Keystone Press Agency/ZUMA Press Wire)

“ΟΤΑΝ ΧΤΥΠΗΣΕΙΣ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, ΥΣΤΕΡΑ ΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΔΥΟ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕ ΜΟΥ”

Πενήντα χρόνια πριν, στην πρωτομαγιά του 76, ο Αλέκος Παναγούλης αφήνει την τελευταία του πνοή μέσα στο Μιριαφιόρι που οδηγούσε στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης. Σύμβολο της αντίστασης κατά της χούντας, αλύγιστος, ρομαντικός και επαναστάτης. Η ζωή του κράτησε λίγο, ο θρύλος του μένει ακόμα ζωντανός…

Η μαζική συγκέντρωση της εργατικής Πρωτομαγιάς το 1976 φορτίστηκε πολύ έντονα, όταν κάποια στιγμή μεταδόθηκε από τα μεγάφωνα η είδηση που διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα το πλήθος: “Ο Αλέκος Παναγούλης σκοτώθηκε τα ξημερώματα”.

Το σύμβολο της αντίστασης στη χούντα, που είχε καταρρεύσει δυο χρόνια πριν, με την κυπριακή τραγωδία ανεξίτηλο στίγμα της προδοσίας των Ελλήνων επίορκων αξιωματικών, που είχαν βάλει τη χώρα στο γύψο για εφτά χρόνια. Το σύμβολο, ο ήρωας που δε λύγισε ποτέ, όπως έγραφε πριν από τέσσερα χρόνια ο Θανάσης Κρεκούκιας.

Αυτός που αποπειράθηκε να εξαφανίσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, που βασανίστηκε και … βασάνισε τους βασανιστές του, με την σθεναρή του στάση και τις αποδράσεις του, ο ποιητής της φυλακής, ο ρομαντικός επαναστάτης που καταδικάστηκε δις εις θάνατο, αυτός που δεν ανεχόταν τα σταγονίδια της χούντας να ραντίζουν τη νεοσύστατη δημοκρατία, έφυγε τα ξημερώματα της 1ης Μαΐου πριν από μισό αιώνα.

Δεν είχε κλείσει ακόμα τα 36, όταν το Μιραφιόρι που οδηγούσε με ταχύτητα στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης ξέφυγε της πορείας του και κατέληξε στη ράμπα ενός φανοποιείου.

Η σύγκρουση σφοδρή. Ένας διερχόμενος ταξιτζής μαζί με τον πελάτη του ανασύρουν τον ανεξάρτητο βουλευτή από το πίσω μέρος του Fiat. Είχε εκλεγεί το 1974 με την Ενωση Κέντρου/Νέες Δυνάμεις του Γεωργίου Μαύρου. Αλλά η προδικτατορική Ε.Κ, δεν είχε καμιά σχέση με εκείνη της Μεταπολίτευσης. Διαφώνησε με την ηγεσία και κυρίως δεν μπορούσε να συνυπάρξει στο ίδιο κόμμα με τον Δ.Τσάτσο, για τον οποίο είχε απτές αποδείξεις ότι συνεργάστηκε με το καθεστώς τον συνταγματαρχών. Κάπως έτσι αποχώρησε από την ΕΚ/ΝΔ και συνέχισε, μοναχικός καβαλάρης, τη δράση του.

Το πρωτοσέλιδο της "Ελευθεροτυπίας" αμέσως μετά το θάνατο του Αλέκου Παναγούλη

Ο Παναγούλης διακομίζεται στο νοσοκομείο, αλλά είναι ήδη νεκρός. Η πρώτη μετάδοση της είδησης στο (κρατικό) ραδιόφωνο κάνει λόγο για δολοφονία. Διορθώνεται αργότερα, αλλά το λαϊκό αίσθημα και ο Τύπος, συμφωνούν ότι το δυστύχημα έκρυβε κάτι περισσότερο.

Δυο εβδομάδες πριν, ο Παναγούλης είχε δώσει στον δημοσιογράφο Γιάννη Φάτση, ένα μέρος των αρχείων της ΕΑΤ/ΕΣΑ, για τη δράση της στη διάρκεια της δικτατορίας. Η δημοσίευση από τα “Νέα” προκαλεί σάλο, επεμβαίνει ο στρατιωτικός επίτροπος Μιχάλης Ζούβελος και η εφημερίδα αναγκάζεται να σταματήσει τις δημοσιεύσεις!

Η σύγκρουση του Παναγούλη με τον Ευάγγελο Αβέρωφ, πανίσχυρο υπουργό Εθνικής Άμυνας στην κυβέρνηση του ιδρυτή της ΝΔ, Κωνσταντίνου Καραμανλή, δημοσιοποιείται.

Ο Γιώργος Βότσης, θυμίζει σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία την επερώτηση του Παναγούλη προς τον Αβέρωφ, για την προαγωγή σε υποστράτηγους εφτά ταξιαρχών, οι οποίοι είχαν ενεργό ρόλο στο πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στην Κύπρο.

Ο δημοσιογράφος αποκαλύπτει τον διάλογο του βουλευτή με τον Υπουργό, παραμονή του δυστυχήματος

“Θα σε τινάξω στον αέρα” απειλεί ο Παναγούλης

“Θα σε συντρίψω” απαντάει ο Αβέρωφ.

Ο μετέπειτα αρχηγός της ΝΔ διαψεύδει τους διαλόγους, αλλά επιβεβαιώνει την επικοινωνία με τον Παναγούλη. Σύμφωνα με τον Βότση τα αρχεία της ΕΣΑ που δημοσίευαν τα ΝΕΑ, ήταν ένα μέρος των εγγράφων που είχε στα χέρια του ο αντιστασιακός βουλευτής, ο οποίος είχε πολλά στοιχεία για τις διασυνδέσεις του κρατικού μηχανισμού με την δικτατορία.

 

Το Mirafiori του Αλέξανδρου Παναγούλη στραπατσαρισμένο στην ράμπα του φανοποιείου, όπου άφησε την τελευταία του πνοή Keystone Press Agency/ZUMA Press Wire)

Επέμενε ότι μέλη της κυβέρνησης και το βιομηχανικό κατεστημένο είχαν στενές σχέσεις με τους δικτάτορες και θα το αποδείνκυε, προκαλώντας πολιτικό σεισμό.Οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Ο Παναγούλης λίγο πριν από το θάνατο του, μιλώντας στους συνεργάτες του εκμυστηρευόταν τις ανησυχίες του.

Εν τω μεταξύ κι ενώ η κηδεία του  στις 5 Μαΐου μετατρέπεται σε παλαϊκό συλλαλητήριο κατά της χούντας (πάνω από ένα εκατομμύριο πολίτες την παρακολουθούν) και υπέρ της κάθαρσης, εμφανίζεται στο προσκήνιο ο Μιχάλης Στέφας.Είναι ένας 31χρονος βιοτέχνης, που ομολογεί την πρόσκρουση του δικού του αυτοκινήτου με το Fiat του Παναγούλη, που έχασε τον έλεγχο και κατέληξε στην είσοδο του ημιυπόγειου φανοποιείου…

Η εκδοχή του δυστυχήματος επιβεβαιώνεται και επισήμως, αλλά υπάρχουν και δημοσιεύματα για την ύπαρξη και άλλων αυτοκινήτων, που σχεδόν καταδίωκαν τον Παναγούλη. Τίποτε δεν αποδεικνύεται, ωστόσο.

Στη Δίκη, που γίνεται σχεδόν ένα χρόνο μετά, η μητέρα του, μια σπουδαία γυναίκα, η Αθηνά Παναγούλη, εκφράζει την απόλυτη βεβαιότητα της ότι πρόκειται για δολοφονία, ενώ ένας μάρτυρας καταθέτει ότι είδε τρία αυτοκίνητα πίσω από το μιραφιόρι του 36χρονου βουλευτή.

Το Δικαστήριο επιβάλει ποινή 3.5 ετών στον Στέφα, που μετά από έφεση μειώνεται στους 11 μήνες.

Η "Ελευθεροτυπία" μετά την κηδεία και τα ρεπορτάζ πλέον για το τι συνέβη στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης

Ο Αλέκος Παναγούλης, ωστόσο, έχει ξαναγίνει σύμβολο. Τα τεράστια “ΖΕΙ” που ξεφυτρώνουν στην κηδεία του και στους τοίχους της Αθήνας δεν αφορούν τον Γρηγόρη Λαμπράκη, αλλά έναν άλλο αδικοχαμένο αγωνιστή.

Αναζητώντας την κάθαρση

Θυμάμαι ακόμα τις φορτισμένες συζητήσεις των δικών μου στο άκουσμα της τραγικής είδησης. Κανείς δεν πίστευε την εκδοχή του δυστυχήματος. Οι περιγραφές των εφημερίδων αναλυτικές. Μικρό παιδί, δεν καταλάβαινα πολλά. Αργότερα, συνειδητοποίησα πως είχε διαμορφωθεί το κλίμα εκείνα τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης και γιατί η δράση του Παναγούλη είχε ενοχλήσει.

Η χούντα αποτελούσε παρελθόν, η κάθαρση, όμως, δεν είχε επέλθει. Η απόφαση του Άρειου Πάγου να θεωρήσει ότι το έγκλημα των συνταγματαρχών του 1967 δεν ήταν διαρκές, αλλά στιγμιαίο, περιόρισε τη δίκη των πρωταιτίων μόνο στα γεγονότα της νύχτας που καταλύθηκε η Δημοκρατία (και όχι συνολικά η εφτάχρονη δικατορία). Η άψογη διεξαγωγή από τον Ιωάννη Ντεγιάννη και τους υπόλοιπους εφέτες, η καταδίκη σε θάνατο (που μετατράπηκε σε ισόβια) των Παπαδόπουλου, Παττακού και Μακαρέζου, διέσωσε το γόητρο της Δημοκρατίας, ωστόσο, στις άλλες δυο δίκες, των βασανιστών του ΕΑΤ/ΕΣΑ και του Πολυτεχνείου η δικαιοσύνη δεν αποδόθηκε πλήρως.

Συν τοις άλλοις ο μηχανισμός της χούντας παρέμενε αλώβητος. Η λήθη αντί της κάθαρσης, πολλές φορές εξόργιζε.

Ο Παναγούλης δεν ήταν ένας τυχαίος  βουλευτής. Η δράση του εναντίον της δικτατορίας, η αλύγιστη στάση του, είχε διεγείρει τις συνειδήσεις ακόμα και εκείνων που δεν τολμούσαν να πουν όχι στους συνταγματάρχες. Οι αποκαλύψεις του δεν ήταν μόνο ενοχλητικές, αλλά και επικίνδυνες. Βόλευε καλύτερα να σιωπήσει…

Αναζητώντας την κάθαρση. Ο Αλέκος Παναγούλης λίγο μετά την Μεταπολίτευση Keystone Press Agency/ZUMA Press Wire)

Ήδη στα χείλη όλων ακόμη κι εκείνων που δεν ήξεραν ότι είχε γράψει τους στίχους στο “πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες, οδηγοί της ελπίδας οι πρώτοι νεκροί”, ή το ποίημα, επίσης μελοποιημένο από τον Μίκη, για το Νικηφόρο Μανδηλαρά “δεν θα τολμήσουν έλεγες, δεν έχουν άλλο δρόμο σ’ απαντούσα, αυτός ο δρόμος θα’ ναι ο τάφος τους…”

Ανάμεσα στα βασανιστήρια και τα ατέλειωτα μερόνυχτα στο κελί του στο Μπογιάτι, ο Παναγούλης έγραφε και ποιήματα, τα οποία εκδόθηκαν αργότερα στην Ιταλία, με πρόλογο μάλιστα του Πιερ Πάολο Παζολίνι…

Ο Θεοδωράκης του αφιερώνει το 1974 τους δικούς του στίχους: “Όταν χτυπήσεις δυο φορές, ύστερα τρεις και πάλι δυο, Αλέξανδρέ μου. 
Θα `ρθω για να σ’ ανοίξω, θα σου `χω φαγητό ζεστό, θα σου `χω ρούχο καθαρό
Γωνιά για να σε κρύψω…”

Και στο επόμενο ρεφρέν: “Θα δω το πρόσωπό σου, στα μάτια κρύβεις δυο φωτιές, στα στήθη σου χίλιες καρδιές, μετράνε τον καημό σου” 

Δεν θα μπορούσε κανείς να περιγράψει καλύτερα τον φλογισμένο ήρωα. Είχε προλάβει ήδη να γίνει θρύλος της αντίστασης. Παράτολμος, αποφασισμένος να αντισταθεί από νωρίς στη δικτατορία, όπως έκανε ο μεγαλύτερος αδερφός του Γιώργος, ο εξαφανισμένος αξιωματικός των ΛΟΚ, που είχε λιποτακτήσει, προσπάθησε να διαφύγει στο εξωτερικό, πιάστηκε στο Ισραήλ και εξαφανίστηκε από το καράβι που τον μετέφερε στην Αθήνα.

Σε ένα διαβολικό αντάμωμα της μοίρας, όταν τον συνέλαβαν μετά την απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου, αστυνομικοί και στρατιωτικοί, ακόμα και οι εφημερίδες πίστευαν ότι είχαν βρει τον υπολοχαγό των καταδρομών: “Από μια ομαδική ψύχωση, όλοι αναγνώριζαν στο πρόσωπό μου τον αδερφό μου…” είχε πει σε μια από τις συνεντεύξεις του, μετά το τέλος της χούντας και του δικού του μαρτυρίου ο Αλέκος Παναγούλης.

Σκοτώνοντας (παραλίγο) τον τύραννο

Λιποτάκτης από την στρατιωτική του θητεία και ο ίδιος, καθώς δεν ανεχόταν να υπηρετήσει τον στρατό που είχε επιβάλει τη δικτατορία, ο άλλοτε νεολαίος της ΕΔΗΝ που ήθελε να συναντηθεί με τον Γεώργιο Παπανδρέου για να του αναλύσει τους φόβους του για τη χούντα, βρέθηκε στην Κύπρο και αργότερα στην Ιταλία.

Από την αρχή τάχθηκε υπέρ της ένοπλης πάλης κατά των συνταγματαρχών, θεωρώντας ότι μόνο έτσι θα αφυπνίζονταν οι συνειδήσεις, αλλά θα είχε σημαντικό πρόβλημα και η ίδια η χούντα. Ο Παναγούλης ίδρυσε την οργάνωση “Ελληνική Αντίσταση”, ο ίδιος πήρε το προσωνύμιο “ανίκητος”, λίγοι ήξεραν το ονοματεπώνυμο του. Ότι ήταν γιος του Βασίλη Παναγούλη, πρώην αξιωματικού του στρατού ξηράς και της Αθηνάς Κακαβούλη. Ο μικρότερος αδερφός του Στάθης, είχε συλληφθεί και αυτός, όταν αποφυλακίστηκε έφυγε για την Ιταλία για να ενταχθεί και αυτός στο γκρουπ των ανθρώπων που οραματίζονταν ένα ξεσηκωμό εναντίον της δικτατορίας.

Ο "Ελεύθερος Κόσμος" ημιεπίσημο όργανο της χούντας, πιστεύει ότι πιάστηκε ο αδερφός του Αλέκου Παναγούλη, Γιώργος. Η φωτογραφία με το μαγιό, χαρακτηριστική

Ο Αλέκος ονομάζει το μαχητικό τμήμα της Ελληνικής Αντίστασης, ΛΑΟΣ (Λαϊκος Αντιστασιακός Συναγερμός)

Στην Ιταλία συλλαμβάνεται το σχέδιο εξόντωσης του δικτάτορα Παπαδόπουλου, επειδή “αν σκοτωνόταν ο άνθρωπος που κινούσε τα νήματα, θα άρχιζε από τη μια η κατάρρευση της χούντας και από την άλλη θα γιγαντωνόταν το λαϊκό κίνημα”. Ο ίδιος φανατικός πολέμιος της θανατικής ποινής δήλωνε χρόνια μετά ότι “εκείνη την ώρα δεν σκεφτόμουν ότι θα δολοφονήσω έναν άνθρωπο, αλλά τον τύραννο”

Μετά την ανατίναξη της λιμουζίνας που μετέφερε τον Παπαδόπουλο από την βίλα (δώρο του Αριστοτέλη Ωνάση) στο Γραφείο του, οι υπόλοιποι συντροφοί του θα αναστάτωναν την Αθήνα, με σκασμένα λάστιχα αυτοκινήτων, εμπρηστικές βόμβες. Κάπως έτσι θα αποδιοργαωνόταν ο κρατικός μηχανισμός και ο Παναγούλης θα είχε πιο εύκολη διαφυγή.

Ο σχεδιασμός προέβλεπε και συντονισμένες ενέργειες στην κηδεία του δικτάτορα. Έμοιαζαν με ουτοπία, όλα αυτά; Ίσως. Ο Παναγούλης πάντως και οι συντροφοί του, έχοντας επιστρέψει στην Ελλάδα από την Ιταλία, μελετούσαν για μέρες τη διαδρομή του Παπαδόπουλου και επιλέγουν την στροφή ανάμεσα στο 31ο και το 32ο χιλιόμετρο, για να πυροδοτήσουν τα εκρηκτικά, που λέγεται ότι είχαν έρθει από την Κύπρο, με ενέργειες του αμφιλεγόμενου υπουργού Πολύκαρπου Γιωρκάτζη…

Στις 13 Αυγούστου του 1968 όλα είναι έτοιμα. Η αυτοκινητοπομπή του δικτάτορα ξεκινάει τη παραλιακή διαδρομή της. Ο Παναγούλης φοράει ένα μαγιό, ώστε μόλις πυροδοτήσει το μηχανισμό, να κολυμπήσει σε ένα κοντινό σημείο όπου θα τον περίμενε μια βενζινάκατος.

Ο Παναγούλης μεταφέρεται με συνοδεία φανερών και μυστικών αστυνομικών στο Στρατοδικείο Keystone Press Agency/ZUMA Press Wire)

Είτε γιατί τα εκρηκτικά δεν ήταν τόσο ισχυρά, είτε γιατί δεν υπήρξε απόλυτος συγχρονισμός, η απόπειρα αποτυγχάνει. Ο Παναγούλης πέφτει στη θάλασσα, αλλά δεν καταφέρνει να διαφύγει. Η βενζινάκατος απομακρύνεται στα ανοιχτά. Κρύβεται στα βράχια και μετά από περίπου δυο ώρες τον συλλαμβάνουν. Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει μια σχεδόν πενταετής βασανιστική διαδρομή. Του σακατεύουν το κορμί, προσπαθούν να τον λυγίσουν, ωστόσο δεν μπορούν να νικήσουν το ελεύθερο πνεύμα του.

Στο αυτοκίνητο του σβήνουν τα τσιγάρα πάνω του, τον χτυπάνε ζητώντας να αποκαλύψει τα ονόματα των συντρόφων του, πέφτουν πάνω του σαν στίφη, σαν ακράτητα σκυλιά. Τον μπερδεύουν με τον αδερφό του πανηγυρίζουν, μαθαίνουν αργότερα ποιος είναι και λυσσάνε. Δεν του παίρνουν λέξη.

Αντίθετα τον βλέπουν να τους ορμάει, να τους βρίζει ακατάσχετα. Τρελαίνονται. Τον χτυπάνε ακόμα πιο δυνατά: “Μόνο έτσι ξεφεύγεις από το σύστημα της ανάκρισης. Όταν τους αποδιοργανώνεις. Σε χτυπάνε αλύπητα, μέχρι που λιποθυμάς. Έτσι κερδίζεις χρόνο και δυνάμεις, για να συνεχίσεις” εξηγούσε.

Στη δίκη των βασανιστών το 1975, παρόντων του Θεοφιλαγιαννάκου και των Μάλλιου, Μπαμπαλη, περιγράφει με ακρίβεια τα βασανιστήρια του και σχολιάζει: “Ο Θεοφιλογιαννάκος μου επαναλάμβανε, γιατί του άρεσε φαίνεται, το εξής: Γιατί ρε προδότη, γιατί ρε λιποτάκτη, δεν μας αφήνεις να πάμε την Ελλάδα μέχρι το Δούναβη; Και  λίγο ακόμη θα μας είχαν φέρει τους Τούρκους μέχρι το Σούνιο…”

Ο Θεοφιλιαγιαννάκος αφρίζει στη δική του κατάθεση. Εμφανίζει ένα φύλλο των Νέων αφιερωμένο στην αντίσταση κατά των Ναζί, με αναφορές στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ και ουρλιάζει για τις σφαγές των κομμουνιστών. Μόνο, που ο Παναγούλης δεν ήταν … κομμουνιστής. Ούτε ο Σπυρίδων Μουστακλής, ο αξιωματικός που άφησαν ανάπηρο ο Σπανός και οι υπόλοιποι βασανιστές.

Δις εις θάνατον, Μπογιάτι και αποδράσεις

Εφτά χρόνια νωρίτερα θα αψηφήσει τους στρατοδίκες. Η δίκη (και των συντρόφων του) ξεκινάει στις 3 Νοεμβρίου του 1968. Αρνείται να φορέσει την στρατιωτική στολή, του τη βάζουν με το ζόρι, μπαίνει συνοδευόμενος από φανερούς και μυστικούς αστυνομικούς και αντιμετωπίζει με θάρρος το σαθρό κατηγορητήριο και τον επίτροπο Ιωάννη Λιάπη:  “Θα ήθελα να τονίσω τα εξής: Ότι θα ανατραπή η κατάστασις. Δεν έχει σημασίαν ότι ημείς απετύχαμεν. Άλλοι έρχονται μετά από μας. Θα ανατραπεί η κατάσταση διά της βίας. Άλλη οδός δεν υπάρχει”

Η απόφαση για τον Παναγούλη είναι δις εις θάνατον. Ο Λευτέρης Βερυβάκης καταδικάζεται σε ισόβα, ο Στάθης Γιώτας σε δεκαετή κάθειρξη, ενώ ποινές επιβάλλονται και στους υπόλοιπους κατηγορούμενους-μέλη της οργάνωσης.

Ο μελοθάνατος οδηγείται στην Αίγινα, για να εκτελεστεί άμεσα η ποινή. Του προτείνεται να αποδεχθεί χάρη, ζητάει τα χαρτιά, του τα φέρνουν και τα σκίζει.Ταυτόχρονα με τη δίκη έχει ξεκινήσει μια διεθνής κινητοποίηση για να αποφευχθεί η εκτέλεση. Ο Παναγούλης γίνεται σύνθημα σε ολόκληρο τον κόσμο, ο Τύπος, οι διανοούμενοι, τα συνδικάτα, συντάσσονται με τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις.

Η "Ακρόπολις" με την είδηση της καταδίκης από το Στρατοδικείο

Η απόπειρα απέτυχε, ωστόσο, ο Αλέξανδρος έχει καταφέρει να γιγαντώσει το αντιδικτατορικό κίνημα και να φέρει τη χούντα σε δύσκολη θέση. Η εκτέλεση δεν πραγαμοποιείται και ο Παναγούλης μεταφέρεται στο Μπογιάτι, όπου θα μείνει έγκλειστος μέχρι το 1973. Κάποια στιγμή θα μεταφερθεί εκεί και ο αδερφός του, με τον οποίο, ωστόσο, θα συναντηθεί μετά την απελευθέρωση του.

Τον βασανίζουν, κάνει απεργία πείνας ζητώντας στοιχειώδη δικαιώματα, του χτίζουν ένα κελί που στην αρχή δεν έχει καν κρεβάτι: “Δεν ήμουν φυλακισμένος, αλλά εντοιχισμένος” λέει ο ίδιος. Γράφει συνθήματα στους τοίχους με το αίμα του, τα σβήνουν, τα ξαναγράφει, τρελαίνει τους ανθρωποφύλακες, ενώ κάθε απόγευμα κάνει “ραδιοφωνικές εκπομπές” μαζεύοντας τους φαντάρους έξω από το κελί του, που είναι μακριά από το υπόλοιπο στρατόπεδο.

Τέσσερις φορές προσπαθεί να αποδράσει. Στην πρώτη τον βοηθάει ο στρατιώτης Γιώργος Μωράκης, που του ανοίγει το κελί και μαζί πηδάνε τη μάντα, με προορισμό την Αθήνα. Στο σπίτι που επιλέγουν να μείνουν, τους προδίδει ο οικοδεσπότης με αντίτιμο την επικήρυξη των 500 χιλιάδων δραχμών!

Επιστρέφει στο Μπογιάτι, ζητάει μέσω απεργίας πείνας μια τουαλέτα στο κελί του, του τη βάζουν, αλλά ανοίγει μια τρύπα για να βγει. Ένας σκύλος γαβγίζει, τον συλλαμβάνουν, τον βάζουν σε άλλο κελί 3 Χ 1.5 με το μισό μέσα στη γη.

Ο δεσμοφύλακας Κώστας Μπεκάκος τον βοηθάει στην τρίτη απόδραση που σχεδιάζουν έξω από τη φυλακή, ο ασκούμενος δικηγόρος Κώστας Ανδρουτσόπουλος και η γιατρός (μετέπειτα βουλεύτρια) Αμαλία Φλέμινγκ. Τον προμηθεύουν μέσα σε βιβλία, ένα πριόνι. Ο ξαφνικός έλεγχος λόγω μιας άλλης απόδρασης (από τις φυλακές της Αίγινας) ανακαλύπτει πριονισμένα σίδερα. Τον ξυλοκοπούν, αλλά δεν το βάζει κάτω.

Σε συνεργασία με τη Φλέμινγκ και τον Ανδρουτσόπουλο, αλλά και δυο Ελληναομερικανούς, την Αθηνά Ψυχογιού και τον Τζον Σκέλτον, οργανώνουν μια συντονισμένη απόδραση. Υπήρχε ολόκληρο σχέδιο διαφυγής αλλά και ένας αδύναμος κρίκος. Ο δεσμοφύλακας Στάικος που υποτίθεται ότι θα βοηθούσε τον Παναγούλη μέσα στη φυλακή, προδίδει τους πάντες, που συλλαμβάνονται, βασανίζονται και καταδικάζονται.

Μια ακόμη απόπειρα, μοιάζει περισσότερο με φάρσα. Ένα πρωί μπαίνει ο δεσμοφύλακας στο μικρό κελί, αλλά ο Παναγούλης έχει κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Επικρατεί πανικός. “Το έσκασε” φωνάζουν. Το στατόπεδο γίνεται άνω-κάτω, ψάχνουν λυσσαμένοι τον δραπέτη και τον ανακαλύπτουν σε μια κρυψώνα, σχεδόν χαμογελαστό…

Ένας άντρας, ένας επαναστάτης

Τον Αύγουστο του 1973, στα πλαίσια της υποτιθέμενης φιλελευθεροποίησης αμνηστεύεται όπως όλοι οι πολιτικοί κρατούμενοι: “Δεν δέχομαι καμιά χάρη. Είμαι έτοιμος να επιστρέψω ακόμα και τώρα στη φυλακή” λέει στην Οριάνα Φαλάτσι, η οποία έρχεται στην Ελλάδα για να του πάρει μια μεγάλη συνέντευξη.

Θα ερωτευτεί την Ιταλίδα δημοσιογράφο, θα γίνουν ζευγάρι, με την Φαλάτσι να γράφει το βιβλίο “Ένας Άντρας” μετά το θάνατό του.

Η χούντα, βέβαια, δεν θα τον αφήσει σε ησυχία: “Κάποια στιγμή ήρθε ένας προφανής προβοκάτορας, που μου πρότεινε να τον προμηθεύσω με όπλα. Τον έδιωξα κακήν κακώς και πήρα τηλέφωνο τις μυστικές υπηρεσίες. Τους είπα ότι με τέτοιες βλακείες δεν θα πετύχουν τίποτε, τους έβρισα, που κανονικά θα έπρεπε να με είχαν συλλάβει…” διηγιόταν στη μεταπολίτευση.

Στην κηδεία του ήρωα της αντίστασης, η Αθηνά Παναγούλη στο μέσον πάνω από το φέρετρο. Δεξιά όπως βλέπουμε η Οριάνα Φαλάτσι Keystone Press Agency/ZUMA Press Wire)

Φεύγει για την Ιταλία από την οποία θα επιστρέψει στην Ελλάδα στις 13 Αυγούστου του 1974 (στην ημερομηνία δηλαδή της απόπειρας δολοφονίας του Παπαδόπουλου) και στις 17 Νοεμβρίου (ημερομηνία, που ανακοινώθηκε το 1968 η απόφαση του στρατοδικείου) συμμετέχει στις πρώτες ελεύθερες εκλογές.

Πάντα ανήσυχος, πάντα πιστός στην ελευθερία και τη δημοκρατία. Φλογερός επαναστάτης, συναισθηματικός αλλά και αποφασισμένος κάθε φορά να βρίσκει την αλήθεια. Αφήνοντας την τελευταία του πνοή στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, την Πρωτομαγιά του 1976, έφυγε, αλλά έμεινε για πάντα ζωντανός.

Κάπου στο βάθος ακούγεται η φωνή της Μαρίας Δημητριάδη και οι στίχοι του Μίκη: “Όταν χτυπήσεις δυο φορές, ύστερα τρεις και πάλι δυο Αλέξανδρέ μου, σκέφτομαι το φευγιό σου. Σε βλέπω σε κελί στενό να σέρνεις πρώτος το χορό, πάνω στο θάνατό σου…”

* Πολλά από τα στοιχεία του κειμένου αντλήθηκαν από την ιστοσελίδα alekospanagoulis.gr και συνεντεύξεις του Αλέκου Παναγούλη από εκπομπές της ΕΡΤ

** Δείτε την ταινία η Δίκη των Βασανιστών της ΕΑΤ/ΕΣΑ του Θεοδόση Θεοδοσόπουλου  (το κομμάτι για τον Παναγούλη με την εμβληματική κατάθεση του μετά το 26:30

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα