ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ – 40 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ: Ο ΜΟΝΟΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑΣ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ “ΞΥΠΝΗΣΕΙ” ΤΟΝ ΕΦΙΑΛΤΗ
Η πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ που σημάδεψε την Ευρώπη και το μοναδικό σενάριο που, τέσσερις δεκαετίες μετά, θα μπορούσε να επαναφέρει έναν αντίστοιχο κίνδυνο.
Ήταν 26 Απριλίου του 1986, λίγο μετά τη 1 τα ξημερώματα, όταν ο αντιδραστήρας 4 του Σταθμού Πυρηνικής Ενέργειας στο Τσερνόμπιλ εξερράγη κατά τη διάρκεια ενός αποτυχημένου τεστ ασφαλείας. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, η “καρδιά” του αντιδραστήρα “έλιωσε”, απελευθερώνοντας τεράστιες ποσότητες ραδιενεργού υλικού στην ατμόσφαιρα. Ένα αόρατο νέφος ραδιενέργειας άρχισε να ταξιδεύει πάνω από την Ευρώπη, μεταφέροντας τις συνέπειες της καταστροφής πολύ πέρα από τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης. Το Τσερνόμπιλ έμελλε να γίνει το σοβαρότερο πυρηνικό ατύχημα στην ιστορία, αφήνοντας πίσω του ανθρώπινες απώλειες, μόνιμες περιβαλλοντικές πληγές και ένα διαρκές ερώτημα για τα όρια της πυρηνικής τεχνολογίας.
Στην Ελλάδα, οι πρώτες ενδείξεις ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί δεν ήρθαν άμεσα. Αυξημένη ραδιενέργεια καταγράφηκε αρχικά στη Σουηδία και στη συνέχεια, καθώς άλλαξαν οι άνεμοι, το ραδιενεργό νέφος άρχισε να κινείται προς τη νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ο τότε Υπουργός Υγείας, Γεώργιος Γεννηματάς, επικοινωνεί με το ΑΠΘ και ομάδα του Εργαστηρίου Πυρηνικής Φυσικής με επικεφαλής τον καθηγητή Στέφανο Χαραλάμπους σπεύδει στα βόρεια σύνορα της χώρας για να πραγματοποιήσει μετρήσεις. Ανάμεσά τους και ο Χρήστος Ελευθεριάδης, τότε διδακτορικός φοιτητής και νυν (ομότιμος πλέον) καθηγητής Πυρηνικής Φυσικής του ΑΠΘ.
Ο ίδιος, μιλώντας στο NEWS 24/7, θυμάται: «Πρώτοι οι Σουηδοί μέτρησαν και είδαν αυξημένη ραδιενέργεια στην περιοχή τους. Μετά οι άνεμοι γύρισαν και ήρθε προς τα δικά μας μέρη. Αρχικά οι Σοβιετικοί το αρνούνταν και έκαναν λόγο για “συκοφαντίες του διεθνούς καπιταλισμού”. Τελικά απεκαλύφθη ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει, αν και δεν υπήρχαν ακόμα αρκετά στοιχεία», λέει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας το κλίμα της εποχής.
«Κρίθηκε σωστό να πάμε στα βόρεια σύνορα με ειδικά όργανα και να μετρούσαμε εισερχόμενα οχήματα ώστε να διαπιστωθεί τι γινόταν», εξηγεί.
Η ομάδα μετέβη στην περιοχή με εξοπλισμό ανίχνευσης και άρχισε να παίρνει μετρήσεις. Τα αποτελέσματα ήταν σαφή: «Μετρώντας στα φίλτρα των φορτηγών που έρχονταν από Βουλγαρία και Ρουμανία, βλέπαμε αυξημένη ραδιενέργεια». Ήταν πλέον βέβαιο ότι το νέφος είχε φτάσει και στην Ελλάδα.
Τσερνόμπιλ: Πώς έγινε το ατύχημα
Στην αρχή, οι πληροφορίες για το μέγεθος της καταστροφής έφταναν στην Ευρώπη και την χώρα μας με το σταγονόμετρο. Σταδιακά, αποκαλύφθηκε ότι επρόκειτο για ένα τεστ ασφαλείας στον αντιδραστήρα που ξέφυγε από τον έλεγχο, λόγω ανεπαρκούς συντονισμού μεταξύ των επιμέρους συστημάτων και υστερήσεων στην ανταλλαγή κρίσιμων πληροφοριών. Όπως επισημαίνει ο κ, Ελευθεριάδης, «χάθηκε ο έλεγχος λόγω κακής επικοινωνίας και αλληλουχίας ανθρωπίνων λαθών».
Σε τεχνικό επίπεδο, η λειτουργία του αντιδραστήρα βασίζεται στη ρύθμιση της ροής νετρονίων μέσω των ράβδων ελέγχου, οι οποίες απορροφούν ή επιτρέπουν τη διέλευση νετρονίων και καθορίζουν ουσιαστικά την ισχύ της πυρηνικής αντίδρασης. «Η ροή των νετρονίων είναι σαν τη φλόγα του αντιδραστήρα», σημειώνει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι όταν ξεπεραστεί το κρίσιμο σημείο ισορροπίας, η αντίδραση γίνεται ανεξέλεγκτη. Η κατάρρευση αυτού του ελέγχου οδήγησε στο λιώσιμο της καρδιάς του αντιδραστήρα, υπέρμετρη αύξηση θερμοκρασίας, στην έκρηξη και στην εκτεταμένη διαρροή ραδιενέργειας, η οποία εν μέρει περιορίστηκε με επεμβάσεις στο σημείο, αλλά είχε ήδη προκαλέσει απώλειες ανθρώπων, κυρίως μεταξύ όσων βρέθηκαν κοντά στον αντιδραστήρα και εκτέθηκαν σε υψηλές δόσεις ακτινοβολίας.
Στη συνέχεια, όπως περιγράφει, οι αρχές προχώρησαν στην κάλυψη του κατεστραμμένου αντιδραστήρα με μεγάλες ποσότητες σκυροδέματος, καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα απομάκρυνσης του σχάσιμου υλικού. Στόχος ήταν να μειωθεί η επικινδυνότητα και να εγκλωβιστεί η ραδιενέργεια, αν και μέρος της είχε ήδη διαφύγει στην ατμόσφαιρα και μεταφερθεί με τους ανέμους σε μεγάλη απόσταση.
Από το ατύχημα πέθαναν επιτόπου 2 από τους εργάτες του σταθμού. Μέσα σε τέσσερις μήνες, από τη ραδιενέργεια και από εγκαύματα, πέθαναν 28 πυροσβέστες που έσπευσαν στον χώρο του ατυχήματος και διαπιστώθηκαν 19 επιπλέον θάνατοι έως το 2004.
Παράλληλα, υπολογίζεται ότι επηρεάστηκε η υγεία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων εξαιτίας της επιβάρυνσης του περιβάλλοντος με ραδιενέργεια. Οι ποσοστιαίες αυξήσεις των καρκίνων ήταν άνω του 15% στους πληθυσμούς που εκτέθηκαν, με χιλιάδες θανάτους από καρκίνο και λευχαιμία να συνδέονται με το ατύχημα.
Οι κατοικημένες περιοχές κοντά στον πυρηνικό σταθμό εκκενώθηκαν, όπως η πόλη Πριπιάτ. Η περιοχή γύρω από το σταθμό, άδεια από κάθε ανθρώπινη παρουσία, έγινε παράδεισος για τα ζώα και έτσι παραμένει μέχρι σήμερα.
Παραπληροφόρηση και πανικός: Η αντίδραση της Ελλάδας
Η είδηση της διαρροής ραδιενέργειας προκάλεσε πανικό στην ελληνική κοινωνία. Οι βροχές που σημειώθηκαν στην χώρα λίγες ημέρες μετά το πυρηνικό ατύχημα ενέτειναν την ανησυχία. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Χρήστο Ελευθεριάδη, ο πανικός δεν ανταποκρινόταν στον πραγματικό βαθμό κινδύνου: «Με την βροχή κατέβηκε μια μετρήσιμη ποσότητα, ανεβάζοντας σημαντικά το επίπεδο της ραδιενέργειας που έφτασε στον πληθυσμό. Ωστόσο τα επίπεδα που ανιχνεύτηκαν δεν ήταν τόσο επικίνδυνα, σε βαθμό που να προκαλέσουν άμεσους θανάτους ή σοβαρά προβλήματα υγείας».
Όπως εξηγεί, ο ανθρώπινος οργανισμός μπορεί να διαχειριστεί μικρές βλάβες: «Αν η καταστροφή είναι μικρή, ο οργανισμός την επιδιορθώνει. Αν όμως ο πληθυσμός δεχθεί μεγαλύτερη δόση, τότε υπάρχουν συνέπειες, μακροπρόθεσμες και σε στατιστική βάση. Για πολύ υψηλές δόσεις, μπορεί να προκληθούν και άμεσες συνέπειες, μέχρι και θάνατοι, όπως άλλωστε συνέβη για κάποιους εργαζομένους και πυροσβέστες στο Τσερνόμπιλ».
Στην Ελλάδα, οι δόσεις δεν έφτασαν σε ιδιαίτερα επικίνδυνα επίπεδα. «Δεν πήγαν τόσο ψηλά οι δόσεις στον ελληνικό χώρο. Ανέβηκαν βέβαια, σαφώς ενείχαν κίνδυνο, αλλά όχι σε επίπεδα που να προκαλούν άμεσες βραχυπρόθεσμες συνέπειες όπως θανάτους», λέει.
Όταν η είδηση του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνόμπιλ μεταδόθηκε στην Ελλάδα
Τα ραδιενεργά στοιχεία που έφτασαν στη χώρα ήταν κυρίως προϊόντα σχάσης, όπως καίσιο και στρόντιο. «Το καίσιο ήταν αυτό που είχε τη μεγαλύτερη συμβολή. Έχει χρόνο ημιζωής γύρω στα 30 χρόνια», σημειώνει. Το ιώδιο, που είναι πιο επικίνδυνο ως βραχύβιο (με χρόνο ημιζωής 8 ημέρες είναι έντονα ραδιενεργό, αλλά κάθε 8 ημέρες μένει το μισό), επηρέασε κυρίως τις περιοχές κοντά στο σημείο του ατυχήματος.
Παρά την περιορισμένη επικινδυνότητα, ελήφθησαν προληπτικά μέτρα, κυρίως σε τρόφιμα όπως τα φυλλώδη λαχανικά, όπου μπορεί να συσσωρευτούν ραδιενεργά σωματίδια σε μεγαλύτερο βαθμό.
Σε ό,τι αφορά μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως η αύξηση των καρκίνων, ο καθηγητής εμφανίζεται επιφυλακτικός. Αν και θεωρητικά ακόμη και μια μικρή βλάβη στο DNA μπορεί να οδηγήσει σε καρκινογένεση, σε πληθυσμιακό επίπεδο δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία που να συνδέουν το Τσερνόμπιλ με σημαντική αύξηση καρκίνων στην Ελλάδα.
Σε κάθε περίπτωση, θεωρείται πια βέβαιο πως η χώρα δεν ήταν προετοιμασμένη για ένα τέτοιο συμβάν: «Σαν κοινωνία δεν ήμασταν ιδιαίτερα προετοιμασμένοι. Μέχρι τότε δεν υπήρχε κάποιο έναυσμα για να στήσεις έναν μηχανισμό προστασίας από ραδιενέργεια», εξηγεί ο καθηγητής. Ωστόσο, το Τσερνόμπιλ αποτέλεσε αφορμή για να οργανωθεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα ελέγχου. «Στήθηκαν δίκτυα μετρήσεων, αρχίσαμε να μετράμε πιο εκτεταμένα και συντονισμένα. Σήμερα είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι, υπάρχει πολλή περισσότερη γνώση επί του πεδίου».
Ο μοναδικός “τρόπος” για να συμβεί ξανά ένα τέτοιο ατύχημα
Τέσσερις δεκαετίες μετά, η τεχνολογία έχει αλλάξει ριζικά. Και μαζί της, το επίπεδο ασφάλειας.
«Οι αντιδραστήρες σήμερα δεν έχουν καμία σχέση με εκείνους του Τσερνόμπιλ», τονίζει ο Χρήστος Ελευθεριάδης. «Τα ίδια λάθη, αν γίνονταν σήμερα, για παράδειγμα στην Ζαπορίζια, θα “συγχωρούνταν” από τα συστήματα ασφαλείας. Το ίδιο ισχύει και για τους αντιδραστήρες της Τουρκίας, που είναι τρίτης γενιάς. Γενικά αυτοί που δουλεύουν σήμερα, είναι πολύ πιο ασφαλείς. Και όσοι έμειναν από τη δεύτερη γενιά, σιγά σιγά βγαίνουν εκτός λειτουργίας και όλοι οι νέοι αντιδραστήρες είναι πλέον προηγμένης γενιάς».
Όπως εξηγεί, οι σύγχρονοι αντιδραστήρες διαθέτουν πολλαπλά επίπεδα προστασίας: «Αν δεν δουλέψει ένα σύστημα, θα δουλέψει το άλλο, και το άλλο. Υπάρχουν πολλαπλές δικλείδες ασφάλειας».
Το βέβαιο είναι πως η επιστημονική κοινότητα πήρε ένα σημαντικό μάθημα από το Τσερνόμπιλ: «Δεν παίζεις με τους αντιδραστήρες». Και όπως λέει ο καθηγητής, αυτό το μάθημα έχει εμπεδωθεί. «Η τεχνολογία σήμερα είναι τάξεις μεγέθους ασφαλέστερη. Όχι 10% ή 20%, αλλά εκατοντάδες φορές.
Η τεχνολογία των αντιδραστήρων αυτών ήταν παρωχημένη, δεν είχαν τον θόλο τσιμέντου-χάλυβα που καλύπτει κάθε μοντέρνο αντιδραστήρα, για αυτό και η διαφυγή μεγάλου ποσού ραδιενέργειας. Γενικά στους αντιδραστήρες αυτούς, τύπου RBMK, είχε θυσιαστεί ένα μέρος της ασφάλειας, για άλλους σκοπούς. Σήμερα λειτουργούν ελάχιστοι ακόμη στη Ρωσία, λιγότεροι από 10, αλλά βέβαια μετά από αρκετές βελτιώσεις σε σχέση με την εποχή προ Τσερνόμπιλ».
Ακόμη και παράγοντες όπως οι σεισμοί – που αναφέρονται συχνά για περιοχές όπως η Τουρκία που διαθέτει αντιδραστήρες – δεν θεωρούνται κρίσιμοι: «Οι αντιδραστήρες σχεδιάζονται για να αντέχουν πολύ μεγαλύτερους σεισμούς από αυτούς που μπορεί να δώσει μια περιοχή».
Ωστόσο, υπάρχει μόνο ένας παράγοντας που κρατά τον κίνδυνο “ζωντανό”: ο πόλεμος.
«Ο κίνδυνος να συμβεί κάτι παρόμοιο έπειτα από ενδεχόμενη επίθεση, είναι υπαρκτός. Γι’ αυτό και η Διεθνής Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας κρούει συνεχώς τον κώδωνα του κινδύνου. Οι αντιδραστήρες θωρακίζονται από έναν πολύ ισχυρό θόλο από τσιμέντο και χάλυβα. Για να πάθει κάτι πρέπει να πέσει βόμβα τόνων, θέλει βαριά όπλα. Ωστόσο, το μέγεθος μιας επίθεσης και οι επιπτώσεις της είναι απρόβλεπτοι παράγοντες», σημειώνει.
Παρότι οι εγκαταστάσεις είναι ισχυρά θωρακισμένες, ο κίνδυνος σε εμπόλεμες ζώνες παραμένει. «Αν μιλάμε για ανθρώπινα λάθη ή τεχνικές αστοχίες, δεν φοβάμαι πως θα δούμε κάτι παρόμοιο στο μέλλον. Αν μιλάμε για πόλεμο, είναι άλλη συζήτηση», καταλήγει.
Ο πυρηνικός σταθμός του Τσερνόμπιλ συνέχισε να λειτουργεί για αρκετά χρόνια μετά από το 1986, αφότου έγιναν βελτιώσεις και ο τελευταίος αντιδραστήρας έκλεισε το 2000. Η περιοχή του Τσερνόμπιλ ήταν επισκέψιμη πριν ξεσπάσει ο πόλεμος στην Ουκρανία και μάλιστα δέχθηκε ένα μεγάλο κύμα τουριστών λόγω της μεγάλης δημοφιλίας που γνώρισε η μίνι σειρά του HBO “Chernobyl” που κυκλοφόρησε το 2019. Ωστόσο, κάθε επισκέπτης μπορεί να παραμείνει στην περιοχή για μικρό χρονικό διάστημα, ώστε η δόση ακτινοβολίας που θα δεχθεί να είναι περιορισμένη.