Ο Κεμάλ και η βολική εκδοχή της βλακείας

Ο Κεμάλ και η βολική εκδοχή της βλακείας

Η λογοκρισία του τραγουδιού του Μ. Χατζιδάκι και η αλήθεια για την ακροδεξιά στην Ελλάδα, που ντρεπόμαστε να παραδεχθούμε

Το περιστατικό λογοκρισίας σε δημοτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης, με γονέα να διαμαρτύρεται για το ότι διδάχθηκε από δασκάλα μουσικής το τραγούδι «Κεμάλ» του Μάνου Χατζιδάκι σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, παρουσιάστηκε ως μια απόδειξη του ότι η βλακεία είναι αήττητη.

Δεν διαφωνεί κανείς, όμως μήπως εκτός από τη βλακεία, στην Ελλάδα είναι για άλλη μια φορά πολύ ισχυρό και το σκοτάδι της ακροδεξιάς;

Ας δούμε λίγο τι συνέβη. Γονέας διαμαρτύρεται και υποστηρίζει ότι το να διδάσκεται το αριστούργημα αυτό στα παιδιά, είναι «ισλαμική προπαγάνδα». Κεμάλ άκουσε ο άνθρωπος, Αττατούρκ θα νόμιζε, λογικό είναι να αντιδράσει, χωρίς καν να έχει ακούσει το τραγούδι.  Υπάρχει και η φήμη ότι αν ψιθυρίσεις τρεις φορές τη λέξη «Κεμάλ», οι Τούρκοι θα πάρουν την Αθήνα, οπότε καλό είναι να φυλαγόμαστε.

Στη συνέχεια η διευθύντρια του σχολείου, μπουκάρει στην τάξη, σκίζει τις φωτοτυπίες με το τραγούδι (τυχεροί είμαστε, θα μπορούσε να τις κάψει μπροστά στα παιδιά) και επιπλήττει τη δασκάλα για την πρωτοβουλία της.

Έχουμε να κάνουμε απλώς με τη συντονισμένη δράση δυο αμόρφωτων ηλιθίων ή μήπως όχι;

Υπάρχουν δύο σημεία στην επιστολή της δασκάλας, που δημοσιοποίησε το γεγονός, τα οποία χρειάζονται προσοχή.

Πρώτον, ότι συνάδελφοί της έχουν γίνει μάρτυρες δεκάδων παρόμοιων περιστατικών και δεύτερον ότι η διευθύντρια την επέπληξε  «για την επιλογή του τραγουδιού λέγοντας πως δεν είναι κατάλληλο για παιδιά δημοτικού και πως μοναδικό μας μέλημα στο δημοτικό είναι να τονώνουμε το εθνικό φρόνημα των παιδιών».

Επομένως η διευθύντρια, γνώριζε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με «ισλαμική προπαγάνδα», αλλά για ένα τραγούδι του Χατζιδάκι, που μιλά για την αξία του να προσπαθείς να αλλάξεις τον κόσμο, έστω και με όλες τις πιθανότητες εναντίον σου, τουλάχιστον όπως εγώ το καταλαβαίνω.

Το να δεχθούμε απλώς ότι πρόκειται για περιστατικό βλακείας είναι η βολική εκδοχή. Στην πραγματικότητα όμως θα πρέπει να το εντάξουμε σε μια αλυσίδα γεγονότων, που αποδεικνύουν ότι η ακροδεξιά στην Ελλάδα, όσο και αν εθελοτυφλούμε έχει ισχυρά ερείσματα στην κοινωνία και είναι θέμα συγκυρίας ότι μόλις πέρσι εκφράστηκε σε τέτοιο βαθμό και κοινοβουλευτικά.

Η εκτόξευση της Χρυσής Αυγής, αποδόθηκε στην οικονομική εξαθλίωση που έφεραν τα μνημόνια, στο μεταναστευτικό, στην επιβολή δεξιάς ατζέντας στην κοινωνία, στα ΜΜΕ, στο χαλί που έστρωνε επί χρόνια, ο light ακροδεξιός Γ. Καρατζαφέρης, στην ικανότητα της οργάνωσης να κινείται με λύκου δόντι και με λιονταριού προβιά, αλλά ταυτόχρονα να καμώνεται  πως δεν λατρεύει το ναζισμό, την ώρα που ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια τη στρατηγική που είχε ακολουθήσει το ναζιστικό κόμμα στη Γερμανία του 1930.

Τα παραπάνω φυσικά και ισχύουν. Ισχύει όμως και κάτι άλλο, που φοβόμαστε ή ντρεπόμαστε να παραδεχθούμε.

Αρνούμαστε να εξετάσουμε την πιθανότητα, η κρίση να μην έστρεψε 425.990 συμπατριώτες μας προς τη Χρυσή Αυγή, αλλά στους περισσότερους από αυτούς, απλώς να δημιούργησε το πλαίσιο και κυρίως να προσέφερε το άλλοθι για να αποκαλυφθούν.

Αρνούμαστε και ως κοινωνία και ως κράτος να παραδεχθούμε ότι οι συνειδητοποιημένοι ακροδεξιοί στην Ελλάδα, οι θιασώτες του μίσους και οι οπαδοί των «τελικών λύσεων» στη χώρα που δεινοπάθησε από τους ναζί, ήταν και είναι πολλοί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παραπλανημένοι ή αγανακτισμένοι πολίτες.

Όπως άλλωστε δεν ήταν παραπλανημένοι και οργισμένοι οι συνεργάτες των ναζί και οι μαυραγορίτες της κατοχής, ούτε οι συνεργάτες της Χούντας, που «έβγαζαν λεφτά» και «περνούσαν καλά» στην επταετία.

Το ποσοστό, των συμπολιτών μας που επιδοκιμάζουν τις πρακτικές μίσους, τη χυδαιότητα, την αγοραία γλώσσα, τη κτηνώδη δύναμη και τη διαστρέβλωση της ιστορίας, είναι μεγάλο και σταθερό επί δεκαετίες. Είναι επιλογή μας να κάνουμε ότι δεν τους βλέπουμε και να κρυβόμαστε πίσω από την εκδοχή της «βλακείας» ή της «οργισμένης αντίδρασης, λόγω κρίσης».

Γιατί πολύ απλά αν παραδεχθούμε την αλήθεια, θα πρέπει να πάμε και στο επόμενο βήμα. Τι κάνουμε; Τι κάνουμε ως κράτος, τι κάνουμε ως κοινωνία των πολιτών, τι κάνουμε στις παρέες μας όταν ακούμε το φίλο μας, το συγγενή ή τον γνωστό μας να υποστηρίζει τη βία και το μίσος και να κλείνει με τη φράση «δεν είμαι ακροδεξιός, αλλά η κρίση…».

Αυτά είναι ερωτήματα που κανείς (μας) δεν θέλει να απαντήσει.

*Σκίτσο από το Cartoonmovement.com

*Ο Μάνος Χωριανόπουλος είναι δημοσιογράφος. Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τον Μάιο του 2007 βρίσκεται στην 24 Μedia και είναι αρχισυντάκτης του News247.gr

SHARE:

24Media Network