Βενεζουέλα: Η δεύτερη ροή προσφύγων στον πλανήτη

Μετανάστρια από την Βενεζουέλα κρατά το διαβατήριο της
Μετανάστρια από την Βενεζουέλα κρατά το διαβατήριο της AP

Πού κατευθύνονται οι πρόσφυγες της Βενεζουέλας; Πάνω από 5 εκατομμύρια άνθρωποι εκτοπίζονται την ώρα που οι χώρες γειτνίασης εφαρμόζουν διαφορετικές πολιτικές.

Η δεύτερη μεγαλύτερη ροή προσφύγων στον κόσμο εντοπίζεται στο ασταθές κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον της Βενεζουέλας, όπου πάνω από 5 εκατομμύρια άνθρωποι αντιμέτωποι με τον πληθωρισμό και με αδυναμία επιβίωσης αναγκάζονται να κυνηγήσουν μια νέα ζωή στις γειτονικές χώρες.

Η μεταναστευτική πολιτική που εφαρμόζουν οι χώρες αυτές προδιαγράφει την ευκολία εισόδου, την ποιότητα ζωής που τους περιμένει και το κόστος που συνοδεύει αυτή την απόφαση. Οι 3 χώρες που από το 2015 έχουν δεχτεί το μεγαλύτερο αριθμό προσφύγων είναι η Κολομβία, το Περού και η Χιλή. Η μεταναστευτική πολιτική τους είναι άμεσα συνυφασμένη με την ιστορία των κρατών, το κατά κεφαλήν εισόδημα και τις γεωγραφικές ιδιομορφίες κατά μήκος των συνόρων τους.

Λόγω της άμεσης γειτνίασης και του κοντινού παρελθόντος, η Κολομβία έχει υποδεχτεί πάνω από 1,7 εκατομμύρια Βενεζουελάνους σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Το πραγματικό νούμερο ενδέχεται να είναι κατά πολύ μεγαλύτερο. Οι σχέσεις των δύο χωρών παραδοσιακά χαρακτηρίζονται από μεταναστευτική αλληλεγγύη.

Στη διάρκεια των προηγούμενων δεκαετιών και λόγω του εμφύλιου πολέμου που βίωσε η Κολομβία, πάνω από 200.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τη χώρα τους για τη γειτονική Βενεζουέλα. Η υποδοχή και η προσπάθεια ενσωμάτωσης που κατέβαλε η δεύτερη υποχρεώνει ηθικά την Κολομβία να απαντήσει με ανάλογο τρόπο, παρά το δικό της ταυτόχρονο αγώνα για κοινωνική και οικονομική σταθεροποίηση.

Τα σύνορα Κολομβίας και Βενεζουέλας, εκτεινόμενα σε μήκος 2.200 χιλιομέτρων καθιστούν αδύνατο τον πλήρη έλεγχο εισόδου και εξόδου από αυτή. Εκτός από το μήκος τους, πρόκληση αποτελεί και ο έλεγχος των περιοχών αυτών από τις ένοπλες επαναστατικές ομάδες , Revolutionary Armed Forces of Colombia και National Liberation Army, με τις οποίες, παρά τις πρόσφατες συμφωνίες που συνάφθηκαν ,η κυβέρνηση της Κολομβίας βρίσκεται ακόμα σε έντονες προστριβές.

Δημιουργείται έτσι από την είσοδο των προσφυγικών ροών ένα μεγάλο έλλειμμα οργάνωσης, το οποίο συνοδεύει και την μετέπειτα εγκατάσταση και πρόσβαση στις κοινωνικές δομές. Μεγάλο μέρος των ανθρώπων που καταφθάνουν αναγκάζονται, προκειμένου να επιβιώσουν άμεσα, να εισχωρήσουν στην παραοικονομία της χώρας με περιορισμένες ευκαιρίες για εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Το τελευταίο αυτό ζήτημα χρήζει ιδιαίτερης μέριμνας , λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες που χαρακτηρίζουν τις κοινωνικές ομάδες Βενεζουελάνων που στρέφονται για άσυλο στην Κολομβία. Όντας η πλησιέστερη χώρα με πολιτική «ανοιχτών συνόρων», καθίσταται επιλογή των πιο ευπαθών κοινωνικών ομάδων , οι οποίες δεν δύνανται να ταξιδέψουν νοτιότερα.

Ο πρόεδρος της Κολομβίας, Ιβάν Ντούκε, έχει δεσμευτεί να παρέχει χρηματοδότηση για εγκαθίδρυση μέτρων που αποσκοπούν όχι μόνο στην προσωρινή φιλοξενία , αλλά και στην μακροπρόθεσμη ενσωμάτωση. Μετά από ανακοίνωση πρόθεσης διάθεσης 200 εκατομμυρίων δολαρίων για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και κοινωνικών δομών στις περιοχές των συνόρων όπου οι προκλήσεις εμφανίζονται μεγαλύτερες, τον Αύγουστο του 2019 ανακοινώθηκε αναγνώριση υπηκοότητας στα παιδιά που γεννήθηκαν εντός κολομβιανής επικράτειας από τον Αύγουστο του 2015. Η επιτυχής υλοποίηση και η επάρκεια των μέτρων αυτών αναμένεται να φανούν τα επόμενα χρόνια.

Σύμφωνα με δηλώσεις κυβερνητικών εκπροσώπων και στελεχών διεθνών ανθρωπιστικών οργανισμών, η Κολομβία φαίνεται να λαμβάνει λιγότερο από 50% του προϋπολογισμού για τον οποίο αιτήθηκε στα πλαίσια της χρηματοδότησης διαδικασιών υποδοχής των προσφύγων. Ακόμα, με δείκτη ανεργίας άνω του 10% και εσωτερικές πολιτικές που πυροδοτούν συνεχείς διαμαρτυρίες , η διαχείριση της επιτυχούς ενσωμάτωσης και της διατήρησης «ανοιχτών συνόρων» γίνεται ακόμα πιο δύσκολη στην πρακτική εφαρμογή της.

Η κυβέρνηση του Μάρτιν Βισκάρα στο Περού, εφαρμόζει μια πολιτική ή οποία σταδιακά περιορίζει στο ελάχιστο τη δυνατότητα χορήγησης ασύλου στους Βενεζουελάνους. Όντας η δεύτερη στην κατάταξη χώρα υποδοχής (πάνω από 900.000 πρόσφυγες), και αντιμετωπίζοντας και η ίδια μεγάλες εσωτερικές προκλήσεις, τον τελευταίο χρόνο θέσπισε μέτρα που κατέστησαν απαγορευτικό το κόστος εισόδου στη χώρα.

Όπως και η Κολομβία, το Περού της προηγούμενης 20ετίας, ήταν μια χώρα με μεγάλους δείκτες μετανάστευσης πιθανόν συνδεδεμένους με τη ρήξη της χώρας με το γειτονικό Ισημερινό, καθώς και των πολιτικών συγκρούσεων των Shining Path με την τότε κυβέρνηση. Χωρίς ποτέ να έχει βρεθεί στον αντίθετο ρόλο υποδοχής ανθρώπινων ροών σε αυτά τα μεγέθη, δε διαμορφώθηκε ποτέ οργανωμένο νομικό πλαίσιο υποδοχής.

Έτσι μέχρι πριν ένα χρόνο, οι Βενεζουελάνοι καλούνταν να νομιμοποιήσουν την παραμονή τους με το καθεστώς της προσωρινής άδειας διαμονής (PTP), η οποία ανανεώνονταν σε ετήσια βάση και τους προσέφερε πρόσβαση στην εκπαίδευση και την περίθαλψη. Όμως, τα αυξανόμενα ποσοστά ξενοφοβίας και η αδυναμία υποστήριξης περαιτέρω αιτούντων διαμονής, οδήγησε σε αλλαγή της πολιτικής υποδοχής.

Σήμερα, η πρόσβαση στη χώρα θέτει ως προϋπόθεση την κατοχή ανθρωπιστικής βίζας (humanitarian visa). Φαινομενικά αποτέλεσε μέτρο ελέγχου και οργάνωσης της στρατηγικής υποδοχής, πρακτικά το νέο νομικό πλαίσιο κατέστησε ανυπέρβλητο το κόστος απόκτησής της. Για την απόκτηση της βίζας, ο αιτών θα πρέπει να καταθέσει διαβατήριο εν ισχύ και καθαρό ποινικό μητρώο , το κόστος έκδοσης των οποίων ανέρχεται περίπου στα 300 και 100 δολάρια αντίστοιχα. Ο κατώτατος μισθός στη Βενεζουέλα κυμαίνεται στα 5 δολάρια το μήνα και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες αργές. Η χορήγηση ασύλου στους αιτούντες ακολουθεί τον ίδιο βραδύ ρυθμό με περιορισμένο τελικά αριθμό εγκεκριμένων αιτήσεων.

Σύμφωνα με τα στατιστικά, ο μέσος όρος Βενεζουελανών που στρέφονται στο Περού είναι νεότερος ηλικιακά σε σύγκριση με αυτόν της Κολομβίας και μπορεί να ενσωματωθεί με μεγαλύτερη ευκολία στο εργατικό δυναμικό της χώρας. Όμως οι νέοι περιορισμοί συντέλεσαν στην ενίσχυση του παράνομου δικτύου μετανάστευσης, τον πλουτισμό αυτών που τα διαχειρίζονται και τη μεγέθυνση της παραοικονομίας στο εσωτερικό της χώρας.

Ακόμα, τα ημερομίσθια των Βενεζουελανών προσδιορίζονται στο 1/3 αυτών της αμοιβής των Περουβιανών στα πλαίσια αυτής της προαναφερθείσας παραοικονομίας, με αποτέλεσμα την εκμετάλλευση των προσφύγων, την αύξηση του ανταγωνισμού με τους Περουβιανούς εργαζόμενους και τη μεγέθυνση της ξενοφοβίας.

Τέλος, στη Χιλή διαμορφώνεται μια διαφορετική γραμμή μεταναστευτικής πολιτικής. Η πρόσβαση στη χώρα είναι δύσκολη. Με τις Άνδεις να υψώνονται ανατολικά και την έρημο Ατακάμα στα βόρεια σύνορα, δημιουργούνται όχι μόνο γραφειοκρατικές αλλά και πρακτικές δυσκολίες εισόδου.

Παρά τις δηλώσεις συμπαράστασης του προέδρου Σεμπαστιάν Πινιέρα και την από κοινού εμφάνιση με τον Χουάν Γκουαϊδό στην Κούκουτα της Κολομβίας, οι προϋποθέσεις διαμονής περιλαμβάνουν την απόκτηση της «βίζας δημοκρατικής ευθύνης» (democratic responsibility visa), η οποία συνοδεύεται με τις ίδιες δυσκολίες απόκτησης με την αντίστοιχη του Περού. Μάλιστα, η εν λόγω βίζα αφορά μόνο πρόσφυγες από Βενεζουέλα και Αϊτή εγείροντας ερωτήματα γύρω από την κοινωνική ευθύνη των κρατών για ίση μεταχείριση.

Σε ότι αφορά την περιορισμένης διάρκειας διαμονή (έως 90 ημέρες) και την μέχρι πρόσφατα απρόσκοπτη είσοδο των επισκεπτών, οι διαδικασίες έχουν πια τροποποιηθεί και προϋποθέτουν τουριστική βίζα και κατ’ επέκταση διαβατήριο σε ισχύ.

Δημογραφικά, οι Βενεζουελάνοι που ζουν και εργάζονται πια στη Χιλή αποτελούν μια πιο εύπορη κοινωνική ομάδα μεγαλύτερης επαγγελματικής εξειδίκευσης και παρά τα φαινόμενα ξενοφοβίας, τείνουν να απολαμβάνουν μεγαλύτερων πιθανοτήτων για ταχεία ενσωμάτωση στην οικονομία της χώρας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Πρόσφυγες, Μεταναστευτικό, Μετανάστες, Βενεζουέλα
SHARE: