ΑΔΕΣΠΟΤΑ ΚΟΡΜΙΑ: ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΗΣ ΠΙΟ ΠΟΛΥΣΥΖΗΤΗΜΕΝΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Η δημιουργός Ελίνα Ψύκου ξεναγεί το The Magazine στα ταξίδια που καταγράφει το ντοκιμαντέρ της, για τρεις γυναίκες που επιθυμούν κάτι που οι χώρες τους αρνούνται να τους δώσουν.

«Στο μυαλό μου αυτή η ταινία λειτουργεί σαν μια σκυταλοδρομία», μας λέει η Ελίνα Ψύκου, σκηνοθέτης του μάλλον πιο πολυσυζητημένου φιλμ του φετινού φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (τόσο για τους σωστούς, όσο και για τους ατυχείς, λόγους).

Τα Αδέσποτα Κορμιά παίρνουν, όντως, τη μορφή ενός road movie, ακολουθώντας τη μία μετά την άλλη, αληθινές ηρωίδες που επιθυμούν για τον εαυτό τους κάτι που η εκάστοτε χώρα τους αρνείται να τους επιτρέψει.

Όπως περιγράφεται επίσημα η ταινία: “Η Ρόμπιν είναι έγκυος, αλλά δε θέλει να γίνει μητέρα. Η Κατερίνα θέλει αλλά δεν μπορεί. H Κική θέλει απλώς να πεθάνει με αξιοπρέπεια. Όμως η άμβλωση, η εξωσωματική γονιμοποίηση και η ευθανασία αντίστοιχα δεν είναι νόμιμες στις χώρες τους.” Δημιουργείται λοιπόν ανάμεσά τους μια κάπως τριγωνική αφήγηση, με την κάμερα της Ψύκου να ακολουθεί σε μια διαρκή μετακίνηση, γυναίκες που μονίμως μετακινούνται, ταξιδεύουν, για να μπορέσουν να έχουν αυτό που επιθυμούν. Μέσα μάλιστα στα σύνορα μιας Ευρώπης ενωμένης – αλλά με τι, τελικά, όρους;

Εξηγεί η Ελίνα Ψύκου: «Και ενώ μια γυναίκα δεν επιτρέπεται να κάνει άμβλωση στη Μάλτα, μπορεί να ταξιδέψει στη γειτονική Ιταλία και να κάνει εκεί, χωρίς να περάσει από έλεγχο διαβατηρίων ή να χρειαστεί να ανταλλάξει νόμισμα, αφού η Μάλτα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία για τον αριθμό των γυναικών που ταξιδεύουν από τη Μάλτα σε άλλες χώρες της Ε.Ε. για να υποβληθούν σε άμβλωση, διεθνείς οργανώσεις εκτιμούν ότι είναι 300 ανά έτος. Σαν αποτέλεσμα, η άμβλωση είναι ένα δικαίωμα μόνο για τους προνομιούχους, όσους μπορούν να ανταπεξέλθουν στο κόστος αυτού του ταξιδιού».

«Την ίδια στιγμή στην Ιταλία, ο νόμος για την εξωσωματική γονιμοποίηση είναι πολύ αυστηρός. Δεν επιτρέπεται για τα ομόφυλα ζευγάρια και τις γυναίκες που δεν είναι σε επίσημη ετερόφυλη σχέση. Η αυστηρή νομοθεσία έχει οδηγήσει πολλές Ιταλίδες να ταξιδεύουν στο εξωτερικό για να συλλάβουν παιδί με εξωσωματική γονιμοποίηση. Ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς είναι η Ελλάδα. Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα η ευθανασία παραμένει παράνομη, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες νομιμοποίησης της, με τους ασθενείς να αναζητούν τη λύση της ευθανασίας στο εξωτερικό, κυρίως στην Ελβετία».

«Οι παραπάνω νομικές παραδοξότητες με έκαναν να αναρωτηθώ πόσο δεδομένες είναι στον σύγχρονο δυτικό κόσμο κάποιες στοιχειώδεις ελευθερίες, καθώς και η αξιοπρεπής και ισότιμη μεταχείριση των ανθρώπων σε ζητήματα που αφορούν την ζωή και τον θάνατο».

Η ταινία έκανε πρεμιέρα στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης όπου άμεσα αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης ως μια από τις καλύτερες της διοργάνωσης, διαθέτοντας μια φιλοδοξία σε επίπεδο αφήγησης και ιδεών που την κάνει κάτι πολύ ευρύτερο από απλώς μια ματιά στο ζήτημα της αυτοδιάθεσης και του ελέγχου ενός ατόμου πάνω στο ίδιο το σώμα του.

Ταυτόχρονα, έγινε στόχος μιας περιθωριακής ακροδεξιάς ρητορικής (που βέβαια νιώθεις όλο και περισσότερο πως τίποτα το περιθωριακό τελικά δεν έχει) όταν η αφίσα του φιλμ, που απεικονίζει μια έγκυο γυναίκα στο Σταυρό, έγινε αντικείμενο ερώτησης του βουλευτού Κομνηνού Δελβερούδη της Νίκης, που ζήτησε την απόσυρση του φιλμ. Ακολούθησαν καλέσματα μίσους, απαγορεύσεις κυκλοφορίας(!), εγκατάσταση αστυνομικών δυνάμεων κοντά στις αίθουσες και τις ώρες προβολής της ταινίας.

Πραγματικά ατυχή όλα αυτά καθότι, στην τελική, δεν έχουν καν σχέση με το αντικείμενο του φιλμ, που με τη σειρά του παίρνει κι αυτό πάρα πολλά ρίσκα και παρουσιάζει πολλές σκληρές εικόνες και περιγραφές. Ζητώντας από το κοινό να έρθει αντιμέτωπο (ή έστω σε διάλογο) με τις θέσεις του από μια καθόλου παθητική στάση.

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΗΝ ΣΤΗΡΙΞΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΟΡΗ ΜΟΥ, ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΩ ΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ»

Με αφηγηματικούς όρους που θα συναντούσαμε σε μια ταινία μυθοπλασίας (χώρο όπου έτσι κι αλλιώς έχει κυρίως λειτουργήσει ως τώρα στην καριέρα της), η Ψύκου χτίζει τα κεντρικά πρόσωπα αυτού του δράματος καθώς περνάνε γραμμές συνόρων που τελικά μετράνε επιλεκτικά ως τέτοια. Είναι μια ιστορίες (πολλές ιστορίες) που ποτέ δεν μένει στάσιμη.

«Πριν 13 χρόνια είχε υποπέσει στην αντίληψή μου ότι στην Μάλτα είναι καθολικά απαγορευμένες οι αμβλώσεις», εξηγεί η σκηνοθέτης. «Ακόμα και σήμερα, είναι κάτι που δεν το ξέρει κανένας. Η Μάλτα είναι ένας προορισμός για Σαββατοκύριακα σε ένα ρομαντικό περιβάλλον αλλά κανείς δεν ξέρει τίποτα άλλο για αυτήν».

Την ίδια περίοδο, θυμάται πως βρισκόταν στο επίκεντρο της συζήτησης το θέμα της μη νομικής κατοχύρωσης της αποτέφρωσης στην Ελλάδα. «Αυτά τα δύο λειτούργησαν σαν ένα», εξηγεί. «Τι γίνεται; Τι απαγορεύσεις είναι αυτές; Γιατί; Κι ήταν μία στο τέλος της ζωής, μία στην αρχή. Αυτό άρχισε να μου φτιάχνει αυτό το σύμπαν».

Ύστερα μπήκαν στην συζήτηση το θέμα της εξωσωματικής (δίπλα στην άμβλωση) και της ευθανασίας (δίπλα στην αποτέφρωση). «Για χρόνια ήταν 4 οι άξονες», θυμάται η Ψύκου. «Όταν η αποτέφρωση νομιμοποιήθηκε στην Ελλάδα, αυτό έφυγε. Κι έμειναν τα άλλα 3. Έτσι στήθηκε η ταινία. Δεν εμπνεύστηκα από μια πραγματική ιστορία ή χαρακτήρα, αλλά από αυτή την είδηση ξεκινώντας, άρχισα να το στήνω πιο κονσεπτικά».

Η ιδέα του ταξιδιού, των διαφορετικών χωρών, της ενωμένης (ή ίσως και όχι απόλυτα) Ευρώπης, των διαφορετικών χώρων που νοηματοδοτούν διαφορετικά την κάθε έννοια ή κατάσταση – όλα αυτά είναι κεντρικά ζητήματα στα Αδέσποτα Κορμιά.

Θυμάται στη Μάλτα, από όπου ξεκίνησε όλο αυτό το ταξίδι, ένα εσωτερικό αστείο που είχε πολύς κόσμος εκεί: «Εδώ όλοι τους ξέρουν όλους». Είναι ένας μικρός τόπος, ένας συχνός προορισμός για τον οποίον –όπως συμβαίνει συνήθως με τους συχνούς, σύντομους προορισμούς– οι περισσότερες αλήθειες παραμένουν άγνωστες για εμάς. Όμως για τον πληθυσμό τους, είναι σα να μην υπάρχει τίποτα κρυφό.

«Υπάρχει ένας φαύλος κύκλος ελέγχου και ντροπής που προφανώς έχει να κάνει και με τον καθολικισμό, αλλά και με αυτή τη λογική του μικρού μέρους. Τόσες πολλές γυναίκες έχουν κάνει άμβλωση ταξιδεύοντας είτε στην Ιταλία είτε στην Αγγλία, κι ήταν τόσο δύσκολο να βρούμε μαρτυρίες – κι όσες βρήκαμε ήταν ανώνυμες», ομολογεί η δημιουργός του φιλμ. «Όλοι φοβούνται όλους». Θυμάται την περίπτωση μιας γυναίκας που το είχε κάνει πριν δεκαετίες και φοβόταν τι θα συνέβαινε αν το μάθαιναν όλοι τώρα. «Είχα μαρτυρία προφορική, ούτε καν σε ηχογράφηση, για μια άμβλωση πίσω στη δεκαετία του ‘80, που το θυμόταν και έκλαιγε».

Το να βρεθούν άτομα που να μιλήσουν για την άμβλωση ήταν το πιο δύσκολο για την Ψύκου, όμως ακόμα και οι άλλες περιπτώσεις εμφάνισαν πολλές δυσκολίες. Η βασική χαρακτήρας του ντοκιμαντέρ, η ιταλίδα που έρχεται στην Ελλάδα για εξωσωματική, στηριζόταν από το μεγαλύτερο μέρος της οικογένειάς της, όμως ο πατέρας δε μπορούσε με τίποτα να παραδεχτεί ότι η κόρη του θα μπει σε αυτή τη διαδικασία. «Δεν ήθελε με τίποτα σε μια μικρή πόλη της Ιταλίας να το μάθουν οι συντοπίτες. Τη μία έλεγε “θα παίξω κι εγώ στο ντοκιμαντέρ” και την άλλη το έπαιρνε πίσω. Και τελικά ταξίδεψε μαζί της στην Ελλάδα, αλλά στο ντοκιμαντέρ δεν εμφανίζεται ποτέ».

«Μας είπε: Θέλω να τη στηρίξω γιατί είναι κόρη μου, αλλά δε συμφωνώ με αυτό που κάνει».

«ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟ ΕΙΔΑ ΩΣ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΣΥΝΑΡΠΑΣΕ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ»

Η φιλμική καταγωγή της Ελίνας Ψύκου είναι η μυθοπλασία, και μάλιστα ένα δίπτυχο υφολογικά πολύ ιδιόμορφων ταινιών που δεν μπορούν με ευκολία να καταταχθούν σε ένα είδος. Τόσο στην Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά, όσο και στον Γιο της Σοφίας, αυτό που παρακολουθούμε είναι μια κάποια μοναχική διαδρομή του κεντρικού χαρακτήρα: από τον Αντώνη Παρασκευά που θα μπορούσε να είναι το φάντασμα της μεταπολιτευτικής Ελλάδας στους στοιχειωμένους διαδρόμους ενός έρημου ξενοδοχείου, μέχρι την ιστορία ενηλικίωσης ενός μικρού αγοριού στην σκιά των Ολυμπιακών του 2004.

Μέσα από ένα συνδυασμό αλληγορίας, μαγικού ρεαλισμού και μιας αφηγηματικής μοναξιάς γεμάτη ψυχή, οι ιστορίες που διηγείται η Ψύκου μοιάζουν πάντα τελικά να ακολουθούν μια φαινομενικά απλή τροχιά, γεμάτη όμως αντικρουόμενα συναισθήματα και με φόντο μια Ελλάδα ανάμεσα στο φολκόρ και την αναζήτηση μιας Ευρώπης που κάποτε υπήρξε σαν υπόσχεση, σαν μεγάλη ιδέα.

Υπό αυτή την έννοια, τα Αδέσποτα Κορμιά ταιριάζουν ιδανικά στην φιλμογραφία της, παρά το γεγονός πως αυτή τη φορά επιλέγει ως φόρμα το ντοκιμαντέρ. «Από την αρχή το είδα ως ντοκιμαντέρ γιατί με συνάρπασε η αλήθεια του», λέει. «Έφτιαξα εξαρχής μια μυθοπλαστική δομή», αναφέρει. «Είχα φτιάξει ένα σενάριο που δεν τηρήθηκε 100% αλλά είχε δομή μυθοπλασίας – γιατί αυτό ξέρω να κάνω». Ζητούσε φυσικά από τις ηρωίδες της να κάνουν πράγματα, υπάρχουν σκηνές σκηνοθετημένες, με χαρακτήρες να διαβάζουν, να τραγουδούν, να χορεύουν.

Υπήρξαν φυσικά πολλές προκλήσεις, πολλά πράγματα που πήγαν διαφορετικά από το αναμενόμενο. «Η μεγάλη πρόκληση είχε να κάνει με τον εγωισμό μου, αν κάτι δεν γινόταν όπως ήθελα, να αποδεχτώ ότι αυτό δε μπορεί να γίνει». Τελικά προσαρμόστηκε, και βρίσκει μάλιστα πως το ντοκιμαντέρ της έδωσε μια άλλη ελευθερία που θα ήθελε να εφαρμόσει και στην επόμενη μυθοπλασία της.

Είναι λοιπόν τρομερά ενδιαφέρον το παιχνίδι που παίζει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας με το πλαίσιο ανάγνωσης. Μια λέξη αποκτά άλλη σημασία όταν διαβάζεται από μια άλλη ηρωίδα, που έχει το δικό της σετ αναφορών και αξιών. Η ελευθερία της μίας είναι η φυλακή της άλλης. Και, συχνά, ακόμα και τα λόγια, οι έννοιες που χρησιμοποιούνται ως συνθήματα απελευθέρωσης στη μία ανάγνωση, υιοθετούνται ως κάτι εντελώς πιο σκοτεινό και αντίθετο όταν εκφέρονται από ιδεολογικούς αντιπάλους που διαθέτουν ισχύ στην κάθε χώρα.

«ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗΣ ΑΤΖΕΝΤΑΣ»

Μια από τις πολύ ενδιαφέρουσες επιλογές της Ψύκου, είναι ότι στην κάθε χώρα που επισκεπτόμαστε, ο λόγος δίνεται σε φιγούρες της συντηρητικής φάλαγγας, που υπερασπίζονται την εκάστοτε απαγόρευση. «Αυτό ήθελα να κάνω στην ταινία. Είναι πολλά τα σημεία που σε κάνουν να νιώθεις άβολα. Αλλά αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να σκεφτούμε μερικά πράγματα», εξηγεί. Η θέση του φιλμ δεν αμφισβητείται φυσικά ποτέ –οι ηρωίδες είναι αυτές οι γυναίκες στα ταξίδια που κάνουν, εξάλλου.

«Είχα εξαρχής αποφασίσει ότι δεν θέλω να κάνω ένα ακτιβιστικό ντοκιμαντέρ. Όταν πλησιάζαμε στα γυρίσματα, επιλέγαμε χαρακτήρες από τα δημόσια πρόσωπα», αυτά που θα έκαναν τον αντίλογο δηλαδή. Από πολιτικούς μέχρι εκπροσώπους pro-life οργανώσεων. «Όλοι αυτοί είναι επαγγελματίες ομιλητές. Γιατί κάνουν καμπάνιες, αυτό κάνουν επαγγελματικά. Δεν υπήρχε συναισθηματική εμπλοκή στις συνομιλίες μας, όπως με τα κορίτσια – αυτοί έχουν μια ατζέντα, έχουν μια κασέτα, και τη βάζουν να παίζει».

Έχει ενδιαφέρον το πώς προκύπτει η συζήτηση πάνω στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και το κατά πόσο έχει ρόλο στο να φέρει τις χώρες-μέλη σε ένα αντίστοιχο επίπεδο νομοθεσίας και κοινωνικών δικαιωμάτων. Εκεί, ένα μέλος της συντηρητικής δεξιάς που μιλά στην κάμερα, αρχίζει να μιλάει –ναι, κι όμως!– για το δικαίωμα στη διαφορετικότητα! Για το πώς η Ευρώπη πρέπει να σεβαστεί τη διαφορετικότητα της κάθε χώρας, τα δικά της δικαιώματα, τα δικά της θέλω.

«Αυτός εργαλειοποιεί την επιχειρηματολογία και το λεξιλόγιο της αριστερής και προοδευτικής ατζέντας. Γιατί έδωσα χώρο σε ακροδεξιούς; Για να αναδείξω αυτό: Τους έχουμε επιτρέψει να κάνουν αυτή την εργαλειοποίηση. Υπάρχει τεράστια σύγχυση και μπέρδεμα. Νά’το. Σου μιλάει για diversity και στο επιστρέφει πίσω, και δε μπορείς να του πεις τίποτα», λέει σχεδόν σαν κι η ίδια να μην πιστεύει τα όσα άκουσε συζητώντας με αυτές τις φιγούρες χωρών του εξωτερικού. Την ίδια ώρα η ακροδεξιά χτυπά κι εδώ – λίγα 24ωρα πριν, η Νίκη στοχοποιεί την αφίσα της ταινίας με τέτοια ένταση και αμεσότητα που για την πρεμιέρα της ταινίας ανακοινώνεται απαγόρευση συναθροίσεων στο κέντρο της πόλης(!) και αστυνομία απλώνεται παντού. «Είναι επαγγελματίες στην επικοινωνία», λέει η σκηνοθέτης κάπως εμβρόντητη ακόμη.

Παράλληλα, τα Αδέσποτα Κορμιά μέσα από αυτό το συνεχές ταξίδι τους, υπογραμμίζουν και αυτή την άλλη σημαντική αλήθεια, δηλαδή τους όρους με τους οποίους έχει συμβεί αυτή η Ένωση, το πώς δηλαδή δημιουργήθηκε και τι τελικά σημαίνει σήμερα, αυτή η πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα στο φόντο των ιστοριών (μας).

Υπάρχει μια φράση που αρθρώνεται κάποια στιγμή στη διάρκεια της ταινίας: Ότι, με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, από πολίτες γίναμε καταναλωτές. «Η ένωση έχει γίνει με όρους οικονομικούς και μόνο», λέει η Ψύκου, που σημειώνει ένα ενδιαφέρον στοιχείο, πως το μόνο θέμα στο οποίο συγκλίνουν οι πάντες μες στο φιλμ της, όλοι οι πρωταγωνιστές, όλα τα κεφάλια, είναι η ίδια αυτή κριτική αντιμετώπιση απέναντι στην ΕΕ.

«Δεν έχω καμία αντιδραστική αντιμετώπιση τύπου “πρέπει να φύγουμε από την Ευρώπη”», ξεκαθαρίζει. «Είναι μια κριτική ματιά ως προς το τι θα μπορούσε να είναι και να γίνει». Κι όσο για αυτή την ένωση σε επίπεδο κοινωνιών και δικαιωμάτων που διαπραγματεύεται η ταινία; «Μια στο τόσο θυμούνται και εκτελούν το καθήκον τους. Το ότι ψηφίστηκε τώρα στην Ελλάδα το νομοσχέδιο για τα ομόφυλα ζευγάρια, είναι γιατί προφανώς υπήρξε πίεση από την ΕΕ. Καλό! Αλλά είναι μια φορά στο τόσο. Γιατί σε πόσα άλλα ζητήματα καταπάτησης δικαιωμάτων η Ελλάδα παίρνει συνεχώς πρόστιμα από την ΕΕ; Κι αντίστοιχα άλλες χώρες, φυσικά. Αλλά, σφυρίζουμε όλοι αδιάφορα».

«ΔΕΝ ΕΧΩ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΒΙΩΜΑ, ΚΙ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ Η ΤΑΙΝΙΑ»

Είτε μέσα από αυτές τις ακραίες διαλεκτικές μεθόδους, είτε μέσα από κάποιες πολύ σκληρές εικόνες και λόγια, η ταινία είναι σαν συνεχώς να θέλει να μας φέρνει απέναντι στην σημασία των επιλογών και των πιστεύω μας. Σα να θέλει διαρκώς να υπογραμμίζει: τίποτα απολύτως σε όλο αυτό δεν είναι εύκολο, τίποτα απολύτως δεν είναι δεδομένο, τίποτα απολύτως δεν είναι άκοπο.

Και απέναντι κι από τον εαυτό σου, ίσως.

«Πέρα από τα όσα πράγματα έμαθα, κατάλαβα πολλά και για μένα», ομολογεί η Ψύκου. «Με το πώς συνδιαλέγομαι με άλλους ανθρώπους. Σε σχέση με το πώς πολλές φορές χάνομαι σε μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας και χάνω τη μεγάλη εικόνα. Σε σχέση με τη διαχείριση του τραύματος, του οικογενειακού θυμού», λέει. Ξεχωρίζει και πάλι την ιστορία με τον πατέρα της Κατερίνα. «Όλο αυτό ήταν πολύ βαρύ. Με έκανε να έρθω αντιμέτωπη και με πράγματα που είχαν να κάνουν με δικά μου οικογενειακά ζητήματα».

«Δεν έχω κάνω άμβλωση. Δεν έχω κάνει εξωσωματική. Κι ούτε είχα στο περιβάλλον μου άνθρωπο που ήθελε να υποβληθεί σε ευθανασία. Με καμία από τις τρεις ιστορίες δεν έχω προσωπικό βίωμα», συνεχίζει ύστερα από μια στιγμιαία παύση. «Κι όμως, με ένα τρόπο είναι τελικά πολύ προσωπική η ταινία».

Τα Αδέσποτα Κορμιά έκαναν πρεμιέρα στο φεστιβάλ και, τελικά, όλα κύλησαν ομαλά. Δεν συνέβη τίποτα βίαιο, δεν υπήρξε κανένα απρόοπτο. Η αντίδραση στην προβολή ήταν εντυπωσιακά θερμή. Τις επόμενες μέρες συζητούσες με κόσμο που το είδε, ένιωσε πολλά πράγματα βλέποντάς το, ήθελε να το ξετυλίξει.

Μέσα από μια ιστορία (ή τρεις ιστορίες, ή ίσως και πολύ περισσότερες τελικά), η ταινία διαχειρίζεται έννοιες σε διαφορετικά επίπεδα και πλαίσια δράσης και ανάγνωσης, σκιαγραφεί ηρωίδες σε μια πολύ δύσκολη προσωπική διαδρομή, κοιτάζει όσους και όσες κοιτάζουν με οργή προς αυτές ακριβώς τις διαδρομές. Τελικά, αναρωτιέμαι, αν όλοι αυτοί που ούρλιαζαν απλώς για την αφίσα, είχαν δει και την ίδια την ταινία, τι αντίδραση θα είχαν;

«Νομίζω θα μπερδευόντουσαν».

Info:

Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο 26ο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Τα Αδέσποτα Κορμιά κυκλοφορούν στις αίθουσες στις 28 Μαρτίου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα