ΔΕΗ

ΤΡΕΞΕ ΛΟΛΑ ΤΡΕΞΕ: Ο TECHNO ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΑΝΤΕΧΕΙ, 28 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Η κλασική ταινία του Τομ Τίκβερ κυκλοφορεί ξανά στα σινεμά, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της προβολή.

«Αν παίρνεις τη ζωή τόσο στα σοβαρά, όπως κρυφά κι εγώ, τότε πρέπει να έχεις συναίσθηση κάθε, μα κάθε, μα κάθε στιγμής. Έχεις την ευθύνη για την κάθε στιγμή», λέει ο γερμανός σκηνοθέτης Τομ Τίκβερ, κοιτάζοντας προς τα πίσω στο χρόνο, 25 χρόνια μετά την αρχική κυκλοφορία της πιο διαχρονικής του ταινίας.

«Κάθε τι επηρεάζεται από την μικρότερη δυνατή κατάσταση. Είναι μια πολύ αμφιλεγόμενη σκέψη. Αν τα πάντα είναι σημαντικά, τότε τίποτα δεν είναι σημαντικό!»

ΤΡΕΞΕ ΛΟΛΑ ΤΡΕΞΕ: ΜΙΑ ΣΗΜΑΔΙΑΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΙΝΕΦΙΛ ΓΕΝΙΑ

Το Τρέξε Λόλα Τρέξε κυκλοφόρησε στα τέλη των ‘90s κι έγινε μια από εκείνες τις ταινίες που στιγμάτισαν την εκκολαπτόμενη σινεφίλ γενιά εκείνης της περιόδου.

Το σάουντρακ έπαιζε στα στέκια (και παραμένει μέχρι σήμερα μια φανταστική επιλογή για όταν θέλετε υποστηρικτική μουσική για όταν κάνετε δουλειά), η φιγούρα της κοκκινομάλλας Λόλα έγινε urban σύμβολο ανεξαρτησίας, η Φράνκα Ποτέντε άρχισε άμεσα να εμφανίζεται σε αμερικάνικες ταινίες και σειρές όπως το Bourne Identity – το πώς φώναζα από ενθουσιασμό στην οθόνη μου πρόσφατα όταν την είδα στο American Horror Story σε διάρκεια ενός (ακατανόητου) rewatch, να παίζει… την Άννα Φρανκ;;;;

Ο δε Τίκβερ έγινε από τα πολύ ισχυρά ονόματα του ανεξάρτητου σινεφίλ κυκλώματος, με μια αληθινά αλλόκοτη (με την καλή έννοια!) καριέρα. Γύρισε το Heaven με την Κέιτ Μπλάνσετ, την ταινία που δεν πρόλαβε να γυρίσει ο Κισλόφσκι. Είχε τεράστιο σουξέ με το Άρωμα, με τον Μπεν Γουίσο. Έγινε στενός συνεργάτης των Γουατσόφσκι κατά τη διάρκεια των σχεδόν πειραματικών, αφηγηματικά επεκτατικών, πανανθρώπινων ιστοριών τους σαν το Cloud Atlas και το Sense8, τα οποία ο Τίκβερ έχει συν-σκηνοθετήσει.

Θυμάμαι ότι οι Νύχτες Πρεμιέρας τον είχαν φέρει καλεσμένο στο Αττικόν, στην πανελλήνια πρεμιέρα της Πριγκίπισσας και του Πολεμιστή λίγο μετά τη Λόλα, όταν και έγινε μια ρετροσπεκτίβα στο ως τότε έργο του. Θυμάμαι να τα βλέπω όλα – τη Φονική Μαρία, και το υπνωτιστικό, υπέροχο Χειμερία Νάρκη. Μετά την Πριγκίπισσα και τον Πολεμιστή θυμάμαι να είμαι στο πηγαδάκι των θεατών που είχαν πλησιάσει τον Τίκβερ μετά το τέλος του Q&A και δεν τον άφηναν να φύγει.

(Το μόνο που θυμάμαι ακόμα να μας λέει σε εκείνο το πηγαδάκι ήταν πόσο σπουδαίο και –ήδη– παρεξηγημένο θεωρούσε το Fight Club.)

Η Πριγκίπισσα κι ο Πολεμιστής ήταν ένα ρομαντικό θρίλερ με –ξανά– την Ποτέντε που θυμάμαι να το βλέπω και να μαγεύομαι όχι απαραίτητα από την ταινία (θυμάμαι να μου αρέσει αρκετά, και να μην την έχω ξαναδεί έκτοτε) όσο από την ιδέα πως την γύρισε ο ίδιος άνθρωπος που γύρισε τη Λόλα, και που πριν τη Λόλα είχε γυρίσει τη Χειμερία Νάρκη. Ποιος ήταν αυτός ο τύπος και πώς έκανε ταινίες που μοιάζουν η κάθε μία να στρίβει επίτηδες μακριά από την άλλη;

Ήμουν 17 χρονών τότε, σε μια στιγμή της ζωής μου που είχε αρχίσει να αγαπώ και να ψάχνω πολύ το σινεμά, τους auteurs του. Η Λόλα υπήρξε καθοριστική κυκλοφορία, μια ταινία σημαδιακή. Κι ο ίδιος ο Τίκβερ, επίσης τεράστιας σημασίας. Είναι ο σπουδαιότερος δημιουργός της 30ετίας; Όχι φυσικά. Αλλά σε εκείνες οι στιγμές που με σχημάτισαν ως εκκολαπτόμενο σινεφίλ, είχε καθοριστική επίδραση, και δε θα υπάρξει στιγμή της ζωής μου που δε θα σκέφτομαι αυτόν με αγάπη, και τη Λόλα με δέος, ως μια ταινία από εκείνες που ουσιαστικά ενεργοποίησαν το σινεφίλ γονίδιο μέσα μου.

Οι ιδέες σε συνδυασμό με το στυλ υπήρξαν συνδυασμός αδύνατον να του αντισταθώ. Τα υπαρξιακά ερωτήματα που θα συναντούσα στο έργο του Κισλόφσκι, δοσμένα με ένα στυλ βγαλμένα από το MTV, αλλά που ως κινηματογραφικό πακέτο έβγαζε νόημα.

Σήμερα, βλέποντας ξανά την ταινία, συνειδητοποιώ πως φιλοσοφικά μιλώντας, είναι πολύ κοντά στον τρόπο που μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο: Στην φιλοσοφική θεώρηση του Τρέξε Λόλα Τρέξε, ο ντετερμινισμός μπορεί και συνυπάρχει με την ελεύθερη βούληση, κάτι που μπορεί να ακούγεται αντιφατικό αλλά είναι ένας απολύτως legit τρόπος να ζεις τη ζωή σου.

Ναι, το σύμπαν είναι ένα κλειστό σύστημα αντιδράσεων όπου τα όρια και τα θεμελιώδη δεδομένα είναι καθορισμένα (και στην ουσία και κάθε έκβαση), αλλά από την οπτική μας αυτό δεν σημαίνει τίποτα γιατί δεν έχουμε τρόπο να τα γνωρίζουμε. Κάθε πράξη είναι αποτέλεσμα ελεύθερης βούλησης γιατί το κλειστό αυτό σύστημα δεν έχουμε τρόπο να το εξετάσουμε, δεν είμαστε θεοί, ούτε ο Δρ. Μανχάταν του Watchmen.

Οπότε ναι, σχηματικά κοιτάζοντάς το, αυτές οι φαινομενικά αντικρουόμενες κοσμοθεωρίες αντιπροσωπεύονται στη Λόλα, ταυτόχρονα. Ο κόσμος της Λόλα είναι θεμελιωδώς ανέγγιχτος από τη μία (σε κάθε “σύμπαν” ο Μάνι χρωστάει λεφτά, κι η Λόλα έχει τον ίδιο χρόνο στη διάθεσή της για να τα βρει, ενώ οι άνθρωποι-κομπάρσοι έχουν τις ίδιες πάντα αρχικές θέσει), αλλά και εύπλαστος από την άλλη.

Η Λόλα κάθε φορά αλλάζει όχι μόνο την έκβαση της δικής της μοίρας, αλλά και των περαστικών που συναντά για κλάσματα στιγμών, μέσα από ένα συνδυασμό τύχης, πεπρωμένο και αποφασιστικότητας. Η ένταση ανάμεσα σε αυτά τα διαφορετικά (και θεωρητικά πλήρως ανεξάρτητα) στοιχεία είναι που δίνει στην ταινία την μεγαλύτερή της δύναμη.

Καθώς και η πολύ ενδιαφέρουσα υπόνοια πως, με κάθε επανάληψη, η Λόλα μαθαίνει, ακόμα κι αν τα προηγούμενα συμβάντα ανήκουν σε μια πραγματικότητα που τώρα έχει “σβηστεί”. Βλέποντάς το σήμερα, με έπιασα να σκέφτομαι παιχνίδια σαν το Hades, όπου οδηγείς τον ήρωά σου ξανά και ξανά στην ίδια περιπέτεια, όπου είναι βέβαιο πως θα πεθάνεις αργά ή γρήγορα. Στόχος σου, αρχικά τουλάχιστον, δεν είναι να το τερματίσεις, αλλά να ισχυροποιηθείς, να μάθεις αρκετά, ώστε στο επόμενo “run” να φτάσεις πιο μακριά.

Και μετά λίγο πιο μακριά, και λίγο πιο μακριά. Υπομονή να υπάρχει – το άπειρο του χρόνου είναι, ακριβώς, ατελείωτο.

Γιατί συμβαίνει αυτό στην ταινία; Ίσως επειδή κουβαλάμε την συμπαντική ενέργεια όλων των κόσμων που δεν υπάρχουν (πια), το ένστικτο όλων των παράλληλων εκδοχών μας. (Χωρίς να θέλω να το κάνω τελείως Everything Everywhere All at Once το κείμενο.) Ναι, όλα τυχαία είναι, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δε μπορείς να επεκτείνεις κάθε φορά τη διάμετρο της «τύχης».

ΠΩΣ ΜΑΣ ΦΑΙΝΕΤΑΙ Η ΤΑΙΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ;

(Ακολουθεί το κείμενο της κριτικής του Τρέξε Λόλα Τρέξε κατά την φετινή επανέκδοση της ταινίας.)

Στην ταινία του 1998, η Λόλα έχει στη διάθεσή της μόνο 20 λεπτά για να σώσει τον φίλο της. Για να τα καταφέρει, θα πρέπει να βρει 100.000 μάρκα. Δε θα είναι εύκολο να τα καταφέρει – εκτός αν η μοίρα έχει κάτι να πει.

Υπάρχουν ταινίες τόσο δεμένες με την χρονική τους περίοδο που καθώς γερνάνε απέχουν ελάχιστα ανάμεσα στο να γίνονται εμβληματικές μιας Στιγμής Στο Χρόνο (πώς μοιάζει ας πούμε το Mean Streets του Σκορσέζε ή η Εξαφάνιση του Άλαν Πάκουλα με την εικόνα των κινηματογραφικών ‘70s) με το να γερνάνε άσχημα και να μοιάζουν μπαγιάτικες.

Στο Τρέξε Λόλα Τρέξε, το δυναμικό techno beat του σάουντρακ δίνει ώθηση σε μια ασταμάτητη, δίχως ανάσα, κινηματογραφική κίνηση, ενώ οι επιθετικά φλασαριστές αφηγηματικές του παρενθέσεις παρουσιάζουν «τι συνέβη» στον κάθε χαρακτήρα μέσα από στιγμιαίες εικόνες. Αμφότερα, είναι αισθητικά στοιχεία άρρηκτα συνδεδεμένα με μια τέλη-‘90s αισθητικής στροφής, όταν το ακαδημαϊκό στουντιακό σινεμά κι η θεμελίωση ενός “αποδεκτού” στυλ αμερικάνικου indie, άφησαν ανοιχτό το πεδίο για αφηγηματικές και αισθητικές ανατροπές από μια νέα γενιά σκηνοθετών γαλουχημένων με MTV, trance και EDM.

Από το Fight Club του Φίντσερ ως την Παραλία του Ντάνι Μπόιλ, υπάρχει ένα ολόκληρο αισθητικό πεδίο ήχων, εικόνων και ρυθμών που μοιάζει αποκλειστικό στο γύρισμα του αιώνα, και το κλασικό euro-χιτ του Τομ Τίκβερ είναι οπωσδήποτε από τους πιο περήφανους αντιπροσώπους – σαν μια βιντεοκλιπίστικη εκδοχή κάποιου παραπεταμένου σεναρίου του Κισλόφσκι. Κάποτε αυτό θα γραφόταν σαν αρνητικό.

Το επιδραστικό φιλμ Η Τύχη (Blind Chance) του Κισλόφσκι είναι πράγματι βασική επιρροή εδώ, όμως ο Τομ Τίκβερ παίρνει την κεντρική σύλληψη (τρεις εκδοχές της ίδιας συνθήκης, όπου μικρές λεπτομέρειες αλλάζουν τελείως την εξέλιξη) και στη θέση μιας περισσότερο στοχαστικής προσέγγισης επιλέγει μια περισσότερο ‘90s electronica εκδοχή.

Η κεντρική ηρωίδα, Λόλα, με τα iconic κόκκινα μαλλιά, το ιδρωμένο μπλε μπλουζάκι, και το τατουάζ να ξεπροβάλλει στο στομάχι της, μοιάζει σα να ξεπήδησε απευθείας από κάποιο ολονύχτιο κλαμπ μαραθώνιο, την ώρα που η ορμητική techno σύνθεση δεν αφήνει ούτε βήμα της Λόλα αναπάντητο. (Το εκπληκτικό μουσικό score υπογράφει ο ίδιος ο Τίκβερ μαζί με τον θρύλο της βερολινέζικης underground ηλεκτρονικής σκηνής Τζόνι Κλίμεκ, και τον post-punk μουσικό Ράινχολντ Χάιλ, παραγωγό κομματιών όπως το εμβληματικό 99 Luftballons.)

Η απλή, σαφής δομή της ταινίας σε συνδυασμό με τον ασταμάτητο ρυθμό δίνει στον θεατή μια ασυνήθιστη συνύπαρξη φρενήρους beat με φιλοσοφικό στοχασμό, που παραδοσιακά συνδέεται περισσότερο με μια απλωτή αφήγηση που σου αφήνει χώρο και χρόνο σκέψης. Εδώ τα πάντα είναι μανιασμένα, και ακόμα και οι εναλλακτικές διαδρομές ολόκληρων ζωών ξετυλίγονται μέσα σε δευτερόλεπτα μέσα από μια ακολουθία στιγμιοτύπων, σα να σκρολάρεις πολύ γρήγορα το instagram feed μιας ολόκληρης ζωής.

Στο επίκεντρο όμως είναι η Λόλα της Ποτέντε, η οποία γεμίζει το σώμα της με απόγνωση, με αποφασιστικότητα, συχνά και με θυμό ή με στεναχώρια, καθώς γίνεται ο χαρακτήρας που μας καλεί να την ακολουθήσουμε σε αυτό το τρεχαλητό 80 λεπτών. Οι σκέψεις πάνω στο πεπρωμένο, την τύχη, και το κατά πόσο μπορούμε ποτέ στα αλήθεια να έχουμε τον έλεγχο της μοίρας μας, μπαίνουν σε, well, δεύτερη μοίρα.

Η Λόλα αποτυγχάνει επειδή έκανε κάτι λάθος ή επειδή δεν το ήθελε αρκετά; Η όποια θετική έκβαση συνδέεται με το να παίρνεις τον έλεγχο και να κυνηγάς / διαμορφώνεις την τύχη σου; Ή τίποτα από όλα αυτά δεν έχει σημασία; Νομίζω πως η ταινία δεν έχει στα αλήθεια τέτοιες έγνοιες, καθώς το πρώτο που μετράει είναι το τρέξιμο. Κι είναι τόσο αποτελεσματική, και εμβληματική στο πώς το καταφέρνει αυτό.

Ο Τίκβερ πριν από τη Λόλα είχε σκηνοθετήσει το υπέροχα υπνωτιστικό Χειμερία Νάρκη ενώ στον απόηχο αυτής της τεράστιας επιτυχίας του, επέλεξε επίσης πιο στοχαστικές αφηγήσεις όπως ο κισλοφσκικός Παράδεισος με την Κέιτ Μπλάνσετ. Η αισθητική του προς τα εκεί ήταν στα αλήθεια, αλλά για μια μικρή, φευγαλέα στιγμή, το μόνο που ήθελε ήταν, απλώς, να βάλει την ηρωίδα του να τρέχει αντιμέτωπη με ένα βουνό αδιεξόδων. Ποιοι ανάμεσά μας δεν έχουν νιώσει κάποτε ακριβώς έτσι;

«ΜΑΣ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΝΑ ΤΡΕΧΟΥΝ»: Ο ΤΟΜ ΤΙΚΒΕΡ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΤΡΕΞΕ ΛΟΛΑ ΤΡΕΞΕ

Η Φράνκα Ποτέντε κι ο Τομ Τίκβερ (δεξιά) μαζί με τον ηθοποιό Μπένο Φούερμαν, στην πρεμιέρα της ταινίας Η Πριγκίπισσα κι ο Πολεμιστής το 2000. AP Photo/Fritz Reiss

Με ενθουσίαζε η ιδέα να γυρίσω μια ταινία που, πάνω απ’ όλα, θα βασιζόταν σε μια εικόνα η οποία συμπυκνώνει το συναίσθημα, τη δυναμική, την ένταση, την ταχύτητα και τον ενθουσιασμό. Για μένα, αυτό είναι ουσιαστικά ο κινηματογράφος. Και μετά, φυσικά, προσθέτεις και τη μουσική. Νομίζω πως αυτή η εικόνα ίσως μου ήρθε ακόμη και μέσα από τις φωτογραφίες του Έντουαρντ Μάιμπριτζ [σσ. πρωτοπόρου της μελέτης της κίνησης και της προβολής κινούμενων εικόνων στα τέλη του 19ου αιώνα], από αυτή την ιδέα του γιατί μας γοητεύει τόσο πολύ η κίνηση.

Μας αρέσει να βλέπουμε ανθρώπους να τρέχουν. Πηγαίνουμε στα στάδια για να τους δούμε να τρέχουν ξανά και ξανά. Υπάρχει μια ομορφιά σε αυτό, που προέρχεται από κάποιο πολύ βαθύ σημείο του DNA μας, από χιλιάδες χρόνια πριν. Και είναι όμορφο να δημιουργείς μια ταινία γύρω από μια οπτική ιδέα και ύστερα να προσθέτεις μερικά μικρά θραύσματα ιδεών που κουβαλάς μέσα σου εδώ και καιρό. Η πλοκή ήρθε δεύτερη, ίσως και τρίτη. Πρώτα ήρθαν η κατασκευή και το συναίσθημα. (Πηγή)

***

Η βασική ιδέα πηγάζει από μια σκέψη που είναι εντελώς κοινότοπη, αλλά με συναρπάζει: αν παίρνεις τη ζωή πραγματικά τόσο σοβαρά όσο, κατά βάθος, το κάνω κι εγώ, τότε πρέπει να έχεις επίγνωση της σημασίας κάθε, μα κάθε, μα κάθε στιγμής. Έχεις ευθύνη για κάθε στιγμή. Αυτό που κάνουμε αυτή τη στιγμή μπορεί να σημαίνει ότι, βγαίνοντας έξω, δεν θα σε χτυπήσει το λεωφορείο. Ό,τι κάνω από εδώ και πέρα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτή τη συνάντησή μας. Για πάντα. Μέχρι να πεθάνω. Τα πάντα επηρεάζονται από την πιο μικρή περίσταση.

Είναι μια πολύ αμφιλεγόμενη σκέψη. Αν όλα είναι σημαντικά, τότε τίποτα δεν είναι σημαντικό. Από την άλλη όμως, δεν το πιστεύω αυτό. Πρέπει να προκαλείς την τύχη, να την αμφισβητείς, και υπάρχει ένας δρόμος που πρέπει να ακολουθήσεις. Όλες οι πιθανότητες είναι εναντίον της Λόλα, αλλά στο τέλος φαίνεται πως δεν αλλάζει τη μοίρα της από καθαρή σύμπτωση. Εκείνο που αλλάζει τη μοίρα είναι η παθιασμένη, σχεδόν εμμονική επιθυμία της να αλλάξει το σύστημα μέσα στο οποίο είναι παγιδευμένη. Και αυτό το σύστημα είναι ο χρόνος. (Πηγή)

***

Δεν είναι κάτι που αποφασίζω συνειδητά, αλλά κάθε φορά που γράφω συνειδητοποιώ ότι, από τη δική μου εμπειρία, είναι συνήθως η γυναίκα μέσα σε μια σχέση εκείνη που τολμά περισσότερο να σπάσει τους κανόνες και να υπερβεί μια στάσιμη κατάσταση συμπεριφοράς. Είναι επίσης εκείνη που μπορεί ευκολότερα να απελευθερωθεί από ένα ήδη διαμορφωμένο σύστημα, ακριβώς επειδή η κοινωνία την έχει διαμορφώσει να ζει με αυτόν τον τρόπο. Οι άντρες, αντίθετα, είναι κοινωνικά διαμορφωμένοι ώστε να είναι συντηρητικοί.

Πρόσφατα είδα μια ταινία που είναι πραγματικό αριστούργημα, τον Πόλεμο των Ρόουζ του Ντάνι ΝτεΒίτο. Είναι απίστευτη, τόσο αναρχική. Ο Μάικλ Ντάγκλας ενσαρκώνει τον τυπικό άντρα. Είναι μια ταινία που αγγίζει κάθε στερεότυπο και καταλήγει να αποκαλύπτει την αλήθεια που κρύβεται μέσα του. Είναι ό,τι πιο ριζοσπαστικό μπορείς να φανταστείς. Εντυπωσιάστηκα πραγματικά. Είναι ένα κλασικό φιλμ για τις σχέσεις. (Πηγή)

***

Νομίζω ότι ο κόσμος αγαπά τις ιστορίες με εξαιρετικά περίτεχνη κατασκευή, αλλά η πραγματική τέχνη είναι να τις τυλίγεις μέσα σε κάτι που μοιάζει ανάλαφρο, χαρούμενο και εύκολο. Την περίπλοκη καρδιά που χτυπά στο εσωτερικό τους την ανακαλύπτεις σταδιακά, όσο παρασύρεσαι από κάτι πραγματικά διασκεδαστικό, συγκινητικό ή λυπηρό, ή απλώς συναρπαστικό και γεμάτο κινητική ενέργεια. Τέτοιες ταινίες εμφανίζονται κατά καιρούς.

Η τελευταία, υποθέτω, που αγάπησε τόσο πολύ ο κόσμος ήταν το Τα Πάντα Όλα (Everything Everywhere All at Once). Είναι μια ταινία τόσο άγρια, που κάποιες στιγμές χάνεσαι μέσα στην ίδια της την παραφορά. Και ύστερα, όταν αρχίζεις να τη συζητάς, συνειδητοποιείς πόσο απίστευτα σχολαστικά είναι δομημένη και κατασκευασμένη. Είναι μια εξαιρετικά ευφυής ταινία, στην οποία οι δημιουργοί έχουν αφιερώσει τεράστια σκέψη στις πιο μικρές λεπτομέρειες, τόσο στις ανατροπές της πλοκής όσο και στους χαρακτήρες. Είναι μια ταινία που αγαπά τη σκέψη και τη φιλοσοφική προοπτική, κι όμως παραμένει ταυτόχρονα ξεκαρδιστικά διασκεδαστική. Και επιπλέον, είναι και κοινωνικά επίκαιρη. (Πηγή)

Σχετικό Άρθρο
Info:

Η ταινία Τρέξε, Λόλα, Τρέξε κυκλοφορεί στα θερινά από την Danaos Films.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα