NAZA

Διαβάζεται σε 6'
Γκράφιτι που απεικονίζει τους σκηνοθέτες Ρέιτσελ Σορ και Γιουβάλ Άμπραχαμ, του «Νάζα», με τις εβραϊκές επιγραφές «προδότες» στην Ασντόντ του Ισραήλ
Γκράφιτι που απεικονίζει τους σκηνοθέτες Ρέιτσελ Σορ και Γιουβάλ Άμπραχαμ, του «Νάζα», με τις εβραϊκές επιγραφές «προδότες» στην Ασντόντ του Ισραήλ AP Ariel Schalit

Μνημειοποιούμε τα εγκλήματα από τα οποία υποφέραμε και απωθούμε αυτά με τα οποία κάναμε άλλους να υποφέρουν.

Είδα το NAZA. Τρία πράγματα θέλω να μοιραστώ.

Σημασία δεν έχει μόνο τι λες, αλλά ποιος είσαι που το λες.

Με το πρώτο μου σχόλιο δεν θέλω διόλου να αποθαρρύνω τους υποψήφιους θεατές. Όμως, η αλήθεια μου είναι ότι προσωπικά δεν ένιωσα ότι έμαθα πολλά από την ταινία. Μάλλον έμαθα ότι NAZA είναι ένας διοικητικός όρος για έναν αριθμό ανθρώπινων απωλειών που θεωρείται αποδεκτός ή αναμενόμενος κατά τον σχεδιασμό ενός πλήγματος. NAZA όμως δεν σημαίνει απλώς «παράπλευρες απώλειες». Είναι ο προϋπολογισμός τους. Το ακρωνύμιο χρησιμοποιείται ως όρος για τον εκτιμώμενο αριθμό αμάχων που αναμένεται να σκοτωθούν σε ένα συγκεκριμένο πλήγμα δείχνοντας ότι ο βαθμός επιχειρησιακής και τεχνολογικής ετοιμότητας του ισραηλινού στρατού αποκλείει το λάθος. Η ίδια η έννοια NAZA δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Όταν εκ των προτέρων γνωρίζεις ότι γκρεμίζοντας ένα κτίριο όπου βρίσκονται 10 αξιωματούχοι της Χαμάς, θα εξοντώσεις και 80 γυναικόπαιδα, είσαι εκτός της σφαίρας της ανθρώπινης αστοχίας. Είσαι στη σφαίρα της προμελέτης.

Και πάλι όμως, ούτε αυτό άγνωστο. Ίσως, η γραφειοκρατικοποίηση της διαδικασίας να εκπλήσσει, αλλά ομολογουμένως δεν χρειαζόταν το NAZA να μας το πει. Το λένε χρόνια διεθνείς οργανώσεις από τον ΟΗΕ ως την κοινωνία των πολιτών, Παλαιστίνιοι, ξένοι δημοσιογράφοι και άλλοι. Το κρίσιμο με την ταινία είναι ότι εδώ το λένε Ισραηλινοί. Στα μάτια του δυτικού κόσμου αυτό ενισχύει την αξιοπιστία της ομολογίας αυτής. Ως ένα βαθμό, αυτό είναι εύλογο. Από την άλλη όμως, εγκυμονεί κι έναν κίνδυνο: την καταφρόνηση των προηγουμένων μαρτυριών επειδή δεν ήταν τάχα αμερόληπτες. To άκουσα αυτό βγαίνοντας από την αίθουσα από έναν θεατή: «για να το ομολογούν κι οι Ισραηλινοί σημαίνει τελικά ότι είναι αλήθεια».

Λοιπόν, μολονότι δυσανασχετώ με εκείνους που περίμεναν μια ισραηλινή μαρτυρία για να αποδεχθούν το πασιφανές τόσα χρόνια, γνωρίζω ότι αυτή η μαρτυρία είναι ζωτικής σημασίας για την οικουμενική ανάδειξη του εγκλήματος. Σε τελευταία ανάλυση, είναι άλλο να αναγνωρίζει το έγκλημα κάποιος από το έθνος του θύτη και άλλο το έθνος του θύματος. (Σε αυτό επανέρχομαι στο τρίτο σημείο που ακολουθεί.)

Η Χάνα Άρεντ επιβεβαιώνεται: τα ανθρωπάκια κάνουν τα εγκλήματα

Όταν διάβασα για πρώτη φορά τους Ανθρωποφύλακες του Περικλή Κοροβέση αυτό που μου έκανε περισσότερο εντύπωση ήταν πόσο ευτελή, πόσο ασήμαντα ανθρωπάκια ο συγγραφέας παρουσιάζει τους βασανιστές του. Ο Κοροβέσης δεν δείχνει διεστραμμένα μυαλά που διαμορφώνονται από την πίστη στο κακό. Κανονικούς ανθρώπους δείχνει. Τότε λοιπόν, διαισθάνθηκα για πρώτη φορά ότι το κακό γεννιέται και ανατρέφεται στην αδράνεια και την υποταγή των ανθρώπων· στην αδυναμία τους να αμφισβητήσουν το σύστημα το οποίο τους μετατρέπει σε πειθήνιους υποτελείς που εναρμονίζονται πειθαρχώντας σε διαταγές της εξουσίας.

Αρκετά αργότερα έμαθα για την Χάνα Άρεντ και την περίφημη «κοινοτοπία του κακού». Αυτοί που εγκληματούν ενταγμένοι σε μια ιεραρχική δομή διοίκησης δεν είναι κατ’ ανάγκην σαδιστές. Το αντίθετο: είναι υπερβολικά, τρομερά, τρομακτικά νορμάλ στην ανήθικη πειθάρχησή τους. Φυσικά υπάρχουν και τα αμετανόητα κτήνη, αλλά οι μεγάλες δουλειές γίνονται από τους μικρούς, τους ασυναίσθητους. Το ΝΑΖΑ είναι γεμάτο τέτοιους. Ανθρώπους που γνωρίζουν, ομολογούν και απομαγεύουν το έγκλημα. Δεν είναι τίποτε δαιμονικοί ή παθολογικά διεστραμμένοι. Όλοι όμως, απωθούν την ηθική αξιολόγηση των ενεργειών τους.

Οι άνθρωποι του ΝΑΖΑ συνδέονται με αυτό που η Άρεντ ονομάζει thoughtlessness, μια «περίεργη, αυθεντική ανικανότητα να σκέφτονται». Αυτό προσάπτει η Άρεντ στον Άιχμαν προκαλώντας τη μήνη των ανά γης εβραίων. Αυτό χαρακτηρίζει τις ομολογίες των ισραηλινών στρατιωτικών και στο ΝΑΖΑ: η αδυναμία να σταθούν κριτικά απέναντι στις πράξεις τους και στην πραγματικότητα που αυτές παρήγαν. Όταν η Άρεντ κυκλοφόρησε τον Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, όπου παρουσίαζε τη δίκη του αρχιναζί που οδήγησε στην εκτέλεσή του, οι αντιδράσεις στο Ισραήλ ήταν εχθρικές. Ένα τέτοιο κτήνος σαν τον σφαγέα τους, δεν θα μπορούσε να έχει τίποτε το «κοινότοπο». Ο Gershom Scholem, από τους σημαντικότερους Εβραίους διανοουμένους της εποχής και παλιός φίλος της Άρεντ, της έγραψε το 1963 σε μια πολύ σκληρή επιστολή ότι δεν είχε επαρκή “Ahavat Yisrael” — αγάπη για τον εβραϊκό λαό. Αυτή απάντησε: “I love only my friends.”

Η πανουργία της ιστορίας το έφερε ώστε το ΝΑΖΑ να παρουσιάζει ως ανθρωπάκια χωρίς στοιχειώδη ικανότητα ηθικής κρίσης όχι τους θύτες των Εβραίων, αλλά τους ίδιους. Ας αντιληφθούμε λοιπόν τη βαρύτητα αυτής της μετατόπισης την οποία ένας λαός, εθισμένος στη θυματοποίηση του, βιώνει σήμερα. Και μάλιστα αυτό να ομολογείται από πολίτες του.

Το σθένος του να λογίζεσαι εχθρός της πατρίδας σου

Το ηθικό σθένος του να λογίζεσαι εχθρός της πατρίδας σου είναι αυτό το οποίο θέλω να εξάρω περισσότερο από όλες τις αρετές των σκηνοθετών του ΝΑΖΑ. Το σθένος όχι μόνο να μιλάς για τη γενοκτονία που υπέστης, αλλά για τη γενοκτονία που υλοποίησες ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, αυτήν που πραγματοποιήθηκε στο όνομά σου.

Όλα τα έθνη, με πρώτα και καλύτερα τα «ανάδελφα» (αυτά που θεωρούν ότι δεν έχουν συγγενείς στον κόσμο) είναι εθισμένα στο να τεκμηριώνουν μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας τα εγκλήματα που υπέστησαν. Στα έθνη αυτά, η κυριαρχία της μνήμης γίνεται ο απόλυτος τροχονόμος της πολιτειακής ηθικής. Μόνο θυμούμενος, αξίζεις. Οι Εβραίοι δεν είναι δυνατό να ξεχνάνε το Ολοκαύτωμα. Όμως αυτή ακριβώς η απόλυτη μνήμη που σκιάζει τα πάντα γίνεται κατάρα. Αυτή είναι που κάμπτει τους ηθικούς φραγμούς.

Αυτό φυσικά δεν αφορά μόνο το Ισραήλ, μολονότι στο εβραϊκό κράτος ο εν λόγω μηχανισμός έχει απογειωθεί. Αφορά τα περισσότερα έθνη, μεταξύ των οποίων φυσικά και το δικό μας. Μνημειοποιούμε τα εγκλήματα από τα οποία υποφέραμε και απωθούμε αυτά με τα οποία κάναμε άλλους να υποφέρουν. Τα αγνοούμε, τα αποσιωπούμε, τα ωραιοποιούμε ή τα δικαιολογούμε.

Αν όμως, η μνήμη ενός εγκλήματος που η κοινότητά μας υπέστη είναι κρίσιμη για τη διαχείριση του παρελθόντος, η αναγνώριση του εγκλήματος που διέπραξε είναι η μόνη ελπίδα για το μέλλον. Η συνδυαστική μνήμη του πρώτου με τη λήθη του δευτέρου αποτελεί το πιο γνώριμο σύμπτωμα ενός τυφλού εθνικισμού που οδηγεί στο ανυπέρθετο μίσος.

Ουδόλως εκπλήσσει το ότι το ισραηλινό καθεστώς θέλει να ξεκάνει από πολίτες τους σκηνοθέτες του ΝΑΖΑ, χαρακτηρίζοντας την ταινία «πράξη προδοσίας» κατά του κράτους. Ο ίδιος ο Νετανιάχου ανακοίνωσε ότι προτίθεται να προωθήσει νομοθεσία που θα επιτρέπει την αφαίρεση ιθαγένειας από πρόσωπα που «δυσφημούν» Ισραηλινούς στρατιώτες.

Εμείς στην Ελλάδα ξέρουμε καλά από αφαιρέσεις ιθαγενειών. Επωνύμων και ανωνύμων «προδοτών» και «εσωτερικών εχθρών»: μειονοτικών, αντιφρονούντων, κομμουνιστών και λοιπών. Και η Μελίνα «εχθρός του λαού» θεωρήθηκε από τη χούντα διότι «έβλαψε ηθικά τη χώρα». Όπως ακριβώς, οι ισραηλινοί σκηνοθέτες σήμερα.

Τιμή σου όμως να βλάπτεις ηθικά την χώρα που καθ’ έξην εγκληματεί. Διπλή η τιμή αν είναι η δικιά σου.

Δείτε το ΝΑΖΑ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα