Ήταν λυγρά τα σήματα, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άκουγε “τη μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων”

Ήταν λυγρά τα σήματα, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άκουγε “τη μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων”
Eurokinissi

Το κείμενο που ακολουθεί ας εκληφθεί ως απόπειρα να εξηγηθεί η εκλογική συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ - ΠΣ στις κάλπες της 21ης Μαΐου.

Λόγος πρώτος: Η λαϊκίστικη αντιπολίτευση-ένα μείγμα οργισμένου εμπρηστικού λόγου, στείρου καταγγελτισμού και ασύστολης παροχολογίας.

Δεύτερος: Η καθηλωτική εμμονή σε γνωστές ιδεοληψίες-π.χ. για το μεταναστευτικό, τον φράχτη κλπ.- ιδεοληψίες που περιφρονούσαν προκλητικά την πλειονότητα της κοινωνίας.

Τρίτος: Η θολή εσωκομματική εικόνα, με διαφοροποιήσεις κορυφαίων στελεχών και ομάδων.

Τέταρτος: Η τραγική και απολύτως καταστροφική εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ στην τυπική προεκλογική περίοδο, με απόλυτη ευθύνη του Αλέξη Τσίπρα και της ηγετικής ομάδος.

Μια στάση εδώ: Ελάχιστοι από τους κορυφαίους του ΣΥΡΙΖΑ προειδοποιούσαν για το κακό που ερχόταν. Το ίδιο και οι περισσότεροι από αυτούς που σήμερα ασκούν αυστηρή κριτική στον Τσίπρα(στελέχη, αρθρογράφοι, πανεπιστημιακοί, διανοούμενοι κ.α.):

Ουδέποτε μέσα στα τέσσερα χρόνια είχαν θίξει έστω κατ΄ελάχιστον τα κακώς κείμενα, τα φάλτσα και συνολικά τις προβληματικές και ολέθριες επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ. Ας δούμε όμως έναν έναν του λόγους αρχίζοντας από τον χρονικώς τελευταίο.

Καταστροφική προεκλογική εικόνα

Ο Αλέξης Τσίπρας υπέπεσε σε ασυγχώρητα λάθη τα οποία ήσαν βούτυρο στο ψωμί του Μητσοτάκη.

Πρώτον, κατάφερε καίριο πλήγμα στην λογική της απλής αναλογικής αρνούμενος κυβέρνηση ηττημένων. Το έκανε πιθανώς για να ενισχύσει την δυναμική της πρωτιάς, αλλά κατ΄ουσίαν περιφρόνησε θεσμικά τον πυρήνα της απλής αναλογικής.

Από πού κι ως πού είναι εξοβελιστέα μια πλειοψηφία που συγκροτεί κυβέρνηση; Επρόκειτο για θεσμικό, αντισυνταγματικής φύσεως ατόπημα το οποίο ενίσχυσε-μαζί με τα υπόλοιπα που ακολούθησαν- την σταθερή θέση του Μητσοτάκη για αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Δεύτερον: Όταν αρνήθηκε συνεργασία ο Βαρουφάκης, η προφανής αμηχανία επινόησε το ολέθριον περί ψήφου ανοχής! Και μόνη η λέξη ανοχή παρέπεμπε ευθέως σε εύθραυστη κυβέρνηση η οποία εξαρτάται απολύτως από τις διαθέσεις, τις ορέξεις και τις σκοπιμότητες ενός μικρού εταίρου. Που όποτε ήθελε θα μπορούσε να βγάλει την πρίζα και να ρίξει την κυβέρνηση.

Αυτό κι αν ήταν δώρο στον Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός μιλούσε εμμονικά για καθαρή λύση (σταθερότητα μέσω αυτοδυναμίας) και ο ΣΥΡΙΖΑ πελαγοδρομούσε σε τρικυμισμένες θάλασσες. Ε, δεν ήταν δύσκολο να το καταλάβει η κοινωνία, η οποία επιθυμούσε ασφάλεια και σταθερότητα.

Τρίτον: Κυβέρνηση ειδικού σκοπού. Ναι μεν δεν ήταν πρόταση του Τσίπρα, αλλά ερωτηθείς δεν την απέρριψε κλείνοντας το μάτι προς τον Ανδρουλάκη. Δηλαδή, να γίνει τέτοια βραχύβια κυβέρνηση έστω με άλλον πρωθυπουργό (δεν το είπε αυτό, αλλά θα μπορούσε να εκληφθεί ως ανοιχτό παράθυρο για να πειστεί ο Ανδρουλάκης),ώστε να παραπεμφθεί ο Μητσοτάκης για τις υποκλοπές-επομένως να ξεμπερδέψουμε με αυτόν- και μετά βλέπουμε.

Τραγικό ολίσθημα. Διότι μια κοινωνία που ασθμαίνει οικονομικά, περιμένει από τη νέα κυβέρνηση άμεσα μέτρα και πρόγραμμα που θα ικανοποιεί τις επείγουσες ανάγκες της κι όχι προτεραιότητα στις υποκλοπές και την δικαστική/πολιτική εξέλιξη του θέματος αυτού.

Τέταρτον: Το κρούσμα Κατρούγκαλου. Ηταν το επισφράγισμα μιας πορείας που οδηγούσε στη συντριβή. Τα Επιμελητήρια ξεσηκώθηκαν και η κοινωνία μετέβαλε σε οριστική απομάκρυνση την δυσπιστία ή τις επιφυλάξεις της απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν ήταν καθοριστικό το κρούσμα αυτό για το τελικό αποτέλεσμα. Όμως συνέβαλε αρνητικά στην συνολική εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ. Ηταν το κερασάκι σε μια άνοστη-προβληματική λόγω υλικών- τούρτα.

Φυσικά δεν ευθύνεται ο Τσίπρας για την αδιανόητη ενέργεια του Κατρούγκαλου ούτε για τις ελαφρότητες της Φωτίου και τις προσεγγίσεις του Τσακαλώτου για παράλληλα νομίσματα.

Τέλος, η «πράσινη στολή» του Τσίπρα-τόσο κακότεχνη και εν τέλει αχρείαστη-, οι αστειότητες περί δημοσκοπήσεων και predator (οτι τάχα δεν απαντούν οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ γιατί φοβούνται ότι παρακολουθούνται) και βέβαια η τραγικά όψιμη-αν και σωστή- αναφορά στους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής, λειτούργησαν σωρευτικά εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ.

CUT: Ναι, ήταν σωστή η σχετική αναφορά του Αλέξη Τσίπρα στον κόσμο που είχε ψηφίσει την Χρυσή Αυγή. Όμως αυτό όφειλαν να είχαν κάνει χρόνια τώρα οι πάσης φύσεως προοδευτικοί, αντί να ελεεινολογούν τους ψηφοφόρους αυτούς, να τους αποκαλούν φασίστες ή ναζί και να τους περιφρονούν.

Μονάχα ένας το είχε κάνει. Ο εξ-αιρετικός Σάββας Μιχαήλ με συνέντευξή του πρό ετών στην Lifo. Αλλά ποιός από τους πεφυσιωμένους της Κουμουνδούρου και περιχώρων να ακούσει τον επιφανή αυτόν διανοητή. Ασε που είναι και τροτσκιστής…

Λαϊκίστικη, οργισμένη αντιπολίτευση

Αν ισχύει ο ως άνω ισχυρισμός για την αντιπολίτευση που άσκησε επι τέσσερα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ, προκύπτει αναπόφευκτο το «γιατί». Προτού δούμε αναλυτικά τα στοιχεία της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, ας φωταγωγήσουμε την αφετηρία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έκρινε ότι εκείνο που προέχει είναι να συγκρατηθεί το 31,5 % του 2019. Επομένως έπρεπε να διατηρεί τον κόσμο του σε συνεχή εγρήγορση, με ολοένα αυξανόμενη αντιπολιτευτική ένταση και υψίσυχνο καταγγελτισμό, ώστε με βάση το 31,5% να διεκδικήσει αύξηση του ποσοστού και πρωτιά.

Λάθος μέγα: Η πραγματική βάση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν γύρω στο 24 με 25% και όχι αυτό που τελικά κατέκτησε στις εκλογές. Εκείνο το ποσοστό που πήγε τον ΣΥΡΙΖΑ από το 23,76% στις Ευρωεκλογές στο 31,5% ήταν ψηφοφόροι που αντέδρασαν στην προέλαση της ΝΔ και θέλησαν να αναχαιτίσουν κάπως την διαφαινόμενη ολοκληρωτική επικράτηση του Μητσοτάκη.

Αν δεν απατώμαι, την άποψη για την πραγματική βάση του ΣΥΡΙΖΑ στο 24% είχε εκφράσει πρώτος-και μόνος νομίζω- ο πανεπιστημιακός Γεράσιμος Μοσχονάς. Φυσικά, η Κουμουνδούρου δεν το έλαβε υπόψιν… Ας δούμε όμως τα στοιχεία που συνέθεσαν την λαϊκίστικη αντιπολιτευτική στάση του ΣΥΡΙΖΑ:

1)Αντι να υπερασπιστεί την επιλογή του για αριστερή κυβερνησιμότητα ως δείγμα γραφής μιας υπεύθυνης Αριστεράς που τολμά να διαχειριστεί μια εξόχως δύσκολη συνθήκη για τη χώρα, επέλεξε το εξοργιστικό «αναγκαστήκαμε λόγω μνημονίου» ως απάντηση στις καταιγιστικές βολές του Μητσοτάκη για τον νόμο Κατρούγκαλου, το Υπερταμείο, την εξοντωτική φορολογία κλπ.

Ηταν εξοργιστικό, πρώτον γιατί προηγήθηκε η δέσμευση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα σκίσει τα μνημόνια. Μια δέσμευση που έγινε κουρέλι. Δεύτερον, διότι ουδείς εξανάγκασε τον ΣΥΡΙΖΑ να υπηρετήσει τη μνημονιακή πολιτική.

Εκείνοι που δεν το άντεχαν (Λαφαζάνης, Βαρουφάκης, Κωνσταντοπούλου) έφυγαν διαχωρίζοντας τη θέση τους. Ας το έκανε και η Κουμουνδούρου, αντί να οχυρώνεται πίσω από το «αναγκαστήκαμε».

Ο κόσμος δεν συγχώρεσε την ιλαρή αυτή εξήγηση. Και λόγω της συνολικής κυβίστησης, ελάχιστα στάθηκε στα ουκ ολίγα θετικά της κυβερνητικής τετραετίας του ΣΥΡΙΖΑ. Ένα μέρος της κοινωνίας τον είχε κατατάξει στα συστημικά, μνημονιακά κόμματα και όπως αποδείχτηκε έβλεπε με δυσπιστία τις νέες δεσμεύσεις και υποσχέσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης εν όψει των εκλογών του ΄23.

2)Ο ΣΥΡΙΖΑ-από τον Τσίπρα μέχρι τα μικρομεσαία στελέχη- φερόταν σαν αφηνιασμένο άλογο. Οι ενστάσεις για την κυβερνητική πολιτική-θεμιτές οι περισσότερες- προσλάμβαναν βαθμηδόν τον χαρακτήρα οργισμένου αρνητισμού και καταγγελτισμού.

Νόμιζαν ότι στον λόγο και την συμπεριφορά τους εκφράζεται η λαϊκή οργή μιας κοινωνίας εν εκρήξει. Οντως υπήρχε έντονη δυσαρέσκεια, κυρίως στα οικονομικά, αλλά δεν κατάλαβαν στον ΣΥΡΙΖΑ ότι ο κόσμος επιζητούσε ταυτόχρονα και πειστικό εναλλακτικό λόγο για να νιώθει ασφαλής και να αισθάνεται ότι υπάρχει προοπτική, ώστε να επενδύσει στην αξιωματική αντιπολίτευση.

Τέτοια εναλλακτική πρόταση, με συγκεκριμένο Σχέδιο για την παραγωγική Ανάπτυξη της χώρας δεν υπήρξε. Αντ΄αυτού κυριάρχησε η πλειοδοσία εξαγγελιών και υποσχέσεων-προϊόν καλών προθέσεων και πραγματικής έγνοιας για τα λαϊκά στρώματα- και έλειψε η τεκμηριωμένη κοστολόγηση.

Και ενώ αγνόησαν το ότι ο Μητσοτάκης έριχνε λεφτά στην πιάτσα, καθώς και το ότι η Οικονομία δεν ήταν όπως καταστροφολογικά την παρουσίαζαν-είναι προβληματική αλλά όχι υπο κατάρρευσιν- το οργισμένο ποδοβολητό του ΣΥΡΙΖΑ συνεχιζόταν απτόητο σε όλα τα πεδία.

Αχαλίνωτος Πολακισμός που χάιδευε τα αυτιά των πεπεισμένων αλλά απωθούσε τους συνετούς ψηφοφόρους, εξωφρενικές επιθέσεις εναντίον του Μητσοτάκη και της ΝΔ( Κούλης, ανέμελος, ακροδεξιά κυβέρνηση, η χειρότερη μεταπολιτευτικά, κόμμα παιδοβιαστών, Μητσοτάκη γαμ@@@σαι) και πλήρης αδιαφορία για το πώς εισέπραττε η κοινωνία την συμπεριφορά αυτή.

Μια κοινωνία που ασφαλώς ήταν κατά το μέγα μέρος της δυσαρεστημένη από την κυβέρνηση, αλλά δεν ήταν τυφλή να μην βλέπει πόσο ανοίκειες και άστοχες ήσαν οι επιθέσεις αυτές.

Επι παραδείγματι: Την ώρα που τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και σχεδόν όλα τα φίλια ΜΜΕ μιλούσαν για Ακροδεξιά κυβέρνηση, ομοφοβική κλπ, ο Μητσοτάκης είχε δίπλα του τον Πιερρακάκη, τον Γεραπετρίτη, τον Σκέρτσο, τον Λιβάνιο, τον Πατέλη, τον Γιατρομανωλάκη και αρκετούς άλλους.

Οσο για την ακροδεξιά προέλευση του Βορίδη, του Πλεύρη και του Αδωνι, την οποία κατά κόρον προέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, τίθεται ένα ερώτημα: Γιατί δεν δέχεσαι την αφομοιωτική ένταξη τέτοιων στελεχών σε κεντροδεξιό κόμμα, και την εγκατάλειψη προτέρων απόψεων, τη στιγμή μάλιστα που σωστά δεν έχεις κανένα πρόβλημα να δεχτείς την ψήφο πολιτών που έχουν ψηφίσει την Χρυσή Αυγή;

Όμως υπάρχουν κι άλλα στοιχεία δηλωτικά λαϊκισμού, υπερβολών και αστοχίας, τα οποία στοίχισαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Συγκεκριμένα:

Υποτιμήθηκε ο Μητσοτάκης. Ενας μέτριος στο ξεκίνημά του πολιτικός που διαθέτει την ικανότητα των μετρίων να επιλέγουν ικανούς ανθρώπους δίπλα τους να εργάζονται μεθοδικά και να βελτιώνονται.

Εγινε μπούμερανγκ η υπόθεση Λιγνάδη και η ανοηταίνουσα αιχμή για ΝΔ-κόμμα παιδοβιαστών. Ηταν αρκετή προς τούτο η υπόθεση Γεωργούλη. Γι αυτό και σταμάτησε αμέσως η σχετική, χυδαία προπαγάνδα. Εντάξει, δεν εκπορεύονταν από την ηγεσία και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά την ανέχτηκαν. Και ουδέποτε προσπάθησαν να την αναχαιτίσουν και να την αποδοκιμάσουν.

Ενώ σωστά ο ΣΥΡΙΖΑ τάχθηκε εναντίον της εξοργιστικής κυβερνητικής επιλογής για την Πανεπιστημιακή Αστυνομία, ποτέ δεν στηλίτευσε την απαράδεκτη κατάσταση που επικρατεί σε κάποια Ανώτατα Ιδρύματα (απαγόρευση εισόδου σε καθηγητές να κάνουν μάθημα, καταλήψεις από άσχετους, καταστροφές κλπ).

Ιδεοληψίες

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν υποτίμησε απλώς τις επιπτώσεις του μεταναστευτικού/προσφυγικού στην κοινωνία, αλλά έπραξε το παν για να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αυτό αφορά μονάχα μια χούφτα Ακροδεξιούς και εθνικιστές.

Κραυγαλέα παραδείγματα η απόπειρα εισβολής στον Εβρο, ο Φράχτης και η περιώνυμη υπόθεση της Μικρής Μαρίας. Ακόμη κι όταν παρενέβη ο Τσίπρας και χαρακτήρισε σωστή την αντίδραση της κυβέρνησης στην μεθοδευμένη από την Τουρκία εισβολή, υπήρξαν στελέχη που χαρακτήρισαν λανθασμένη την στάση του Τσίπρα!

Στην περίπτωση της Μικρής Μαρίας ναυάγησε αύτανδρος ο ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε καν μια τυπική συγγνώμη όταν το Spiegel τα πήρε όλα πίσω.

Οσο για τον Φράχτη, σωστά λέει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν αρκεί, καθώς η μετανάστευση και η προφυγιά έχουν για συγκεκριμένους λόγους μια δυναμική που δεν αναχαιτίζεται με Φράχτες. Όμως η θετική αναφορά του Τσίπρα στην αναγκαιότητα του έργου αυτού στον Εβρο, δεν σβήνει τις εντυπώσεις που έχει δημιουργήσει η συνολική στάση του κόμματος στο μείζον ζήτημα του Μεταναστευτικού, που κυριαρχεί σε όλη την Ευρώπη.

Θολό εσωκομματικό τοπίο

Δεν χρειάζονται πολλά επ΄αυτού. Ηχηρές διαφοροποιήσεις ακόμη και κατά την προεκλογική περίοδο, ομάδες, ομαδούλες και στελέχη που βλέπουν στραβά τον Τσίπρα και κραυγαλέες παρεμβάσεις στελεχών και υποψηφίων βουλευτών που εξοργίζουν. Να ενδεικτικώς δυό παραδείγματα:

Η κυρία Χριστοδουλοπούλου μιλώντας σε κομματικό ακροατήριο τον Φεβρουάριο του ΄22 είπε το εξής: «Εμείς κάναμε διάφορες τομές, που δεν ξέρω αν άξιζαν τον κόπο, κάναμε να γίνονται, οι γραμματείς και οι διευθυντές αυτοί που θα είχαν τα προσόντα, ενώ είναι γνωστό πως όταν θες να κάνεις την πολιτική σου, πρέπει να έχουμε ανθρώπους δικούς μας, να μπορούμε επί τόπου να τους επηρεάζουμε».

Προφανώς δεν είχε καμμία συναίσθηση για τις εντυπώσεις που δημιουργούνται στην κοινωνία από αυτό που είπε, ούτε κατάλαβε ότι μόλις βγαίνει ο Τσίπρας να μιλήσει για αξιοκρατία, θα του υπενθυμίζουν την δήλωση της κυρίας Χριστοδουλοπούλου ως ενδεικτική συγκεκριμένης νοοτροπίας στον χώρο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Δεύτερο παράδειγμα: Τον Ιούλιο του ΄21 η κυρία Αννα Ελεφάντη, με αφορμή την προβολή της Σάκκαρη από την δημόσια τηλεόραση-προβολή λόγω της επιτυχημένης πορείας της στο τενις- εκστόμισε μια αθλιότητα πολλών διαστάσεων. Ειπε: «Για να σε δείχνει η ΕΡΤ, πρέπει να έχεις γκόμενο τον γιο του πρωθυπουργού».

Η εν λόγω κυρία επιβραβεύτηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Την έχρισε υποψήφια στις εκλογές της 21ης Μαϊου…Θα πείτε τώρα, μα αυτά είναι ασήμαντα περιστατικά. Συγγνώμη, αλλά αυτά τα «ασήμαντα» μαζί με όλα τα υπόλοιπα λειτουργούν εις βάρος του ΣΥΡΙΖΑ. Τιποτε δεν ξεφεύγει από την ακοίμητο οφαθλμό της κοινωνίας. Όλα εγγράφονται στη συνειδησή της.

Φωνή βοώντος…

…Τον Ιούλιο του ΄21, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιος Κούλογλου, βλέποντας να υπολείπεται συνεχώς στις δημοσκοπήσεις το κόμμα του, αναρωτήθηκε απευθυνόμενος προς τον Αλέξη Τσίπρα: «Πρόεδρε, μήπως δεν αρέσουμε;».

Ο ίδιος ευρωβουλευτής, με αφορμή την θέση του ΣΥΡΙΖΑ για τον λιγνίτη (ίδια με την κυβερνητική) και τα δικά του διαβήματα να ξαναδεί η Κουμουνδούρου το θέμα, έγραψε το εξής, τον Φεβρουάριο του ΄22: «Στου κουφού «αριστερού» την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα».

Και τον ίδιο μήνα, με αφορμή τις υβριστικές εκρήξεις του Πολάκη, είπε: «Αν δεν υπήρχε ο Πολάκης, η ΝΔ έπρεπε να τον εφεύρει»…

Φωνή βοώντος εν τη ερήμω η φωνή του Κούλογου, αλλά και όσων (γραφιάδων και άλλων) ασκούσαν δημιουργική κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ, μιλώντας για λαϊκίστικη αντιπολίτευση, καταγγελτική φρενίτιδα, δημοσκοπική στασιμότητα και για ανύπαρκτη δυναμική πρωτιάς και ανατροπής.

Τώρα είναι κάπως δύσκολο να αναταχθούν τα πολλαπλά κατάγματα. Διότι, όπως είπε μετά την συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ ο Γιώργος Τσίπρας, «Δεν βρέχει, μας έφτυσαν»…

Ακολουθήστε το News 24/7 στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα