Κάντο όπως ο Μπλερ;
Διαβάζεται σε 7'
Στη μαύρη θύελλα της εποχής μας, το κέντρο δεν έχει την πολυτέλεια που είχε στις καλές εποχές, να είναι το δεξιό αντίβαρο.
- 24 Οκτωβρίου 2026 07:13
Εκλογικά, είναι ο πιο επιτυχημένος ηγέτης του Εργατικού Κόμματος, και μάλιστα με μεγάλη διαφορά. Ανέλαβε ένα κόμμα που είχε χάσει τέσσερις συνεχόμενες αναμετρήσεις και το μετέτρεψε σε μια εκλογική μηχανή που εξασφάλισε τρεις διαδοχικές θητείες στην κυβέρνηση.
Ένας από τους δύο μόλις ανθρώπους που έχουν πετύχει στην Αγγλία τρεις συνεχόμενες εκλογικές νίκες από τότε που καθιερώθηκε η καθολική ψηφοφορία. Ο άλλος που πέτυχε αυτό το χατ-τρικ ήταν η Θάτσερ, ωστόσο οι συνολικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες του ήταν μεγαλύτερες από τις δικές της.
Εξασφάλισε για το κόμμα του 13 συνεχόμενα χρόνια στην εξουσία. Αυτό δεν αποτελεί απλώς τη μεγαλύτερη περίοδο διακυβέρνησης από τους Εργατικούς στην ιστορία τους, αλλά και τη μεγαλύτερη περίοδο διακυβέρνησης από μη Συντηρητική κυβέρνηση από το 1762.
Δεν τα λες και business as usual αυτά. Μπορεί να μην είναι ο πιο κατάλληλος για να πει πώς κάνεις δίκαιο πόλεμο ή πώς διαχειρίζεσαι την υστεροφημία σου, αλλά για το πώς κατακτάς την εξουσία είναι σίγουρα χρήσιμος ο Τόνι Μπλερ. «Είμαι πεπεισμένος ότι το Εργατικό Κόμμα πετυχαίνει καλύτερα όταν βρίσκεται στον κεντρώο πολιτικό χώρο».
“You’ve got to get to the centre ground to win.” Αυτά ήταν τα λόγια του πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 7ης Μαΐου 2015, με τον Εντ Μίλιμπαντ υποψήφιο πρωθυπουργό.
H διαρκής του ανησυχία ήταν οι Εργατικοί να προσέξουν ώστε οι εκλογές να μην εξελίσσονται σε μια αναμέτρηση «ανάμεσα σε ένα παραδοσιακό αριστερό κόμμα και ένα παραδοσιακό δεξιό κόμμα, με το παραδοσιακό αποτέλεσμα». Ποιο είναι το «παραδοσιακό αποτέλεσμα»; Φυσικά, η νίκη της Δεξιάς.
Είπαμε πως οφείλουμε να «δώσουμε» στον Μπλερ ότι μέχρι κάποια εποχή είχε δίκιο. Σήμερα όμως τα πράγματα δεν φαίνονται να τον δικαιώνουν, ούτε καν στην πατρίδα του. Η στροφή στο κέντρο υπήρξε συνταγή συντριβής για τους διαδόχους του. Δείτε τι απέγινε ο κεντρώος εργατικός πρωθυπουργός Στάρμερ. Οι καιροί αλλάζουν.
Σήμερα το ερώτημα Δεξιά ή Αριστερά επιστρέφει αφτιασίδωτο, πολώνοντας τον ορίζοντα. Ή, αν θέλετε μια de profundis γαλλική απάντηση, ρωτήστε τι θα ψήφιζαν οι κεντρώοι φίλοι σας σε ένα δεύτερο γύρο γαλλικών προεδρικών εκλογών μεταξύ Μελανσόν και Λεπέν. Εκεί θα γίνει αποκάλυψη…
Στη μαύρη θύελλα της εποχής μας, το κέντρο δεν έχει την πολυτέλεια που είχε στις καλές εποχές, να είναι το δεξιό αντίβαρο. Ο γεμάτος γωνίες, πάθος και ένταση ακροδεξιός λόγος δεν αντιμετωπίζεται με κεντρώα μισόλογα. Δεν ζούμε στο 1990. Δεν μπορείς να είσαι και με το Ισραήλ και εναντίον του. Θα πρέπει να αποφασίσεις δυσαρεστώντας τη μια πλευρά. Σε όλα τα θέματα.
Σε αναζήτηση του χαμένου ελληνικού κέντρου
Στην Ελλάδα ωστόσο, τη στρατηγική Μπλερ δείχνουν να έχουν σαν ευαγγέλιο η κεντροαριστερή αντιπολίτευση, το ΠΑΣΟΚ και η ΕΛΑΣ ακόμη κι αν δεν το παραδεχθούν. Υπάρχουν λόγοι και για τους δύο.
Το ΠΑΣΟΚ είναι ένα βαθιά καθεστωτικό κόμμα. Ένας μηχανισμός στιβαρός, γαντζωμένος επιμελώς στους αρμούς της εξουσίας της Μεταπολίτευσης: συνδικάτα, σωματεία, δήμους, περιφέρειες, επιχειρήσεις και διοικητικές ελίτ. Ένα κόμμα απολύτως εναρμονισμένο στους κανόνες λειτουργίας του πολιτικού συστήματος, που εν πολλοίς φέρουν την υπογραφή του.
Για το λόγο αυτόν, έδειξε πρωτοφανή αντοχή ενώπιον του ορατού ενδεχόμενου της διάλυσής του μετά τα δύο πρώτα μνημόνια. Συρρικνώθηκε αλλά άντεξε. Σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, ο όρος pasokification –δηλαδή η πορεία προς τον αφανισμό μέσω της ραγδαίας εκλογικής συρρίκνωσης– είχε γίνει το φόβητρο όλων των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Γηραιάς Ηπείρου. Σήμερα όμως υπάρχουν πάλαι ποτέ ισχυρά σοσιαλιστικά κόμματα σε χειρότερη κατάσταση. Επομένως, το ΠΑΣΟΚ έχει λόγους να ελπίζει. Όχι για να διαπρέψει, αλλά να επιβιώσει.
Παραπονιούνται φίλοι του – και όχι μόνο– ότι ο πρόεδρός του δεν κάνει. Όμως, το πρόβλημα είναι πιο δομικό από την προσωπικότητα του Νίκου Ανδρουλάκη. Η προσωπικότητα ενσαρκώνει υποδειγματικά το πρόβλημα του πασοκικού οξύμωρου. Εκφράζει τις δυνατότητες της συγκυρίας και τα όρια της πολιτικής στρατηγικής. Για να επιβιώσει το ΠΑΣΟΚ ως αντιδεξιό καθεστωτικό κόμμα δεν μπορεί να ακολουθήσει άλλη στρατηγική πέρα από αυτή την στεγνή γραμμή που δεν εμπνέει για παραπάνω. Όμως προσοχή: αυτή η γραμμή του έδωσε σφυγμούς σε μια ιστορική στιγμή που όλα έδειχναν πως θα σβήσει. Κάπως έτσι, λοιπόν, θα συνεχίσει να πορεύεται.
Το ότι το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε μάλλον αναπάντεχα στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήταν επικίνδυνο δώρο. Για πρώτη φορά στις εκλογές του 2023 περνά σε διψήφιο ποσοστό ύστερα από τρεις διαδοχικές αναμετρήσεις όπου βολοδέρνει στα μονοψήφια και αίφνης, λόγω διάλυσης ΣΥΡΙΖΑ, αναγκάζεται να φορέσει τα ρούχα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Τα ρούχα αυτά αναγκαστικά το εκθέτουν: ένα κόμμα που δημοσκοπικά κινείται στο 12% –εκεί που περίπου ήταν στις εκλογές του 2023– εμφανίζεται με στρατηγικό στόχο «νίκη έστω με μια ψήφο» απέναντι στη Δεξιά. Το να είσαι όμως σε οριακό διψήφιο ποσοστό και να λες ότι θα νικήσεις ένα κόμμα που κυβερνά και βρίσκεται περίπου στο 30% είναι όντως ανόητο. Καμία «ανοησία» δεν είναι ωστόσο ανεξήγητη. Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω εστιάζοντας στη στρατηγική πέραν των προσώπων.
Για την ΕΛΑΣ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η ΕΛΑΣ δεν είναι καθεστωτικό κόμμα, όπως το ΠΑΣΟΚ. Θέλει όμως διακαώς να γίνει, κρατώντας συνάμα το ηθικό πλεονέκτημα του μη καθεστωτικού. Δύσκολα πράγματα. Ασυμφιλίωτα. Αυτή είναι όμως η ανυπέρθετη μέριμνα του αρχηγού. Να πει στο ελληνικό κατεστημένο και τους Έλληνες νοικοκυραίους: «επιστρέφω σοφότερος, συνετότερος καθησυχάζοντάς σας». Αν υπήρχε μια λέξη να εκφράσει τον πολιτικό δρόμο που διάλεξε ο Αλέξης Τσίπρας διά της ιδρύσεως του κόμματος αυτού είναι η μεταμέλεια.
Το «επιστρέφω μεταμελημένος» φοβίζει λιγότερο κάποιους, εμπνέει όμως ακόμη λιγότερο τους υπόλοιπους. Και τον ίδιο τον Τσίπρα. Φαίνεται ακόμη και στον βαριεστημένο, άχαρο τρόπο με τον οποίο πλέον διαχειρίζεται το επικοινωνιακό του χάρισμα. Ο άνθρωπος κουβαλάει ανεπούλωτο το τραύμα του ’15 με μη διαπραγματεύσιμο τρόπο καθώς επίσης τις δύο ακατανόητες για εκείνον ήττες του 2019 και του ‘23. Πάνω σε αυτά λοιπόν, η ΕΛΑΣ χαράζει τον κεντρώο δρόμο της μεταμέλειας. Άλλοτε περισσότερο, άλλοτε λιγότερο πειστικά, καθώς αναπόδραστα τίθεται και το ζήτημα της πολλαπλώς τρωθείσας αξιοπιστίας του ίδιου του Αλ. Τσίπρα, αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο.
Σε κάθε περίπτωση, με γνώμονα αυτό το τραύμα πολιτεύεται πλέον: «ποτέ ξανά ’15»: όχι ρήξεις, όχι ανατροπές, όχι ανέφελους ριζοσπαστισμούς και οτιδήποτε ταράζει την εικόνα της μεταμελημένης επιστροφής. Εδώ είναι η ατυχία για το κόμμα αυτό και τον, κατά τα λοιπά, πολύ τυχερό αρχηγό του. Την στιγμή που για να αντιμετωπιστεί η μαύρη διεθνής της ακροδεξιάς χρειάζονται ρήξεις, πυγμή και ανατροπές (αυτά που βλέπουμε δηλαδή στη Νέα Υόρκη, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ισπανία) η ΕΛΑΣ παλεύει να πείσει το πολυπόθητο κέντρο να μην ανησυχεί, διότι δεν διατίθεται για καμία ρήξη ή ανατροπή. «Ηθική επανάσταση», «νέο πατριωτισμό» και «νέα μεταπολίτευση» ζητά. Μόνο «νέα δημοκρατία» που δεν λέει…
Και κάπως έτσι ένα κόμμα στο οποίο η αντίπαλη κυβέρνηση ρίχνει δημοσκοπικά double score (περίπου 30% η ΝΔ έναντι 15% της ΕΛΑΣ) όχι απλώς απαρνείται την απλή αναλογική και την ανάγκη συνεργασιών αλλά τολμάει να λέει «ή εμείς ή κανείς» διαγωνιζόμενο σε ανυπόφορη έπαρση και «βλακεία» (αναφέρομαι στον διαβόητο όρο του εξ απορρήτων του Αλ. Τσίπρα) το άλλο κόμμα που με 12% λέει ότι πάει για πρώτο «με μια ψήφο διαφορά».
Είπαμε όμως: τίποτε δεν είναι καθαρή «βλακεία», όσο κι αν έτσι φαίνεται. Είναι η εμμονή ότι οι πολιτικές μάχες κερδίζονται εκεί που υπαγορεύει ο Μπλερ σε συνδυασμό με την εγγενή αδυναμία να γίνει αντιληπτό ότι αυτό πλέον δεν ισχύει.
Επειδή λοιπόν στο χώρο του κέντρου έχει πλέον έχει ανομβρία, τα δύο κόμματα έχουν αρχίσει να ασχημονούνε. Σαν δύο ψαράδες που ψαρεύουν χωρίς αποτέλεσμα σε ένα σημείο και επειδή δεν λένε να μετακινηθούν αριστερά ή δεξιά αρχίζουν να βρίζονται άπραγοι. Αυτό κάνει τον λόγο τους ολοένα και λιγότερο συμπαθή, προς τέρψιν του Κυριάκου Μητσοτάκη που προετοιμάζεται να γίνει μάλλον ο μακροβιότερος πρωθυπουργός της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας.