ETS2: Τι είναι το νέο σύστημα εμπορίας ρύπων που διχάζει την Ευρώπη
Διαβάζεται σε 6'
Το ETS2 βάζει τιμή στις εκπομπές από καύσιμα, μεταφορές και κτίρια και προκαλεί έντονη αντιπαράθεση στην ΕΕ. Έξι χώρες ζητούν νέα αναβολή, αλλά οι περισσότεροι εταίροι επιμένουν στην εφαρμογή του από το 2028.
- 15 Οκτωβρίου 2026 16:45
Το ETS2, το νέο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών για τα κτίρια, τις οδικές μεταφορές και ορισμένους ακόμη κλάδους, έχει μετατραπεί σε ένα από τα βασικά σημεία αντιπαράθεσης στη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ.
Η Ελλάδα, μαζί με την Ιταλία, την Πολωνία, την Τσεχία, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία, ζητά νέα αναβολή της εφαρμογής του, τουλάχιστον έως το 2030, επικαλούμενη τις υψηλές τιμές ενέργειας και τις μεγάλες διαφορές στο ενεργειακό κόστος μεταξύ των κρατών-μελών.
Από τη μία, τα νεότερα δεδομένα από τη Σύνοδο δείχνουν ότι δεν υπάρχει ισχυρή διάθεση μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών να ανοίξουν ξανά το θέμα. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές που επικαλείται το POLITICO, αρκετές χώρες θεωρούν ότι το ETS2 αποτελεί ήδη συμφωνημένη νομοθεσία, ενώ και η Γερμανία τάσσεται κατά μιας νέας αναβολής.
Βέβαια, από την άλλη, σύμφωνα με τρεις διπλωμάτες που επικαλείται το POLITICO, οι ηγέτες της ΕΕ δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε κοινή θέση για την ανταγωνιστικότητα, μετά τις έντονες πιέσεις των έξι. Η εξέλιξη δείχνει ότι, παρότι μέχρι στιγμής δεν διαμορφώνεται πλειοψηφία υπέρ μιας νέας αναβολής του ETS2, η πίεση των έξι χωρών είναι αρκετή ώστε να δυσκολεύει την επίτευξη κοινής ευρωπαϊκής θέσης στα τελικά συμπεράσματα.
Να θυμίσουμε πως μόλις στις 9 Οκτωβρίου το Συμβούλιο της ΕΕ ενέκρινε νέους μηχανισμούς σταθεροποίησης της αγοράς, ακριβώς με στόχο την ομαλή έναρξη του ETS2 το 2028.
Τι ακριβώς είναι το ETS2
Το ETS2 αποτελεί τη δεύτερη εκδοχή του ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας ρύπων. Το υφιστάμενο ETS καλύπτει κυρίως τη βαριά βιομηχανία, την ηλεκτροπαραγωγή και άλλους μεγάλους ρυπαντές. Το νέο σύστημα επεκτείνει την τιμολόγηση του άνθρακα κυρίως στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις οδικές μεταφορές και στα κτίρια, αλλά και σε ορισμένους μικρότερους βιομηχανικούς τομείς.
Δεν θα αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών οι ίδιοι οι οδηγοί ή τα νοικοκυριά. Η υποχρέωση θα αφορά τους διανομείς καυσίμων, οι οποίοι θα πρέπει να παραδίδουν δικαιώματα άνθρακα ανάλογα με τις εκπομπές που αντιστοιχούν στα καύσιμα που διαθέτουν στην αγορά.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο καταναλωτής μένει ανεπηρέαστος. Ένα μέρος του πρόσθετου κόστους μπορεί να περάσει στις τελικές τιμές των καυσίμων και της θέρμανσης, γεγονός που εξηγεί και τις έντονες πολιτικές αντιδράσεις γύρω από το νέο σύστημα.
Ο ευρωπαϊκός στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα οικονομικό κίνητρο για περιορισμό της χρήσης ορυκτών καυσίμων και στροφή προς καθαρότερες μορφές ενέργειας, ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων και μετακινήσεις χαμηλότερων εκπομπών. Το ETS2 έχει σχεδιαστεί ώστε να συμβάλει στη μείωση των εκπομπών στους συγκεκριμένους τομείς κατά 42% έως το 2030 σε σχέση με το 2005.
Γιατί η εφαρμογή του προκαλεί ανησυχία
Η μεγάλη συζήτηση αφορά το κοινωνικό και οικονομικό κόστος της μετάβασης. Τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από το αυτοκίνητο, ζουν σε ενεργειακά αναποτελεσματικά σπίτια ή χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα για θέρμανση έχουν μικρότερη δυνατότητα να προσαρμοστούν γρήγορα.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η ενεργειακή ακρίβεια αποτελεί ήδη βασική ανησυχία για την Ευρώπη, αρκετές κυβερνήσεις φοβούνται ότι η προσθήκη μιας νέας τιμής άνθρακα θα αυξήσει περαιτέρω το κόστος για πολίτες και επιχειρήσεις.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε στη Σύνοδο ότι οι σημερινές ευρωπαϊκές αποφάσεις δεν αποτυπώνουν επαρκώς την «επείγουσα» διάσταση της ενεργειακής κρίσης και ζήτησε μεγαλύτερη ευελιξία για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Παράλληλα, έθεσε θέμα ευρύτερης επανεξέτασης του συστήματος εμπορίας ρύπων.
Η σύνδεση με την κλιματική αλλαγή
Το ETS2 δεν είναι απλώς ένα ακόμη φορολογικό ή ενεργειακό μέτρο. Αποτελεί μέρος της ευρύτερης στρατηγικής της ΕΕ για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Η λογική του βασίζεται στην αρχή ότι οι δραστηριότητες που εκπέμπουν περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα πρέπει σταδιακά να γίνονται ακριβότερες, ώστε να περιορίζεται η χρήση ορυκτών καυσίμων και να επιταχύνεται η μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας.
Κτίρια και οδικές μεταφορές αποτελούν δύο από τους σημαντικούς τομείς εκπομπών στην Ευρώπη και θεωρούνται κρίσιμοι για την επίτευξη των ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων. Για τις Βρυξέλλες, επομένως, το ETS2 είναι ένα από τα εργαλεία που θα βοηθήσουν την ΕΕ να περιορίσει τις εκπομπές και να κινηθεί προς την κλιματική ουδετερότητα.
Η πολιτική σύγκρουση αρχίζει ακριβώς εδώ: σχεδόν κανείς δεν αμφισβητεί ότι η κλιματική αλλαγή απαιτεί μείωση των εκπομπών, η διαφωνία αφορά κυρίως το πόσο γρήγορα θα γίνει η μετάβαση και ποιος θα επωμιστεί το οικονομικό της κόστος. Για τις χώρες που ζητούν αναβολή του ETS2, το ζητούμενο είναι η κλιματική πολιτική να μη μετατραπεί σε επιπλέον βάρος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε μια περίοδο ήδη υψηλών ενεργειακών τιμών.
Οι «δικλίδες ασφαλείας»
Η ΕΕ, από την πλευρά της, έχει επιχειρήσει να περιορίσει τον κίνδυνο απότομων αυξήσεων στην τιμή των δικαιωμάτων.
Οι τελευταίες αλλαγές ενισχύουν το λεγόμενο Market Stability Reserve, τον μηχανισμό μέσω του οποίου μπορεί να αυξάνεται η προσφορά δικαιωμάτων όταν η τιμή του άνθρακα ανεβαίνει υπερβολικά.
Με τους νέους κανόνες, όταν η τιμή ξεπερνά τα 45 ευρώ ανά τόνο CO₂, σε τιμές 2020, θα μπορούν να απελευθερώνονται έως και 40 εκατομμύρια επιπλέον δικαιώματα, έναντι 20 εκατομμυρίων προηγουμένως. Στόχος είναι να περιορίζονται οι ακραίες διακυμάνσεις και να αποφεύγονται απότομες επιβαρύνσεις.
Το 2028 παραμένει στο τραπέζι
Το ενδιαφέρον πλέον είναι ότι η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο τις τεχνικές λεπτομέρειες του ETS2, αλλά το αν η Ευρώπη μπορεί να συνδυάσει την πράσινη μετάβαση με την ανάγκη για χαμηλότερες τιμές ενέργειας και προστασία της ανταγωνιστικότητας.
Η συζήτηση στη Σύνοδο διήρκεσε πάνω από δύο ώρες, με το ETS2 να βρίσκεται στο επίκεντρο. Ωστόσο, μέχρι στιγμής η πίεση της Ελλάδας και των άλλων πέντε χωρών δεν φαίνεται να συγκεντρώνει την απαιτούμενη πολιτική στήριξη για νέα αναβολή.
Έτσι, το βασικό χρονοδιάγραμμα παραμένει αμετάβλητο: πλήρης εφαρμογή το 2028, με την ΕΕ να επιλέγει προς το παρόν όχι την εγκατάλειψη του συστήματος, αλλά την ενίσχυση των μηχανισμών που θα συγκρατούν τις τιμές και τις πιθανές επιβαρύνσεις.