Παζάρι για την Ταϊβάν; Το μεγάλο διακύβευμα της συνάντησης Τραμπ – Σι
Διαβάζεται σε 9'
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Τραμπ στο εσωτερικό και ο πόλεμος με το Ιράν ενισχύουν τις ανησυχίες ότι ο Σι μπορεί να προσπαθήσει να πείσει τις ΗΠΑ να χαλαρώσουν τη στήριξή τους προς την Ταϊβάν.
- 11 Μαΐου 2026 23:50
Με την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ υιοθέτησε μια πιο ασαφή και διστακτική στάση απέναντι στην Ταϊβάν, γεγονός που προκαλεί έντονο προβληματισμό στη διεθνή σκηνή.
Αυτή η μεταβολή στη συμπεριφορά του έρχεται σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή, καθώς προετοιμάζεται για τη συνάντηση αυτής της εβδομάδας με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Το κύριο ερώτημα που προκύπτει είναι αν ο Αμερικανός ηγέτης προτίθεται να περιορίσει τη διαχρονική υποστήριξη των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν, χρησιμοποιώντας την ενδεχομένως ως αντάλλαγμα στις διαπραγματεύσεις του με το Πεκίνο, το οποίο θεωρεί το νησί ως αποσχισθείσα επαρχία του που πρέπει να επανενσωματωθεί στην Κίνα.
Ο Τραμπ ενέκρινε τον Δεκέμβριο εξοπλιστικό πακέτο 11 δισ. δολαρίων για την Ταϊβάν — τη μεγαλύτερη πώληση όπλων που έχει γίνει ποτέ στο νησί — όμως οι παραδόσεις δεν έχουν ξεκινήσει ακόμη. Ο ίδιος αποκάλυψε επίσης ότι έχει συζητήσει το θέμα με τον Σι Τζινπίνγκ. Ταυτόχρονα, κατηγορεί την Ταϊβάν ότι πήρε από τις ΗΠΑ μεγάλο μέρος της βιομηχανίας ημιαγωγών και υποστηρίζει ότι η Ταϊπέι θα πρέπει να πληρώνει την Ουάσιγκτον για την προστασία που της προσφέρει.
Ταυτόχρονα, με την απειλή υψηλών δασμών, ο Τραμπ πίεσε την Ταϊπέι να συμφωνήσει σε τεράστιες επενδύσεις στην αμερικανική παραγωγή ημιαγωγών και να αγοράσει δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο και αργό πετρέλαιο.
Η ρητορική του τροφοδοτεί εικασίες στο Πεκίνο, την Ταϊπέι και την Ουάσιγκτον σχετικά με τη δέσμευση της Αμερικής να βοηθήσει την Ταϊβάν να αμυνθεί, καθώς και για το αν ο Τραμπ θα μπορούσε να πειστεί να υποχωρήσει από τη μακροχρόνια αμερικανική στάση απέναντι στο νησί, γράφει το AP.
Οι υποστηρικτές της Ταϊβάν φοβούνται ότι ο Τραμπ και ο Σι μπορεί να συζητήσουν το μέλλον της Ταϊβάν σαν να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης, δήλωσε ο απόστρατος υποναύαρχος του αμερικανικού Ναυτικού Μαρκ Μοντγκόμερι.
«Ανησυχώ ότι μπορεί να προκύψει μια συναλλακτική ευκαιρία, κάτι που θα μας δημιουργούσε πρόβλημα», είπε ο Μοντγκόμερι, που σήμερα εργάζεται στο Foundation for Defense of Democracies, think tank της Ουάσιγκτον που υποστηρίζει ισχυρή αμερικανική στήριξη προς την Ταϊβάν.
Ο Ρούμπιο λέει ότι η πολιτική των ΗΠΑ δεν έχει αλλάξει
Οι Κινέζοι έχουν δείξει ότι σκοπεύουν να καταστήσουν την Ταϊβάν κεντρικό θέμα στις συνομιλίες μεταξύ Σι και Τραμπ αυτή την εβδομάδα.
Ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Ουάνγκ Γι έθεσε το θέμα της Ταϊβάν σε συνομιλία με τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, στο πλαίσιο της προετοιμασίας του ταξιδιού, και κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες να «κάνουν τις σωστές επιλογές» όσον αφορά την πολιτική τους απέναντι στο νησί ώστε να διαφυλαχθεί η «σταθερότητα» μεταξύ των δύο χωρών, σύμφωνα με ανακοίνωση του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών.
Ωστόσο, ο Ρούμπιο δήλωσε ότι η πολιτική των ΗΠΑ δεν έχει αλλάξει. «Δεν θέλουμε να δούμε καμία εξαναγκασμένη ή επιβεβλημένη αλλαγή στην κατάσταση», είπε σε δημοσιογράφους στη Ρώμη την Παρασκευή, σημειώνοντας ότι κάτι τέτοιο «θα αποσταθεροποιούσε τον κόσμο». Πρόσθεσε ότι η Ταϊβάν δεν θα είναι «κεντρικό στοιχείο του ταξιδιού μας, αλλά σίγουρα θα είναι θέμα συζήτησης».
Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου υπογράμμισαν ότι ο Τραμπ, ο οποίος ενέκρινε επίσης 330 εκατ. δολάρια για ανταλλακτικά αεροσκαφών του ταϊβανέζικου στρατού τον Νοέμβριο, έχει εγκρίνει περισσότερες στρατιωτικές πωλήσεις προς την Ταϊβάν κατά τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του από τα περίπου 8,4 δισ. δολάρια που είχε εγκρίνει ο Δημοκρατικός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν σε ολόκληρη την τετραετία του.
Η Ταϊβάν πιέζεται από την κυβέρνηση Τραμπ να αυξήσει τις αμυντικές της δαπάνες και την Παρασκευή οι βουλευτές της ενέκριναν αγορές όπλων ύψους 25 δισ. δολαρίων. Το ποσό ήταν σημαντικά μικρότερο από την πρόταση των 40 δισ. δολαρίων που είχε καταθέσει πέρυσι ο πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε.
Ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ, που ενημέρωσε δημοσιογράφους υπό καθεστώς ανωνυμίας, δήλωσε ότι ήταν απογοητευτικό το γεγονός ότι το κοινοβούλιο δεν ενέκρινε πλήρως την πρόταση του Λάι.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης της Ταϊβάν εξέφρασαν ανησυχία για τη ρητορική της Κίνας ενόψει της συνόδου, αν και πήραν κάποια διαβεβαίωση από τα σχόλια του Ρούμπιο.
«Η Κίνα ίσως επιχειρήσει κάποιους ελιγμούς κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, αλλά οι ΗΠΑ έχουν επαναλάβει, τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά, ότι η πολιτική τους απέναντι στην Ταϊβάν παραμένει αμετάβλητη», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο γενικός διευθυντής της Υπηρεσίας Εθνικής Ασφαλείας της Ταϊβάν, Τσάι Μινγκ-γιεν.
Ο Σι ίσως επιδιώξει χαλάρωση των δεσμών ΗΠΑ–Ταϊβάν
Το βασικό ερώτημα, σύμφωνα με ειδικούς, είναι πόσο μακριά θα επιχειρήσει να φτάσει ο Σι στην προσπάθειά του να φέρει τον Τραμπ πιο κοντά στη θέση του Πεκίνου.
Η Κίνα θεωρεί την αυτοδιοικούμενη Ταϊβάν αποσχισθείσα επαρχία, η οποία πρέπει να προσαρτηθεί ακόμη και δια της βίας αν χρειαστεί. Απαγορεύει επίσης σε χώρες με τις οποίες διατηρεί διπλωματικές σχέσεις να έχουν επίσημους δεσμούς με την Ταϊπέι.
Από την εγκαθίδρυση διπλωματικών σχέσεων με τη σύγχρονη Κίνα το 1979, οι ΗΠΑ έχουν καταφέρει να παραμείνουν εντός του πλαισίου των απαιτήσεων του Πεκίνου, διατηρώντας παράλληλα άτυπη υποστήριξη προς την Ταϊβάν και παρέχοντάς της όπλα.
Στο πλαίσιο της αμερικανικής «στρατηγικής ασάφειας» για την Ταϊβάν, η Ουάσιγκτον αναγνωρίζει τη θέση του Πεκίνου ότι η Ταϊβάν αποτελεί μέρος της Κίνας, χωρίς όμως να την υιοθετεί ρητά. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης ιστορικά δηλώσει ότι «δεν υποστηρίζουν» την ανεξαρτησία της Ταϊβάν και αντιτίθενται σε μονομερείς αλλαγές του status quo μεταξύ Ταϊβάν και Κίνας.
Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι ο Σι θα μπορούσε να προσπαθήσει να πείσει τον Τραμπ — ο οποίος έχει ήδη δείξει προθυμία να θολώσει τα όρια της παραδοσιακής διπλωματίας — να χαλαρώσει τους δεσμούς με την Ταϊβάν μέσω περιορισμών στις αμερικανικές πωλήσεις όπλων ή άτυπων περιορισμών στις επισκέψεις υψηλόβαθμων Αμερικανών αξιωματούχων στο νησί.
Τον Φεβρουάριο, ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι απομακρύνθηκε από τη μακροχρόνια αμερικανική πολιτική, αποκαλύπτοντας ότι είχε διαβουλευθεί με τον Σι για τις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν.
«Ακόμη κι αν δεν δούμε κάτι τόσο δραματικό όσο μια επίσημη αλλαγή στη διακηρυγμένη πολιτική, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ο πρόεδρος Τραμπ να κάνει κάποιο αυθόρμητο σχόλιο, δεδομένου ότι δεν είναι κάποιος που εκτιμά απαραίτητα τις λεπτές αποχρώσεις της παραδοσιακής πολιτικής γλώσσας», δήλωσε η Πατρίσια Κιμ από το Assessing China Project του Brookings Institution στην Ουάσιγκτον.
Ο Λευκός Οίκος κρατά αποστάσεις από τη ρήξη Ιαπωνίας–Κίνας
Μια αντιπαράθεση μεταξύ της συμμάχου των ΗΠΑ, Ιαπωνίας, και της Κίνας έχει επίσης ενισχύσει τις εικασίες σχετικά με το πόσο ισχυρή είναι η δέσμευση του Τραμπ απέναντι στην Ταϊβάν.
Τον Νοέμβριο, η πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Σανάε Τακαΐτσι, δήλωσε ότι μια κινεζική επίθεση στην Ταϊβάν θα προκαλούσε ανησυχία στην περιοχή και θα μπορούσε να αποτελέσει «κατάσταση που απειλεί την επιβίωση» της Ιαπωνίας, γεγονός που θα απαιτούσε χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Ο Τραμπ είχε διαδοχικές τηλεφωνικές συνομιλίες με την Τακαΐτσι και τον Σι τον ίδιο μήνα, ωστόσο παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σιωπηλός σχετικά με τη διαμάχη.
«Ξέρω ότι έχουν μια κάπως τεταμένη σχέση», είπε ο Τραμπ όταν υποδέχθηκε την Τακαΐτσι για συνομιλίες τον Μάρτιο. Πρόσθεσε: «Θα μιλήσω με πολύ θετικά λόγια για την Ιαπωνία όταν θα βρίσκομαι στην Κίνα με τον πρόεδρο Σι».
Επιπλέον, η υποστήριξη του Τραμπ προς την Ταϊβάν τέθηκε υπό αμφισβήτηση όταν η Εθνική Αμυντική Στρατηγική των ΗΠΑ για το 2026 παρέλειψε να αναφέρει άμεσα το νησί.
Το καλύτερο σενάριο για την Ταϊβάν
Ένα ισχυρό χαρτί που διαθέτει η Ταϊβάν είναι ο πανίσχυρος τομέας των ημιαγωγών — ο μεγαλύτερος στον κόσμο — τον οποίο οι ΗΠΑ χρειάζονται για να διατηρήσουν το προβάδισμά τους στην κούρσα προηγμένης τεχνολογίας απέναντι στην Κίνα.
«Ο Τραμπ, τουλάχιστον, αντιλαμβάνεται τον ρόλο που παίζει η Ταϊβάν στην οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ», δήλωσε ο Λεβ Νάχμαν, καθηγητής πολιτικών επιστημών στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Ταϊβάν. «Νομίζω ότι αυτό είναι η βασική αχτίδα αισιοδοξίας για όσους θεωρούν ότι δεν θα αλλάξει κάτι δραστικό στην πολιτική απέναντι στην Ταϊβάν».
Αν και ο Τραμπ είναι γνωστός για το ότι βλέπει τις διεθνείς σχέσεις με λογική «πάρε-δώσε», η κυβέρνησή του δεν θεωρούσε τα δύσκολα ζητήματα στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας ως θέματα που μπορούν εύκολα να μπουν σε διαπραγμάτευση ή ανταλλαγή, δήλωσε ο πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ Έντγκαρντ Κάγκαν.
«Ο πρόεδρος κατανοεί τη σημασία της διαπραγματευτικής ισχύος. Από τη δική μου εμπειρία σε συναντήσεις μαζί του, έχει εξαιρετικά οξεία αντίληψη για το πώς να τη χρησιμοποιεί», είπε ο Κάγκαν, που σήμερα είναι επικεφαλής των Σπουδών για την Κίνα στο Center for Strategic and International Studies στην Ουάσιγκτον. «Γι’ αυτό θεωρώ απίθανο το σενάριο μιας συμφωνίας όπου ο πρόεδρος θα θυσίαζε τα αμερικανικά συμφέροντα στην Ταϊβάν για να αποκομίσει άλλα οφέλη — τουλάχιστον με βάση τον τρόπο που λειτουργεί».
Τελικά, το αν η Ταϊβάν θα βγει από τη σύνοδο Σι–Τραμπ πιο ισχυρή ή πιο αποδυναμωμένη πιθανότατα θα κριθεί από τις δημόσιες δηλώσεις των δύο ηγετών.
Μετά την τελευταία κατ’ ιδίαν συνάντησή του με τον Σι τον Οκτώβριο, ο Τραμπ υποστήριξε ότι ο Κινέζος πρόεδρος δεν έθεσε το θέμα και ότι οι Κινέζοι αξιωματούχοι «γνωρίζουν τις συνέπειες» μιας στρατιωτικής ενέργειας κατά της Ταϊβάν.
«Νομίζω ότι το καλύτερο σενάριο που μπορεί να ελπίζει η Ταϊβάν είναι να μη συζητηθεί δημόσια το θέμα της ή, τουλάχιστον, να αναφερθεί με πολύ περιορισμένο τρόπο», δήλωσε ο Νάχμαν.