Τα τρία δώρα του Λάνθιμου

Διαβάζεται σε 5'
Τα τρία δώρα του Λάνθιμου
Ο Γιώργος Λάνθιμος @Vianney Le Caer/Invision/AP

Όπως είχε συμβεί με τον Αγγελόπουλο πριν μισό αιώνα, ο Λάνθιμος κατάφερε να δημιουργήσει ένα γεγονός με εμβέλεια πολύ μεγαλύτερη από την κοινότητα των σινεφίλ.

Την Κυριακή το βράδυ, όταν τελείωσε η προβολή του Poor Things του Γιώργου Λάνθιμου, όλη η παρέα νιώσαμε την ανάγκη να χειροκροτήσουμε. Δεν το κάναμε για λόγους καθωσπρεπισμού -η ηρωίδα της ταινίας Μπέλα Μπάξτερ μάλλον θα μας στηλίτευε για αυτόν τον αυτοπεριορισμό της επιθυμίας μας…

Όπως και να έχει, δεν συμβαίνει συχνά ένα κινηματογραφικό έργο να προκαλεί στον θεατή την ευφροσύνη που νιώσαμε παρακολουθώντας το Poor Things. Αυτή η ευφροσύνη δεν απορρέει μόνο από την υψηλή αισθητική απόλαυση, αλλά και από την αίσθηση ότι η ταινία συμπυκνώνει την ευαισθησία και τις αναζητήσεις της εποχής μας.

Γιατί ο Λάνθιμος με το Poor Things δεν κάνει απλώς πολύ καλό σινεμά -πράγμα που πάντα έκανε. Φτάνει στο υψηλότερο σημείο της δημιουργικής του πορείας, αφηγούμενος με ποιητικές εικόνες μια ιστορία την οποία εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο μπορούν να την νιώσουν ως μια ιστορία που αφορά τη δικιά τους ζωή.

Πρόκειται για ένα σινεμά μεγάλου καλλιτεχνικού οράματος που έχει όμως βαθιές ρίζες στη ζωή των πολλών, στη δικιά μας ζωή. Γι’ αυτό ίσως βλέποντας το Poor Things (το οποίο βασίζεται στο μυθιστόρημα του Alasdair Gray) νιώθεις ότι οι συντελεστές της ταινίας σου έχουν κάνει προσωπικά σε σένα ένα άψογο αισθητικά δώρο · και γι’ αυτό θέλεις να τους ευχαριστήσεις χειροκροτώντας.

Η ζωή αλλιώς

Ο Λάνθιμος, όμως, μάς κάνει κι ένα δεύτερο δώρο. Όπως έχει συμβεί και σε προηγούμενες ταινίες του, ο σκηνοθέτης θέτει υπό ερώτηση το αυτονόητο της καθημερινότητας, αμφισβητεί αυτό που παρουσιάζεται ως ο σταθερός και αδιαμφισβήτητος ορίζοντας της αστικής κοινωνίας. Ο κριτικός κινηματογράφου Κώστα Κωστάκος εύστοχα επισημαίνει ότι το Poor Things δεν είναι μόνο μια συναρπαστική ιστορία για τη γυναικεία απελευθέρωση, αλλά ένα pop ποιητικό διάβημα για την ανθρώπινη χειραφέτηση στην ολότητά της.

Η Μπέλα Μπάξτερ της εκπληκτικής Έμα Στόουν ρωτάει και μάς ρωτάει γιατί πρέπει οι γυναίκες να είναι υποδεέστερες, γιατί πρέπει να πνίγουμε τις επιθυμίες μας, γιατί πρέπει να μη νιώθουμε οργή με το ότι κάποιοι περνούν τη ζωή τους στην εξαθλίωση όταν κάποιοι άλλοι στη χλιδή, γιατί πρέπει να ζούμε μες στο ψεύδος και τη συμβατικότητα · γιατί πρέπει να μένουμε έγκλειστοι σε έναν περιτειχισμένο γκρίζο μικρόκοσμο, ενώ εκεί έξω μάς περιμένει ένας απέραντος κόσμος ομορφιάς και περιπέτειας. Στα κείμενα και τις συζητήσεις είναι εύκολο να λέμε ότι ταυτιζόμαστε με την υπέροχη Μπέλα. Ξέρουμε όμως ότι οι ζωές μας μοιάζουν περισσότερο με τις ζωές εκείνων που η Μπέλα φέρνει σε αμηχανία.

Ο Λάνθιμος μάς καλεί να δούμε τη ζωή αλλιώς · μάς δείχνει (χωρίς διδακτισμό και σοβαροφάνεια) ένα διαφορετικό ορίζοντα, πέρα από το αυτονόητο της συμβιβασμένης καθημερινότητας, έναν ορίζοντα της ηδονής και του ονείρου, έναν ορίζοντα της ελευθερίας.

Έτσι κι αλλιώς το ρηξικέλευθο κάλεσμα του σκηνοθέτη σε ένα καινούργιο βλέμμα στον κόσμο, θα είχε από μόνο του τη (μεγάλη) σημασία του. Ειδικά όμως σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να έχουν μικρύνει και το βλέμμα μας δεν πηγαίνει πέρα από τις υποθέσεις της επιβίωσης, το κάλεσμα του Λάνθιμου μοιάζει με δώρο αφύπνισης.

Η συζήτηση

Για το Poor Things έχει γίνει και συνεχίζει να γίνεται μεγάλη συζήτηση στα social media. Το εύρος αυτής της συζήτησης δεν έχει να κάνει μόνο με την ποιότητα και την οσκαρική πορεία της ταινίας, αλλά και με το ότι γενικά θεωρούμε τον Λάνθιμο «δικό μας» -ασχέτως που το έργο του εκφράζει αποστροφή για τα ιερά και όσια του ελληνικού συντηρητισμού.

Ορισμένοι έκριναν αρνητικά τόσο τον μεγάλο αριθμό των σοσιλαμιντιακών τοποθετήσεων για την ταινία όσο και κάποιες αρνητικές ή ακόμα και επιθετικές τοποθετήσεις. Δεν συμμερίζομαι αυτές τις αρνητικές κρίσεις. Για την τέχνη δεν έχουν λόγο μόνο οι «ειδικοί», αλλά οι πάντες. Και αποτελεί μια από τις πιο θετικές πτυχές των social media το ότι δίνουν βήμα σε όλους-ες για να πουν τη γνώμη τους σχετικά με ένα έργο τέχνης.

Για την ακρίβεια, θεωρώ ότι όλος αυτό ο σοσιαλμιντιακός διάλογος για το Poor Things συνιστά μιαν ανάσα μέσα στην πνιγηρή ατμόσφαιρα των συζητήσεων για τις «δουλειές», τα αυτοαναφορικά παιχνίδια του πολιτικού συστήματος και τη δραστηριότητα των κάθε λογής celebrities. Ο Λάνθιμος μάς έδωσε την ευκαιρία να συζητήσουμε για ζητήματα πραγματικά σημαντικά: για το σινεμά, την αισθητική, τον φεμινισμό, την επιστήμη, τη χειραφέτηση -και αυτό είναι το τρίτο δώρο που μας έκανε.

Όσο για τις αρνητικές κρίσεις (ακόμα και τις κακόβουλες), αυτές πάντοτε αποτελούν μέρος ενός ανοιχτού δημοκρατικού διαλόγου. Δεν γίνεται μια ταινία να αρέσει σε όλους. Υπενθυμίζεται ότι το 1975, όταν προβαλλόταν για πρώτη φορά ο Θίασος, μοιραζόταν προκήρυξη έξω από τις αίθουσες του Κέντρου η οποία ασκούσε κριτική από μαρξιστική σκοπιά στην ταινία.

Όπως είχε συμβεί με τον Αγγελόπουλο πριν μισό αιώνα, ο Λάνθιμος κατάφερε να δημιουργήσει ένα γεγονός με εμβέλεια πολύ μεγαλύτερη από την κοινότητα των σινεφίλ. Γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός το οποίο συζητάμε, για το ανατρεπτικό βλέμμα του καθώς και για την ευφροσύνη που μας χάρισε, θα πρέπει να τον ευχαριστήσουμε.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα