Ο Λουί Αραγκόν το 1951 στο γραφείο του στο Παρίσι. Martinie/Roger-Viollet/AFP

ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ, Ο ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ ΑΠΟ ΤΟ “ΝΤΑΝΤΑ” ΣΤΟΝ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΜΟ

Το Νταντά, ο σουρεαλισμός, ο Ρεμπώ και ο Μαρξ, η ρήξη με τον Μπρετόν, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, η Έλσα Τριολέ, η "αποσταλινοποίηση", η δημοσιογραφία, το τέλος, η παρακαταθήκη. Ένα μικρό πορτραίτο του Λουί Αραγκόν, 40 χρόνια μετά τον θάνατό του (24/12/1982).

Ο Λουί Αραγκόν έκανε έργο τέχνης την ίδια τη ζωή του, αφήνοντας τα “αποτυπώματά” του να σημαδέψουν μυθικά κινήματα όπως εκείνα του νταντά και του σουρεαλισμού. Δεν ένιωσε ότι όφειλε να απαντήσει σε κανένα πρόσταγμα της λογοτεχνίας, εφαρμόζοντας μια ενεργητική αντίσταση απέναντι σε κάθε καταναγκασμό και σε κάθε συμβόλαιο. Σήμερα, 40 χρόνια μετά τον θάνατό του (24/12/1982), το Magazine προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τις συνθήκες και τα κίνητρα των “μηνυμάτων” του, που γοήτευσαν με την ευφυΐα τους και την ανυπακοή τους.

Στην πορεία του Αραγκόν, συναντήθηκε η αισθητική και πολιτική επανάσταση μιας ολόκληρης γενιάς καλλιτεχνών με τάσεις αναρχισμού, με την ταραγμένη μεταμόρφωση μιας συνολικής τέχνης, που πέρασε διαδοχικά μέσα από παρορμητικές ιδέες προκλήσεων και ανατροπών, απορρίπτοντας και επανεγγράφοντας δυναμικές που οριοθέτησαν νέες ρηξικέλευθες αντιλήψεις, μέσα από μανιφέστα διαπεραστικών αισθήσεων και εκρηκτικών αποκαλύψεων.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΖΑΚ ΠΡΕΒΕΡ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΕ ΜΠΡΕΤΟΝ

Ο Λουί Αραγκόν την εποχή του ισπανικού εμφύλιου (1936-1939). Στον τοίχο, αριστερά, στη φωτογραφία, είναι ο φίλος του Αραγκόν, Ρώσος ποιητής, Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι. LAPI/Roger-Viollet/AFP

Ο Λουί Αραγκόν γεννήθηκε το 1897 στο Παρίσι, πιστεύοντας μέχρι τα 19 του ότι η μητέρα του ήταν αδελφή του και ο πατέρας του (30 χρόνια μεγαλύτερος από τη μητέρα του) νονός του. Έμαθε την αλήθεια λίγο πριν αναχωρήσει για το μέτωπο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1917) και το γεγονός ότι ο πατέρας του δεν τον αναγνώρισε ποτέ ως γιό του, σημάδεψε τον Λουί και επηρέασε αργότερα σε σημαντικό βαθμό την ποίησή του.

Στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου, στο Lycée Carnot, είχε συμμαθητές τους αδερφούς Πρεβέρ, Ζακ και Πιέρ και στη συνέχεια, όταν αποφοίτησε από το Λύκειο, συνέχισε τις σπουδές του στην ιατρική. Στο δεύτερο έτος της σχολής, γνωρίστηκε με τον επίσης φοιτητή ιατρικής, Αντρέ Μπρετόν, μια συνάντηση που θα αποδεικνυόταν καθοριστική και για τους δυο. Αραγκόν και Μπρετόν ήρθαν στη συνέχεια σε επαφή με τους ποιητές Γκιγιώμ Απολλιναίρ και Φιλίπ Σουπώ, διευρύνοντας έτσι έναν κύκλο που λίγα χρόνια μετά θα δημιουργούσε το κίνημα του υπερρεαλισμού.

ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ “ΝΤΑΝΤΑ”

Επιστολή του Ζακ Βασέ (από τις περίφημες "Lettres de guerre", δηλαδή τις "επιστολές του πολέμου", που γράφτηκαν το 1919) που απευθύνεται στους Αντρέ Μπρετόν, Λουί Αραγκόν και Τεοντόρ Φρανκέλ. ERIC FEFERBERG/AFP

Η πρώτη μεγάλη επιρροή πάντως, τόσο για τον Αραγκόν όσο και για τον Μπρετόν, υπήρξε ο Ζακ Βασέ (Γάλλος συγγραφέας και διανοούμενος), τον οποίο ο δεύτερος συνάντησε το 1915 στο νοσοκομείο της Νάντης, τραυματία πολέμου. Επιστρέφοντας ο Βασέ στο μέτωπο, έστειλε κάποιες επιστολές στους δυο φίλους του, τα περίφημα “Γράμματα του πολέμου” (“Lettres de guerre”), που οδήγησαν στη δημιουργία του Νταντά, ενός ανατρεπτικού κινήματος στη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες, στο οποίο κυριάρχησε η αισθητική αναρχία, η αντίθεση και η άρνηση.

Η εποχή του ντανταϊσμού, από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τη δεκαετία του ’30, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα είδος “Μεσαίωνα” που προετοίμασε μέσα στα σκοτάδια και τις κρίσεις, τη σουρεαλιστική “Αναγέννηση”, γόνιμη και επαναστατική, μια Αποκάλυψη στον χώρο της τέχνης και της σκέψης. Το νταντά ξεκίνησε ουσιαστικά το 1916, παράλληλα στη Νέα Υόρκη και τη Ζυρίχη, αν και αρκετοί είναι εκείνοι που θεωρούν πατέρα του κινήματος τον Γάλλο ζωγράφο Φρανσίς Πικαμπιά ήδη από το 1913.

Στη Ζυρίχη, στο περίφημο Cabaret Voltaire, ένα κέντρο καλλιτεχνικής ψυχαγωγίας που άνοιξε το 1916 ο Χούγκο Μπαλ, διαμορφώθηκε ο κεντρικός πυρήνας των ντανταϊστών, με αρχηγό τον ποιητή Τριστάν Τζαρά. Ένα χρόνο μετά, το 1917, κυκλοφόρησε το περιοδικό “Dada” με εκδότη τον Τζαρά, το οποίο στη συνέχεια μεταφέρθηκε από τη Ζυρίχη στο Παρίσι. Εκεί το Νταντά αναδείχθηκε ακόμα περισσότερο, κυρίως με τη συμμετοχή των Αραγκόν και Μπρετόν σε τεύχη του περιοδικού.

Ο ντανταϊσμός υπήρξε ένα πειραματικό κίνημα: δε δέχτηκε τίποτα ως δεδομένο, βγήκε από τα πλαίσια, εφηύρε φόρμες, απέρριψε όρια και σύνορα, γεννήθηκε από το τραύμα που άφησε στις νεαρές συνειδήσεις το “σφαγείο” που εγκαινιάστηκε το 1914 στην καρδιά της πολιτισμένης Ευρώπης των αξιών, της κουλτούρας και του ανθρωπισμού, αντιπροτείνοντας τον διεθνισμό, την πολυπολιτισμικότητα και την άρνηση κάθε πολιτιστικής ταυτότητας.

“Ο ΝΤΑΝΤΑΪΣΜΟΣ ΔΕ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΙΠΟΤΑ”

Ο Αντρέ Μπρετόν το 1927 στο Παρίσι, σε ηλικία 31 ετών. ALAMY/VISUALHELLAS.GR

Το Νταντά ήταν στην αρχή “το κίνημα” με την έννοια που θα έδινε ο Ρεμπώ, ένα “ξεκίνημα” εκτός συνόρων, μακριά από διαχωριστικές γραμμές, άκρως παραβατικό. Χαρακτηριστική ήταν η φράση του Τζαρά στο μανιφέστο του 1918: “Είμαι κατά των συστημάτων, το πιο αποδεκτό από τα συστήματα είναι εκείνο που δεν έχει κανένα σύστημα”. Ο ίδιος είχε “ορίσει” το ίδιο το κίνημα με πέντε απλές λέξεις: “Ο ντανταϊσμός δε σημαίνει τίποτα”. Δίνοντας στη συνέχεια ένα ξεκάθαρο μήνυμα: “Όχι οίκτος, μετά το μακελειό, μας μένει η ελπίδα μιας καθαρής ανθρωπότητας”.

Τελικά, το κίνημα αυτό αναγνωρίστηκε ως το μοναδικό ιστορικά πρωτοποριακό εγχείρημα που υποψιάστηκε έντονα την τέχνη, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα που είτε δημιουργήθηκαν για να “εγκατασταθούν” ως οριστικοί “κληρονόμοι” της, είτε θέλησαν να αποκαταστήσουν με απόλυτο τρόπο τη θρησκεία και τη λατρεία της αισθητικής που εκπροσωπούσαν. Όπως και να ‘χει, η δυσκολία υπήρξε στο να βρεθεί ένα αποκλειστικό “στιλ” του Νταντά και αυτό ήταν ένα βασικό – αν όχι το σημαντικότερο – στοιχείο που εμπόδισε το συγκεκριμένο κίνημα να έχει διάρκεια.

Όμως μέσα του, “σφυρηλατήθηκε” σε μεγάλο βαθμό η σχέση της τέχνης με την πολιτική (μέσα από τη ριζική κριτική των αξιών), ξεκινώντας από τις νωπές μνήμες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, περνώντας από την ανατρεπτική αναρχική – έστω και αφηρημένη – ροπή του και καταλήγοντας σε μια επαναστατική ιδεολογία, που επηρέασε ολόκληρη την αβανγκάρντ σκηνή, δίνοντάς μας και ένα παράδοξο: την “απομακρυσμένη” σχέση του με τον σουρεαλισμό.

Με την έννοια ότι ο σουρεαλισμός δεν ήρθε μετά το κίνημα του ντανταϊσμού για να το συνεχίσει ή να το αλλάξει, αντίθετα, εκπορεύτηκε μέσα από αυτό για να το σβήσει και να το διακόψει, για να το εμποδίσει να “βλάψει”. Κάπως έτσι λοιπόν, ακόμα και αν έναν αιώνα μετά, το Νταντά συνεχίζει να υπάρχει για τους ιστορικούς της τέχνης και της λογοτεχνίας, δεν απέκτησε υπόσταση για τη συλλογική μνήμη. Σίγουρα όμως άφησε τα “ίχνη” του, αυτά που θέλησε να εκφράσει, χωρίς να θέλει τίποτα να πει.

Η ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΝΤΑΝΤΑΪΣΤΕΣ

Ο Λουί Αραγκόν μαζί με τον Αμερικανό τραγουδιστή και ακτιβιστή Πολ Ρόμπσον, στο Συνέδριο των Παρτιζάνων της Ειρήνης στο Παρίσι (20/4/1949). ⓒ 1949 Jean-Jacques Levy/Associated Press

Επιστρέφουμε στον Αραγκόν, ο οποίος το 1922 εγκατέλειψε τις σπουδές του στην ιατρική και μαζί με τους Μπρετόν και Σουπώ, ίδρυσε το περιοδικό “Littérature”, εκδίδοντας την ίδια χρονιά το μυθιστόρημα “Οι περιπέτειες του Τηλέμαχου” (Les Aventures de Télémaque), ενώ έπιασε δουλειά ως γραμματέας του Ζακ Ντουσέ, φημισμένου σχεδιαστή μόδας και συλλέκτη έργων τέχνης. Τον Απρίλιο του 1922, μέσα από τις σελίδες του “Littérature”, ο Μπρετόν αποκήρυξε δημόσια το Νταντά, διαφωνώντας με τον Τριστάν Τζαρά.

Είχε προηγηθεί λίγες μέρες νωρίτερα, το συνέδριο των ντανταϊστών για “τον καθορισμό των κατευθύνσεων και την άμυνα του σύγχρονου πνεύματος”, που είχε προκαλέσει αντιφατικές αντιδράσεις και τελικά τη διάσπαση και την αποχώρηση πολλών μελών, ανάμεσά τους και του Αραγκόν, που ακολούθησε τον Μπρετόν στη νέα περιπέτεια. Αμέσως οργανώθηκε η πρώτη υπερρεαλιστική ομάδα και δυο χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1924, ο Μπρετόν κυκλοφόρησε το Μανιφέστο του νέου κινήματος.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Από την κηδεία του Πωλ Ελυάρ στο κοιμητήριο Pere-Lachaise των Παρισίων. Από αριστερά, ο Ζαν Κοκτώ, η κόρη του Ελυάρ, Σεσίλ, ο Λουί Αραγκόν, η σύζυγος του Ελυάρ, Ντομινίκ, ο Πάμπλο Πικάσο, η Έλσα Τριολέ (σύζυγος του Αραγκόν) και ο Βερκόρ (22/11/1952). ⓒ 1952 Jean-Jacques Levy/Associated Press

Παράλληλα ιδρύθηκε και το λογοτεχνικό περιοδικό με τίτλο “Η σουρεαλιστική επανάσταση” (La Révolution surréaliste), στο οποίο έγραψαν, ανάμεσα σε άλλους, ο Λουί Αραγκόν, ο Πωλ Ελυάρ, ο Ρενέ Κρεβέλ, ο Σαλβαδόρ Νταλί και ο Λουίς Μπουνιουέλ (το περιοδικό έκλεισε το 1929). Τον πυρήνα των σουρεαλιστών συμπλήρωσαν ποιητές όπως ο Ρομπέρ Ντεσνός, ο Μπενζαμίν Περέ και ο Ροζέ Βιτράκ, αλλά και καλλιτέχνες, όπως ο Μαξ Ερνστ, ο Τζουάν Μιρό, ο Αντρέ Μασόν και ο Μαν Ραίη.

Ο όρος “σουρεαλισμός” επινοήθηκε αρκετά νωρίτερα, το 1917, από τον Γκιγιώμ Απολλιναίρ, ο οποίος τον χρησιμοποίησε χαρακτηρίζοντας το θεατρικό του έργο “Οι μαστοί του Τειρεσία” (Les Mamelles de Tirésias) ως σουρεαλιστικό δράμα (drame surréaliste). Το κίνημα του σουρεαλισμού ξεκίνησε ουσιαστικά, όταν οι Μπρετόν και Σουπώ πειραματίστηκαν το 1919 με μια γραφή “μεταβλητής ταχύτητας”, την περίφημη “αυτόματη γραφή”, που παρουσιάστηκε στο κοινό τους βιβλίο “Les Champs magnétiques” (τα μαγνητικά πεδία).

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ

Ο Λουί Αραγκόν μαζί με τον Σοβιετικό συγγραφέα Αλεξάντερ Φαντέγιεφ στη Διάσκεψη των Παρτιζάνων της Ειρήνης στο Παρίσι (25/4/1949). ⓒ 1949 Jean-Jacques Levy/Associated Press

Στο Μανιφέστο του 1924, ο Μπρετόν έδωσε τον εξής ορισμό στον σουρεαλισμό: “Αυτοματισμός ψυχικός, καθαρός, με τον οποίο προτείνουμε να εκφράσουμε είτε προφορικά είτε γραπτά είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Υπαγορεύεται από τη σκέψη, ενώ απουσιάζει κάθε είδος ελέγχου από τη λογική, πέρα από κάθε αισθητικό ή ηθικό προβληματισμό. Ο σουρεαλισμός στηρίζεται στην πίστη μιας ανώτερης πραγματικότητας ορισμένων μορφών συσχετισμών που μέχρι τον ερχομό του είχαν παραμεληθεί, στην παντοδυναμία του ονείρου, σε ένα ανυστερόβουλο παιχνίδι της σκέψης. Τείνει να καταστρέψει οριστικά όλους τους άλλους ψυχικούς μηχανισμούς και να τους υποκαταστήσει στην επίλυση των κυριότερων προβλημάτων της ζωής”.

Την ίδια χρονιά με το Μανιφέστο, κυκλοφόρησε και η πραγματεία του Αραγκόν, “Une Vague de rêves” (Ένα κύμα ονείρων), μια ακόμα σημαντική “οριοθέτηση” του νέου κινήματος. Το 1926, στο βιβλίο του, “Ο χωρικός του Παρισιού” (Le Paysan de Paris), ο Αραγκόν δεν άφηνε πλέον κανένα περιθώριο παρερμηνείας στις προθέσεις του σουρεαλισμού: “Μην αμφιβάλλετε, οι εχθροί της τάξης κυκλοφορούν αυτό το φίλτρο του απόλυτου. Το περνούν κρυφά κάτω από τα μάτια των φυλάκων, με τη μορφή βιβλίων, ποιημάτων. Η ανώδυνη δικαιολογία της λογοτεχνίας, τους επιτρέπει να σας δίνουν σε μια τιμή ασυναγώνιστη αυτή τη θανατηφόρα ζύμη, της οποίας είναι καιρός να γενικεύσουμε τη χρήση”.

ΟΤΑΝ ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΝ ΡΕΜΠΩ ΚΑΙ ΜΑΡΞ

Σκίτσο του Αρθούρου Ρεμπώ από τον Γάλλο καλλιτέχνη Ερνέστ Πινιόν-Ερνέστ. ALAMY/VISUALHELLAS.GR

Οι σημαντικότερες επιρροές των σουρεαλιστών, ήταν τρεις Γάλλοι ποιητές του 19ου αιώνα, ο Στεφάν Μαλαρμέ, ο Λωτρεαμόν και – κυρίως – ο Αρθούρος Ρεμπώ. Σε αντίθεση με τον ντανταϊσμό, ο σουρεαλισμός διαδόθηκε παντού και η δυναμική του προκάλεσε την επιθυμία της επανάστασης. Αυτό που προτάθηκε στην ουσία, ήταν ότι η ποίηση και η λογοτεχνία θα μπορούσαν να δράσουν στο “πραγματικό”, να συμμετάσχουν στον μετασχηματισμό της κοινωνικής τάξης, να χρησιμεύσουν σαν επαναστατικό φίλτρο-δηλητήριο, προτού όμως επινοηθούν άλλες συγκεκριμένες μορφές συμμετοχής στο πολιτικό μέρος αυτής της μετατροπής.

Κάπου εκεί συναντήθηκαν δυο ξεχωριστές διατυπώσεις, το “να αλλάξουμε ζωή” του Ρεμπώ με το “να αλλάξουμε τον κόσμο” του Μαρξ, δυο συνθήματα τα οποία – σύμφωνα με τον Μπρετόν – “αποτελούν ένα για μας”. Μια στιγμή ορόσημο στην ιστορία του κινήματος, ήταν το πέρασμα από έναν τίτλο περιοδικού σε έναν άλλο: από τη “Σουρεαλιστική επανάσταση” του 1924, στον “Σουρεαλισμό στην υπηρεσία της Επανάστασης” που πρωτοκυκλοφόρησε το 1930.

ΑΡΑΓΚΟΝ ΚΑΙ ΜΠΡΕΤΟΝ ΣΤΟ PCF

Από αριστερά, Λοράν Καζανοβά (μέλος της ΚΕ του PCF), Μωρίς Τορέζ (γενικός γραμματέας του PCF), Πάμπλο Πικάσο, Λουί Αραγκόν και Ζαν Κοκτώ, από έκθεση του Πικάσο τον Δεκέμβριο του 1956 στη Νίκαια. ⓒ 1956 Paul Louis/Associated Press

Ήδη από το ξεκίνημα της δεκαετίας του ’20, Αραγκόν και Μπρετόν είχαν προσεγγίσει τον κομμουνισμό, θεωρώντας ότι ο σουρεαλισμός μπορούσε κάλλιστα να συμπεριλάβει ή να συστρατευτεί με την επανάσταση, άρα και με τις οργανώσεις εκείνες που χρησιμοποιούσαν επαναστατικό σχεδιασμό, όπως το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF) και η Κομμουνιστική Διεθνής. Τον Ιανουάριο του 1927, αμφότεροι – μαζί με τους Περέ και Ελυάρ – εντάχθηκαν στους κόλπους του PCF.

Το 1929, μετά την απέλαση του Τρότσκι από την ΕΣΣΔ, τα πρώτα ιδεολογικά ρήγματα εμφανίστηκαν στην ομάδα των σουρεαλιστών. Ο Αραγκόν αντιτάχθηκε στον Μπρετόν, κατηγορώντας τον για “δικτατορικές” εμμονές, επειδή απέρριπτε τον ρομαντισμό στην ποίηση, την οποία θεωρούσε ικανή μόνο για να εκφράσει το “ασυνείδητο”. Το 1930, έξι μήνες μετά την αυτοκτονία του Μαγιακόφσκι, ο Αραγκόν στάλθηκε στο Χάρκοβο για να εκπροσωπήσει τους σουρεαλιστές στο συνέδριο των επαναστατικών συγγραφέων.

Ο ΑΡΑΓΚΟΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΙ ΤΟΥΣ ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΕΣ

Ο Λουί Αραγκόν εκφωνεί λόγο στο Συνέδριο των Παρτιζάνων της Ειρήνης στο Παρίσι (25/4/1949). ⓒ 1949 Jean-Jacques Levy/Associated Press

Ήδη όμως, η σκληροπυρηνική πτέρυγα του PCF, είχε κατηγορήσει ανοιχτά τη σουρεαλιστική ομάδα για αναρχισμό. Ο Αραγκόν συμφώνησε με αυτή την “ορθόδοξη” γραμμή και επιστρέφοντας στη Γαλλία, δημοσίευσε το ποίημα “Front rouge” (Κόκκινο μέτωπο), μια ωδή στην ΕΣΣΔ και τον μαρξισμό-λενινισμό, μέσα από την οποία καλούσε σε βίαιες ενέργειες, καταγγέλλοντας παράλληλα τη σουρεαλιστική αισθητική και τους ρεφορμιστές της. Ο Μπρετόν δεν άργησε να αντιδράσει.

Η οριστική ρήξη επήλθε το 1932, με τον Μπρετόν να υπερασπίζεται το δικαίωμα του Αραγκόν να εκφράζεται ελεύθερα, αλλά να αντιτάσσεται κάθετα στις προθέσεις και τις επιλογές του. Δυσαρεστημένος ο Αραγκόν από αυτή την εξέλιξη, διαχώρισε τον εαυτό του από τις θέσεις των σουρεαλιστών, αποφασίζοντας να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο. Αμέσως αναχώρησε για την ΕΣΣΔ μαζί με τη σύντροφό του (και σύζυγό του από το 1939) Έλσα Τριολέ (αδελφή της Λίλια Μπρικ, μούσας και ερωμένης του Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι), όπου παρέμεινε για ένα χρόνο.

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΡΕΤΟΝ

Ο Αντρέ Μπρετόν σε ομιλία του το 1962 στο Παρίσι. ⓒ 1962 Associated Press

Σε αρκετά του ποιήματα επιδοκίμασε την τρομοκρατία του σταλινικού καθεστώτος, όπως στο “Vive le Guépéou” (“Ζήτω η GPU”, η τότε μυστική αστυνομία της ΕΣΣΔ) από τη συλλογή του 1934, “Hourra l’Oural”. Από το 1933, έχοντας επιστρέψει στη Γαλλία, ο Αραγκόν ξεκίνησε να γράφει στην εφημερίδα L’Humanité, επίσημο όργανο τότε του PCF, θέση που κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στη στήλη του δημοσίευσε πολλά ποιήματα πολιτικού περιεχομένου, αφιερώνοντας ένα εξ αυτών, στον Μωρίς Τορέζ, ηγέτη του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και υποστηρικτή του Στάλιν.

Το 1935, στη διάρκεια του “Διεθνούς Συνεδρίου συγγραφέων για την υπεράσπιση του πολιτισμού”, βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με τον Αντρέ Μπρετόν, όταν ο τελευταίος θέλησε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία για να υπερασπιστεί από το βήμα τον Ρώσο συγγραφέα και ιστορικό, Βικτόρ Σερζ, αντιφρονούντα και εξόριστο-φυλακισμένο από το σταλινικό καθεστώς στο Όρενμπουργκ. Ο Αραγκόν πήρε τον λόγο και μίλησε για οπορτουνίστικες πρακτικές της αντιπολίτευσης του Τρότσκι, κάνοντας φανερό το χάσμα που χώριζε πλέον πολιτικά τον ίδιο από τον πρώην σύντροφο και συνεργάτη του.

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΟΡΓΑΣΜΟΣ

Ο Λουί Αραγκόν στην "Fête de l'Humanité" του 1973, την ετήσια εκδήλωση που διοργανώνει η γαλλική εφημερίδα L'Humanité στο Παρίσι (9/9/1973). ⓒ 1973 Cardenas/Associated Press

Ο Μπρετόν είχε ήδη εγκαταλείψει το PCF, ακολουθώντας τους τροτσκιστές, ενώ το 1938 συνάντησε στο Μεξικό τον Λέοντα Τρότσκι, ο οποίος είχε απελαθεί από το 1929 από την ΕΣΣΔ. Στο μεταξύ, ο Αραγκόν, πέρα από τη στήλη του στην L’Humanité, ανέλαβε από το 1933 τη θέση του αρχισυντάκτη στην εφημερίδα Commune, επίσημο όργανο της AEAR (Ένωση Επαναστατών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών) και φίλα προσκείμενης στο PCF, ένα έντυπο το οποίο από τη μια ήθελε να ορίσει την προλεταριακή κουλτούρα και λογοτεχνία στη Γαλλία και από την άλλη, στόχευε σε ένα κοινό μέτωπο διανοούμενων και καλλιτεχνών κατά του φασισμού.

Από το 1938, ο Αραγκόν έγινε διευθυντής της Commune και συμμετείχε ενεργά στην κινητοποίηση των Γάλλων διανοούμενων υπέρ της Ισπανικής Δημοκρατίας και των δημοκρατικών δυνάμεων στον ισπανικό εμφύλιο. Τον Μάρτιο του 1937, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είχε καλέσει τον Αραγκόν να αναλάβει τη διεύθυνση της νέας απογευματινής εφημερίδας Ce soir, μαζί με τον συγγραφέα και κριτικό, Ζαν Ρισάρ Μπλοκ, σε μια προσπάθεια να ανταγωνιστεί την συντηρητική Paris-soir.

Ο Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Ο Λουί Αραγκόν και η σύζυγός του, Έλσα Τριολέ, σε φωτογραφία της δεκαετίας του '60. ALAMY/VISUALHELLAS.GR

Η Ce soir τέθηκε εκτός νόμου τον Αύγουστο του 1939 και επανακυκλοφόρησε μετά την Απελευθέρωση και πάλι με τον Αραγκόν στη θέση του διευθυντή, στην οποία και παρέμεινε μέχρι το οριστικό της κλείσιμο τον Μάρτιο του 1953. Το 1939 ο Αραγκόν παντρεύτηκε την Έλσα Τριολέ και μαζί συνεργάστηκαν με τα αριστερά μέσα ενημέρωσης πριν και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, περνώντας στην παρανομία σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Ο Αραγκόν πήρε μέρος στη μάχη της Γαλλίας και μάλιστα παρασημοφορήθηκε με τον Πολεμικό Σταυρό και το στρατιωτικό μετάλλιο εξαίρετων πράξεων. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την νίκη των Ναζί, κατέφυγε στον Νότο και μαζί με άλλους ποιητές όπως ο Ελυάρ και ο Ντεσνός, προσχώρησε στην Αντίσταση. Στο μεταξύ, οι Γερμανοί κατακτητές είχαν βάλει τον Αραγκόν και τα έργα του στη μαύρη λίστα. απαγορεύοντας την κυκλοφορία τους στη Γαλλία.

ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΟΥ PCF

Από αριστερά, ο Σοβιετικός συγγραφέας Ίλια Έρενμπουργκ, ο Λουί Αραγκόν και ο Αμερικανός συγγραφέας Γουίλιαμ Ντι Μπόις, όλοι μέλη της Διάσκεψης των Παρτιζάνων της Ειρήνης στο Παρίσι (19/4/1949). ⓒ 1949 Jean-Jacques Levy/Associated Press

Οι μνήμες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καταγράφηκαν σε ποιήματα που ο Αραγκόν έγραψε μετά την Απελευθέρωση, με πλέον χαρακτηριστικό το “Strophes pour se souvenir” (1955), προς τιμήν 23 εκτελεσμένων Παρτιζάνων από τους Ναζί τον Φεβρουάριο του 1944 στα περίχωρα του Παρισιού. Με αλλαγμένο τίτλο (“L’Affiche rouge”) μελοποιήθηκε από τον Μονεγάσκο τραγουδοποιό Λέο Φερέ και κυκλοφόρησε το 1961 στο άλμπουμ του, “Les Chansons d’Aragon”.

Μετά το τέλος του πολέμου, ο Αραγκόν, αναγνωρισμένος πλέον ως ένας εκ των κορυφαίων κομμουνιστών διανοούμενων, έγινε μέλος της Εθνικής Επιτροπής Συγγραφέων (Comité national des écrivains). Με αυτή του την ιδιότητα, υπερασπίστηκε την καταδίκη του καθεστώτος του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία από την Κομινφόρμ (επίσημη κεντρική οργάνωση του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος από το 1947 έως το 1956). Με την υποστήριξη του Μωρίς Τορέζ, εξελέγη το 1950 μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του PCF, θέση που διατήρησε μέχρι τον θάνατό του.

Η “ΑΠΟΣΤΑΛΙΝΟΠΟΙΗΣΗ” ΤΟΥ ΑΡΑΓΚΟΝ

Συνεδρίαση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCF) τον Μάρτιο του 1980 στο Παρίσι. Από αριστερά, Μίκης Θεοδωράκης, Πιέρ Ζαρκά (γραμματέας της κομμουνιστικής νεολαίας), Ζορζ Σεγκί (γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών), Ζορζ Μαρσέ (γραμματέας του PCF) και Λουί Αραγκόν. KEYSTONE/ALAMY/VISUALHELLAS.GR

Το 1956, μετά το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, υπήρξε ιδιαίτερα επικριτικός απέναντι στον Νικίτα Χρουστσόφ για τη σκληρή κριτική του τελευταίου κατά του Στάλιν, όμως πολύ γρήγορα η στάση του άλλαξε, κυρίως επειδή η ρωσικής καταγωγής σύζυγός του, Έλσα, τον ενημέρωσε για τα πεπραγμένα του “Ατσάλινου” στη Σοβιετική Ένωση. Στο τέλος του 1956 υποστήριξε την Ουγγρική εξέγερση (κάτι που οδήγησε στη διάλυση του Comité national des écrivains), παρόλα αυτά, την επόμενη χρονιά τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Λένιν Ειρήνης.

Όταν το 1953 η Ce soir έκλεισε οριστικά, ο Αραγκόν ανέλαβε διευθυντής στο λογοτεχνικό ένθετο της L’Humanité, “Les Lettres françaises” (Γαλλικά γράμματα). Μέσα από τις σελίδες του ένθετου, ξεκίνησε σε όλη τη δεκαετία του ’60 έναν αδυσώπητο αγώνα κατά του σταλινισμού και των συνεπειών του στην Ανατολική Ευρώπη, δημοσιεύοντας έργα αντιφρονούντων, όπως του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν και του Μίλαν Κούντερα. Συνέχισε να καταδικάζει τον σοβιετικό ολοκληρωτισμό, το ίδιο και τις δίκες διανοούμενων στην ΕΣΣΔ, όπως εκείνη των Σινιάφσκι και Ντανιέλ το 1966.

Υποστήριξε σθεναρά τον Μάη του ’68 (παρά το γεγονός ότι το PCF διατήρησε άκρως επιφυλακτική στάση) και στο τέλος της ίδιας χρονιάς καταδίκασε απερίφραστα την εισβολή στην Πράγα, γράφοντας ένα πύρινο κείμενο που δημοσιεύτηκε ως πρόλογος στη γαλλική μετάφραση του βιβλίου του Κούντερα, “Το αστείο”. Πέρα από τη δημοσιογραφική και συγγραφική του ενασχόληση, ο Αραγκόν υπήρξε και διευθύνων σύμβουλος του εκδοτικού οίκου “Editeurs français réunis” (EFR).

Από τη δεκαετία του ’50, ο EFR κυκλοφόρησε έργα Γάλλων και Σοβιετικών συγγραφέων που σχετίζονταν με το ρεύμα του “σοσιαλιστικού ρεαλισμού”. Πέρα από αυτούς, ο Αραγκόν ενέκρινε και επιμελήθηκε εκδόσεις έργων πολλών γνωστών συγγραφέων και ποιητών, όπως ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Νικολάς Γκιγέν. Το 1970 έχασε τη σύζυγό του, Έλσα, από έμφραγμα και δυο χρόνια αργότερα, το 1972, σταμάτησε η κυκλοφορία του λογοτεχνικού ένθετου της L’Humanité λόγω έλλειψης χρηματοδότησης.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Ο Λουί Αραγκόν σε φωτογραφία της δεκαετίας του '60. Jean-Régis Roustan/Roger-Viollet/AFP

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Αραγκόν συνέχισε τη συγγραφή, επιστρέφοντας στις σουρεαλιστικές του ρίζες. Πέθανε στις 24 Δεκεμβρίου του 1982, σε ηλικία 85 ετών και ενταφιάστηκε στο πάρκο Moulin de Villeneuve, δίπλα στην Έλσα Τριολέ, στα περίχωρα του Παρισιού. Σήμερα συνεχίζει να είναι ένας από τους δημοφιλέστερους Γάλλους ποιητές, κυρίως επειδή πολλά από τα ποιήματά του μελοποιήθηκαν από Γάλλους τραγουδοποιούς (Φερέ, Φεράτ, Μπρασένς, Ταλ, Μπαριέρ κ.ά.).

Ο Λουί Αραγκόν διέγραψε μια δύσκολη πορεία, χρησιμοποίησε λογοτεχνικούς ελιγμούς, ονειρεύτηκε μια απόλυτη εξέγερση και μια ολοκληρωτική ανυπακοή, θέλησε να δημιουργήσει φως, συνέδεσε αρχικά την προσωπική του επανάσταση με τις βαριές “βεβαιότητες” του PCF, τον δογματισμό, τον Μαρξ και τον Στάλιν, συνειδητοποίησε την καταστροφή της όποιας υπόστασης μέσα στο Νταντά, έγραψε το “Αιδοίο της Ειρήνης” θυμίζοντας ότι η πορνογραφία έχει σύνθετη υπόσταση, κινήθηκε “εκτός συνόρων” στον περιρρέοντα χώρο του σουρεαλισμού, συναντήθηκε με το τέρας του πολέμου στο μέτωπο, πέρασε τελικά το πολιτικό στοιχείο από την άλλη πλευρά του καθρέφτη, περιπλανήθηκε έξω από τη Σορβόννη αφουγκραζόμενος τους φοιτητές, “χάθηκε” στα παρισινά προάστια ξαναζωντανεύοντας τους δαίμονες της πόλης…

* Πηγές: poetryfounation.org, theartstory.org, oxfordreference.com, leftinparis.org, nytimes.com, Larousse Le Siécle Rebelle, wiki

Ακολουθήστε το News24/7 στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα