Νύχτες Πρεμιέρας

“MIKEY AND NICKY”: ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ‘70S ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΠΟΥ ΔΙΑΛΕΞΕ Ο ΛΑΝΘΙΜΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ

Τζον Κασσαβέτης και Πίτερ Φολκ πρωταγωνιστούν στο κλειστοφοβικό δράμα της Ελέιν Μέι, γεμάτο ενοχές, πόνο και προδοσία. Για πολλούς, μια από τις κορυφαίες ταινίες όλων των εποχών.

«Είναι κάτι το ιδιαίτερο με αυτή την ταινία», λέει ο Γιώργος Λάνθιμος κατά την επίσκεψή του στο viral Criterion Closet. «Αποπνέει μια αίσθηση ωμότητας, τρέλας και έντασης, και πιστεύω ότι αποτελεί την τέλεια συνεργασία».

Όπως λέει αμέσως πριν, ήταν ένα φιλμ που είχαν δει μαζί με την Έμμα Στόουν στο διάστημα πριν γυρίσουν τη Βουγονία. «Ο Τζον Κασσαβέτης είναι ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες, και αυτό το φιλμ από την Ελέιν Μέι συνδυάζει με κάποιο τρόπο την ιδιοφυία και των δύο», συμπληρώνει ο έλληνας σκηνοθέτης, που στο πλαίσιο μιας carte blanche από τις Νύχτες Πρεμιέρας, επέλεξε την ταινία μέσα στις 8 του αφιερώματος.

Για τον Κασσαβέτη μάλλον δεν χρειάζονται πολλές συστάσεις, αλλά για την ιδιοφυία της Ελέιν Μέι ίσως αξίζει να πούμε δυο κουβέντες.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΣΤΙΚΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ

Γεννημένη το ‘32, η Μέι έγινε πρώτη γνωστή ως τρομερά επιδραστική κωμικός μέσα από τις αυτοσχεδιαστικές ρουτίνες της με τον Μάικ Νίκολς στα ‘50s. Μέσα από τη φήμη της, η Μέι κατάφερε να πουλήσει ένα σενάριό της στο Χόλιγουντ το οποίο πάλεψε για να σκηνοθετήσει – και τελικά κατέληξε κάπως από σπόντα να πρωταγωνιστεί κιόλας.

Για την πρώτη της ταινία, το 1971, έγινε η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτρια με χολιγουντιανό deal, από την εποχή της Άιντα Λουπίνο, 20 χρόνια νωρίτερα. Αυτό ήταν το κλίμα στο Χόλιγουντ απέναντι στις γυναίκες δημιουργούς, μες στο οποίο η Ελέιν Μέι σκηνοθέτης ένα σερί από σπουδαίες, δύστροπες ταινίες, μέσα από μια αδιαπραγμάτευτη, απαιτητική δημιουργική διαδικασία.

Το A New Leaf με τον Γουόλτερ Ματάου, μια από τις σπουδαιότερες κωμωδίες στην ιστορία του αμερικάνικου σινεμά, έφερε στο προσκήνιο τα μετέπειτα σταθερά μοτίβα του έργου της Μέι. Η ενασχόλησή της μέσα από άφοβα σκοτεινά και βιτριολογικά σενάρια, με την τοξικότητα, είναι σταθερός πυλώνας. Τοξικοί άντρες, τοξικές σχέσεις, τοξικές φιλίες. Τα έργα της δε φοβούνται να βουτήξουν μέσα σε συμπεριφορές και σε συνθήκες επιθετικές, άβολες, ακόμα και δυσάρεστες, προκειμένου να κατανοήσουν τους μηχανισμούς σύνδεσης ανθρώπων.

Η κωμική της προέλευση δεν μεταφράζεται πάντα σε χιούμορ – το Mikey and Nicky είναι ένα πραγματικά σκοτεινό, θεόβαρο δράμα – όμως υπάρχει κάτι ενδιαφέρον που συμβαίνει με την ενέργεια και το ρυθμό του κάθε της έργου. Ενώ πάντα απαιτεί μεγάλη ακρίβεια στο αποτέλεσμα (σε σημείο που όλα τα της τα έργα ξεπέρασαν κατά πολύ το μπάτζετ τους και τον προγραμματισμένο χρόνο παράδοσής τους), μέσα σε αυτά τα στιβαρά όρια νιώθεις πως υπάρχει μια βόμβα μανιακής ενέργειας έτοιμη να σκάσει.

Παράλληλα, τραβά και πολύ υλικό. Στο Mikey and Nicky ο θρύλος λέει πως τράβηξε σε φιλμ τρεις φορές τον όγκο του υλικού του Όσα Παίρνει ο Άνεμος – κάπου μισό χιλιόμετρο φιλμ! Ο λόγος ήταν πως συχνά άφηνε τις κάμερες να γράφουν για ώρες, καταγράφοντας ένα σωρό συνειδητές ή μη, αυστηρές ή αυτοσχεδιαστικές στιγμές των ηθοποιών. Όταν ένας βοηθός κάποια στιγμή φώναξε «Cut!» επειδή οι ηθοποιοί είχαν φύγει από το σετ, η Μέι τον κατσάδιασε και – ο θρύλος λέει – του απάντησε «μπορεί να ξανάρθουν».

Είναι σα να προσπαθεί να αντλήσει αρκετό υλικό φτιαγμένο σε ένα πλαίσιο ελέγχου και χάους την ίδια στιγμή, ώστε να έχει ένα περιθώριο αυτοσχεδιασμού η ίδια ως δημιουργός.

Στο καταμαυρο σκρούμπολ A New Leaf δεν κατάφερε ποτέ τελικά να κυκλοφορήσει τη δική της εκδοχή, που θεωρείται ένα από μεγάλα what ifs της ιστορίας του σινεμά, όμως ευτυχώς, η στουντιακά εγκεκριμένη εκδοχή που κυκλοφόρησε στα σινεμά είναι χωρίς υπερβολή ένα αριστούργημα. (Κι αυτή η ταινία είχε προβληθεί στις Νύχτες Πρεμιέρας, πριν λίγα χρόνια, στο πλαίσιο αφιερώματος στα αμερικάνικα ‘70s.)

Την επόμενη χρονιά γύρισε την σκοτεινή κωμωδία The Heartbreak Kid με τον Τσαρλς Γκρόντιν και την Σίμπιλ Σέπαρντ, η οποία προτάθηκε για Όσκαρ: Β’ Γυναικείου για την –κόρη της Μέι!– Τζίνι Μπερλίν και Β’ Ανδρικού για τον Έντι Άλμπερτ. Επειδή όμως κάποιων ανθρώπων αυτό είναι γραφτό, ακόμα κι αυτή η ταινία (που γυρίστηκε μάλιστα και ριμέικ από τους αδερφούς Φαρέλι του 2007 με τον Μπεν Στίλερ) είναι ταλαιπωρημένη, καθώς σήμερα είναι τρομερά δύσκολο να την δει κανείς νόμιμα.

Τα παγκόσμια δικαιώματα του φιλμ έχουν καταλήξει σε μια φαρμακευτική, μέσω μιας παλιάς θυγατρικής που όμως έκλεισε. Συνεπώς, η εταιρεία πλέον δεν δραστηριοποιείται στο entertainment, οπότε τα δικαιώματα απλα κάθονται σε ένα συρτάρι χωρίς να έχει διανομή και χωρίς κανείς να μπορεί να την ανατυπώσει και να την κυκλοφορήσει σε home video ή streaming. Παρόλαυτά, θεωρείται μια από τις κορυφαίες αμερικάνικες κωμωδίες.

MIKEY AND NICKY: ΡΕΣΙΤΑΛ ΚΑΣΣΑΒΕΤΗ ΚΑΙ ΦΟΛΚ ΣΕ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ

Paramount/Alamy/Visualhellas.gr

Όλα αυτά μας φέρνουν στο 1976 και στο Mikey and Nicky, για το οποίο η Μέι εγκατέλειψε την κωμωδία θέλοντας να δημιουργήσει κάτι σαν μια αιχμηρή διαπροσωπική τραγωδία, για δύο φίλους που στη διάρκεια μιας νύχτας έρχονται κοντά και ξαναχωρίζονται.

Βρισκόμαστε στη Φιλαδέλφεια όπου ο γκάνγκστερ Νίκι τηλεφωνά μες στη νύχτα στον παιδικό του φίλο, Μάικι, λέγοντάς του πως φοβάται για τη ζωή του. Πιστεύει πως υπάρχει ένα ανοιχτό συμβόλαιο εναντίον του επειδή έκλεψε λεφτά από το αφεντικό του – και ζητά απεγνωσμένος βοήθεια από τον παλιόφιλό του.

Αυτό που ακολουθεί είναι στην ουσία 4-5 εκτεταμένες σκηνές σε κάθε νέο location, στο οποίο ο Μάικι προσπαθεί μονίμως να μανατζάρει την μανία και την αυτοκαταστροφική τάση του Νίκι, θέλοντας να κερδίσει χρόνο.

Οι τοποθεσίες δεν είναι πολλές αλλά η ενέργεια των ερμηνευτών, ο χρόνος που περνάμε στην κάθε μία, το επίπεδο λεπτομέρειας, απόγνωσης και ζωής που μοιάζει να έχει περάσει πάνω από κάθε χώρο, από κάθε τοίχο, από κάθε τραπέζι – έχουν ως αποτέλεσμα μια ταινία της οποίας ο κόσμος μοιάζει τεράστιος.

Παράλληλα, στη διάρκεια της βραδιάς ο Μάικι κι ο Νίκι σκαλίζουν παλιές πληγές – σε μια εκπληκτική σκηνή στο νεκροταφείο ή αργότερα στη διάρκεια ενός άγριου τσακωμού στη μέση ενός ερημικού δρόμου – αλλά και νέες απογοητεύσεις που εμπλουτίζουν εντυπωσιακά τους χαρακτήρες και τη δυναμική τους. Νιώθεις πραγματικά σα να βλέπεις ένα ολόκληρο σύμπαν να αναπνέει και μετά να καταστρέφεται, στη διάρκεια 2 κινηματογραφικών ωρών.

Στο επίκεντρο όλων, βρίσκεται μια τραχιά ανδρική ενέργεια που μέσα από το βλέμμα της Μέι ξεδιπλώνει όλη την αυτοκαταστροφική της μανία μέσα από τη σύνδεση-και-αποσύνδεση των δύο ηρώων. Ο Τζον Κασαβέτης παίζει τον Νίκι σαν έναν άντρα στο τέλος του δρόμου, απεγνωσμένος γιατί ξέρει πως πρέπει να προλάβει να πει και να νιώσει τα πάντα. Η αυτοσχεδιαστική ενέργεια του Κασσαβέτη στα χέρια της Μέι μετατρέπεται σε σκοτεινή αστική ποίηση πάνω στον χρόνο που τελειώνει και το φιλμ γύρω από αυτόν τον ήρωα αρχίζει σταδιακά να θυμίζει ένα ερεβώδες, αποπνικτικό θρίλερ από το οποίο έχεις κόψει όλα τα τινάγματα και τις κορυφώσεις.

Δίπλα στον Κασσαβέτη ο Πίτερ Φολκ, διάσημος για τον μυθικό του ρόλο ως επιθεωρητή Κολόμπο, κουβαλά μια θλίψη, μια σιωπηλή κούραση, που ανά σημεία εκρήγνυται. Υπάρχει μια ανατριχιαστική σεκάνς στο σπίτι μιας γυναίκας με την οποία ο Κασσαβέτης κάνει σεξ ενώ ο Φολκ βρίσκεται στο δωμάτιο – η Μέι καταγράφει με ένα κάδρο ήρεμο αλλά σαφές στην συνύπαρξη των δύο αυτών μονάδων στον ίδιο χώρο, μεταφέροντας την ψυχολογική ταραχή σε εσένα, τον θεατή.

Αργότερα, ο Μάικι προσπαθεί κι εκείνος να “πάρει τη σειρά” του αλλά η γυναίκα τον αρνείται και του δαγκώνει το χείλος, με αποτέλεσμα εκείνος να βγάλει όλα τα ψυχολογικά του βάρη στον Νίκι – με αφορμή το «γιατί πάντα εσύ», μια οξυδερκέστατη παρατήρηση από την Μέι πάνω στις συχνά άσπλαχνες δυναμικές που αναπτύσσονται ανάμεσα “δυο φιλαράκια”, και το πώς η δίνη του ενός τραβά τον άλλον. Όπως γράφει κι ο Ρίτσαρντ Μπρόντι σε ένα κείμενό του για την ταινία, «Κατά την άποψη της Μέι, χρειάζεται ένας πραγματικός άντρας για να πάψει να είναι “ένα από τα παιδιά”».

Είναι ένας αγνός φιλμικός εκπρόσωπος των αμερικάνικων ‘70s, όπως έχουμε μάθει να τα συνδέουμε με ένα σκοτεινό, άφοβο στουντιακό σινεμά. Η πόλη, τα πρόσωπα, τα σώματα μες στην νύχτα, οι ψυχολογικά τραχιές αλληλεπιδράσεις, μια αίσθηση ενός κόσμου που τελειώνει – για να αναγεννηθεί σε κάτι λιγότερο αγνό – μέσα από την ιστορία και τις διαδρομές γκρίζων ηρώων.

Φυσικά, λοιπόν, κι εδώ τα πάντα πήγαν στραβά.

ΕΛΕΪΝ ΜΕΪ: ΜΙΑ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΗ ΙΔΙΟΦΥΪΑ

Η Ελέιν Μέι παραλαμβάνει το βραβείο Τόνι το 2019. Charles Sykes/Invision/AP, File

Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν το 1973 και η συμφωνία της Μέι με την Paramount της έδινε final cut αρκεί να μην ξεπερνούσε το μπάτζετ του 1.8 εκατομμυρίων και να παρέδιδε την ταινία μέχρι τον Ιούνιο του ‘74. Η Μέι φυσικά και το deadline έχασε, και το μπάτζετ έφτασε στα 4.3(!) εκατομμύρια, με αποτέλεσμα το στούντιο να πάρει την ταινία από τα χέρια της και οι δύο πλευρές να μπουν σε νομική αντιδικία που είχε αποτέλεσμα το μοντάζ να πάρει κοντά 2 χρόνια.

Υπάρχει μια φοβερή ιστορία, ότι κάποια στιγμή η Μέι πήρε δύο reels και τα έκρυψε στο γκαράζ του άντρα της ώστε η Paramount να μη μπορεί να ολοκληρώσει το μοντάζ της ταινίας. Τελικά τα επέστρεψε, το στούντιο έκοψε κι έραψε την ταινία όπως-όπως και την κυκλοφόρησε το ‘76 απλά για να την ξεφορτωθεί. Το αποτέλεσμα ήταν μια εμπορική αποτυχία και αρνητική κριτική υποδοχή απέναντι στο συγκεκριμένο cut.

Σύντομα εδώ τουλάχιστον η ταινία αποκαταστάθηκε καθώς το ‘78 ο παραγωγός Τζούλιαν Σλόσμπεργκ, μαζί με την Μέι και τον Φολκ, πήρε τα δικαιώματα και ανασυστήθηκε το director’s cut της Μέι, που είναι κι η εκδοχή της ταινίας που έχουμε πλέον διαθέσιμη. Όμως όλη αυτή η διαδικασία, η εμπορική αποτυχία και η απαιτητικότητα στη συνεργασία με τη Μέι, είχε ως αποτέλεσμα να μην σκηνοθετήσει ξανά για πάνω από μια δεκαετία.

Δεν είναι καμιά ριζοσπαστική σκέψη το να παρατηρήσουμε πως όλα αυτά που έκαναν την Μέι ανεπιθύμητη στο Χόλιγουντ, και τόσο δύσκολη και απαιτητική ως συνεργάτη, είναι στοιχεία που για ένα σωρό άντρες δημιουργούς, προσθέτουν στον μύθο τους, της «απαιτητικής ιδιοφυίας». Και είναι ΟΚ: Έχουμε να κάνουμε με τέχνη, με απρόβλεπτες δημιουργίες, και πολλές φορές αυτή είναι η πραγματικότητα – ειδικά την περίοδο των αμερικάνικων ‘70s, διάσημη ακριβώς για το πώς τα στούντιο είχαν παραχωρήσει τόση πολλή ελευθερία στους χοτ auteurs της εποχής.

Με τρεις από τις καλύτερες ταινίες των ‘70s (αν όχι γενικότερα, δύο από τις καλύτερες αμερικάνικες ταινίες όλων των εποχών) γυρισμένες βασικά μέσα σε 3 χρόνια, αυτό είναι το λιγότερο που μπορεί κανείς να πει για την Μέι: Απαιτητική ιδιοφυία. Είναι πάρα πολύ, κι από τα δύο.

Σκηνοθέτησε τελικά ξανά, άλλη μία τελευταία φορά: Το Ιστάρ, το 1987, με τον Γουόρεν Μπίτι και τον Ντάστιν Χόφμαν, που έγινε πραγματικότητα σε μεγάλο βαθμό επειδή ο Μπίτι ένιωθε μεγάλο χρέος απέναντί της κι ήθελε να τη βοηθήσει. (Δε θα εκπλαγείτε αν μάθετε πως στη διάρκεια των γυρισμάτων, οι δυο τους τελικά τσακώνονται και διαφωνούσαν διαρκώς – ο Μπίτι οπωσδήποτε κι αυτός στην κατηγορία των “απαιτητικών”.) Αδικημένο ως προς τη φήμη του, καθώς είναι μια χαρά απολαυστική κωμωδία, το Ιστάρ παρολαυτά αποτέλεσε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές αποτυχίες στην ιστορία του Χόλιγουντ, βάζοντας οριστικό τέλος στη σκηνοθετική καριέρα της Μέι.

Όχι πως σταμάτησε: Ήδη από τα τέλη των ‘70s είχε συνεργαστεί με τον Μπίτι γράφοντας μαζί του το Ο Παράδεισος Μπορεί να Περιμένει (για το οποίο και προτάθηκε για Όσκαρ Σεναρίου) και κάνοντας ένα κρίσιμο πέρασμα σεναρίου τους Κόκκινους, που απέφερε στον Μπίτι το Όσκαρ Σκηνοθεσίας το ‘81. Στα ‘90s αναβίωσε τη συνεργασία της με τον Μάικ Νίκολας, που στην πορεία είχε γίνει κι αυτός διακεκριμένος σκηνοθέτης, γράφοντας για αυτόν το ριμέικ του Φτερά και Πούπουλα (1996) και το Όλες οι Γυναίκες του Προέδρου (1998) με τον Τζον Τραβόλτα, για το οποίο επίσης προτάθηκε για Όσκαρ Σεναρίου.

Την βλέπουμε συχνά-πυκνά να ερμηνεύει κι η ίδια: Πριν μερικά χρόνια πρωταγωνίστησε στην χαμένη στο χρόνο μίνι σειρά του Γούντι Άλεν Crisis in Six Scenes δίπλα στην Μάιλι Σάιρους(!), στο θέατρο έπαιξε στο Waverly Gallery του Κένεθ Λόνεργκαν για το οποίο κέρδισε και βραβείο Τόνι (έχει επίσης Γκράμι και τιμητικό Όσκαρ), ενώ πρόσφατα εμφανίστηκε και στο The Good Fight για ένα σύντομο πέρασμα ως Ρουθ Μπέιντερ Γκίνζμπουργκ(!).

Το μεγάλο στοίχημα όμως είναι άλλο: Η Ντακότα Τζόνσον είχε αποκαλύψει πριν κάποια χρόνια πως πρόκειται να πρωταγωνιστήσει σε ταινία που θα σκηνοθετήσει η ίδια η Μέι, με τίτλο Crackpot. Έχουμε καιρό να ακούσουμε update γι’αυτό – αν η 94χρονη σήμερα Μέι καταφέρει να γυρίσει νέα ταινία σήμερα, 40 χρόνια μετά τη “φυλάκισή” της για το Ιστάρ, θα πρόκειται για αληθινό θαύμα.

Εκείνο όμως το μικρό χρονικό διάστημα πίσω στις αρχές των ‘70s θα παραμένει για πάντα αξεπέραστο. Από τη μία σκέφτεσαι πόσο κρίμα είναι που το Χόλιγουντ την “τιμώρησε” και δεν είδαμε νέα δείγματα του σινεμά της, από την άλλη ίσως ένας τρόπος προσέγγισης είναι αυτός: πόσο τυχεροί είμαστε που πρόλαβαν και κατάφεραν να υπάρξουν όλες αυτές οι σκοτεινές, αστείες, τραγικές, επεισοδιακές ταινίες.

Το ίδιο το Mikey and Nicky αναγνωρίζεται πλέον με άνεση ανάμεσα στα αριστουργήματα του ‘70s σινεμά, και μάλιστα δύο από τους μεγαλύτερους υποστηρικτές του φιλμ είναι ο Γιώργος Λάνθιμος κι η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη. Η Τσαγγάρη στο πιο πρόσφατο poll του περιοδικού Sight & Sound συμπεριέλαβε την ταινία της Μέι ανάμεσα στις 10 αγαπημένες της όλων των εποχών, ορίστε, απολαύστε εδώ μερακλίδικη 10άδα.

Ο Λάνθιμος, με καταγεγραμμένη την αγάπη του για το φιλμ και μέσα από εκείνο το Criterion Closet, τώρα το συμπεριέλαβε στην επιλογή 8 ταινιών στο πλαίσιο των Νυχτών Πρεμιέρας.

Τεράστιο παράσημο αυτή η διάρκεια ζωής για ένα έργο που σίγουρα θα ήταν τρομερά δύσκολο να γυριστεί σήμερα (δύσκολα βρίσκεις όρεξη για τόσο ζοφερούς χαρακτήρες σε μια ταινία που δεν δίνει καμία απόσταση στον θεατή). Εδώ που τα λέμε, ακόμα και μες στα αμερικάνικα ‘70s, πάλι δύστροπο ήταν. Ευτυχώς, δεν χρειάζεται να είναι όλα πάντα εύκολα.

Info:

Το Mikey and Nicky προβάλλεται την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου στις Νύχτες Πρεμιέρας, στο πλαίσιο του αφιερώματος Ο Γιώργος Λάνθιμος Παρουσιάζει.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα