μάθεις ένα παιδί; Γιατί παιδιά είμαστε όταν βλέπουμε μια ταινία. Παραμυθιαζόμαστε, αφήνουμε τον εαυτό μας ελεύθερο. Είναι suspension of disbelief. Πάμε να μου πεις ό,τι θες, είμαι έτοιμος να σε ακούσω.

Info:

Η συνέντευξη με τον Γιώργο Μαυροψαρίδη πραγματοποιήθηκε στο 62ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Με το Poor Things, ο Γιώργος Μαυροψαρίδης είναι για δεύτερη φορά υποψήφιος για Όσκαρ Καλύτερου Μοντάζ. Το Poor Things προβάλλεται στις αίθουσες από την Feelgood Entertainment.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα