“ΑΠΑΤΗΤΕΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ” ΚΡΗΤΗΣ: Ο ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΟΥΡΙΣΜΟ
Ο νέος Νόμος 5092/2024 καθιερώνει τις «Απάτητες Παραλίες», βάζοντας φραγμό στην ανεξέλεγκτη τουριστική εκμετάλλευση ευαίσθητων οικοσυστημάτων Natura 2000, με την Κρήτη να πρωτοστατεί.
Η ανάδυση του θεσμού των «Απάτητων Παραλιών» στην ελληνική έννομη τάξη συνιστά μια κρίσιμη καμπή στη διαχείριση του παράκτιου μετώπου της χώρας, επιχειρώντας να θέσει φραγμό στην επί δεκαετίες ανεξέλεγκτη τουριστική εκμετάλλευση ευαίσθητων οικοσυστημάτων. Ο θεσμός αυτός, ο οποίος εισήχθη με τον Νόμο 5092/2024 («Όροι αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας στις παραθαλάσσιες περιοχές»), δεν αποτελεί μια απομονωμένη διοικητική πρωτοβουλία, αλλά το παράκτιο συμπλήρωμα μιας ευρύτερης περιβαλλοντικής στρατηγικής που εγκαινιάστηκε με τα «Απάτητα Βουνά» το 2022.
Η ανάγκη για ριζοσπαστικές θεσμικές παρεμβάσεις κατέστη επιτακτική υπό το βάρος του υπερτουρισμού, της προϊούσας κλιματικής κρίσης και της σταδιακής αλλοίωσης των πλέον παρθένων παράκτιων ζωνών, με την Κρήτη —και ιδίως την περιφερειακή ενότητα Χανίων— να μετατρέπεται στο κύριο πεδίο δοκιμασίας αυτού του νέου περιβαλλοντικού παραδείγματος.
Κατ’ ουσία πρόκειται για παράκτιες ζώνες που βρίσκονται εντός του ευρωπαϊκού δικτύου προστασίας Natura 2000 και διακρίνονται για την εξαιρετική οικολογική, αισθητική και γεωμορφολογική τους αξία.
Η διαδικασία ένταξης μιας περιοχής σε αυτό το αυστηρό καθεστώς βασίζεται σε εμπεριστατωμένες επιστημονικές εισηγήσεις του Οργανισμού Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (Ο.ΦΥ.ΠΕ.Κ.Α.), ο οποίος σταθμίζει κριτήρια όπως η πυκνότητα σπάνιων ενδημικών ειδών και η ευαλωτότητα των τοπικών οικοσυστημάτων.
Η αναθεώρηση του Απριλίου 2026 ανέβασε τον συνολικό αριθμό τους σε 251 πανελλαδικά, με την Κρήτη να συγκεντρώνει 25 — και τα Χανιά να καταγράφουν την υψηλότερη πυκνότητα.
Η φιλοσοφία του «Μπλε Κεφαλαίου» (Blue Capital) αντιμετωπίζει τις άθικτες ακτές ως μακροπρόθεσμο εθνικό πόρο και συγκριτικό πλεονέκτημα, η προστασία του οποίου υπερέχει της βραχυπρόθεσμης επενδυτικής απόδοσης.
Το ερώτημα όμως που αναδύεται από τις τοπικές κοινωνίες, τους φορείς και τους αυτοδιοικητικούς φορείς δεν αφορά τη φιλοσοφία του εγχειρήματος, την οποία οι περισσότεροι αποδέχονται, αλλά την αποτελεσματικότητα στην εφαρμογή του.
Η εμπειρία των «Απάτητων Βουνών», με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη βούληση της ΔΕΔΔΗΕ να περάσει το δίκτυο υπερυψηλής τάσης από τις παρυφές των Λευκών Ορέων και η αντίσταση των δήμων (κυρίως του Δήμου Αποκορώνου) σε αυτή την εξέλιξη, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως προστατευόμενης αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα και δεν αποτελεί εγγύηση προστασίας.
Για το θέμα μίλησα με τον Κώστα Κουκουράκη, έναν άνθρωπο που έχει αφιερώσει πολλά χρόνια της ζωής του στην προστασία περιοχής όπως το Λαφονήσι και το Κεδρόδασος, όταν ακόμα δεν υπήρχε στην Ελλάδα η σχετική ευαισθησία και οι αντίστοιχες γνώσεις.
Σήμερα, είναι ειδικός συνεργάτης του Δήμου Κισσάμου για θέματα περιβάλλοντος και χωροταξίας και πρώην δήμαρχος Ιναχωρίου, και θέτει το ζήτημα της προστασίας αυτών των περιοχών στη βάση και της ελεγκτικής επάρκειας.
«Απλή χρήση» έναντι «Απάτητης Παραλίας»: Η ουσία της τομής
Ας αρχίσουμε όμως από την αρχή…
Η πραγματική διαφορά μεταξύ του παλαιού και του νέου καθεστώτος συμπυκνώνεται σε μια νομική έννοια που μέχρι πρότινος ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της παράκτιας εκμετάλλευσης: την «απλή χρήση». «Η απάτητη παραλία δεν επιτρέπει αυτό που επέτρεπε ο νόμος 5092 [σ.σ. ο προγενέστερος Ν. 2971/2001]. Υπάρχει ο νομικός όρος “απλή χρήση”. Δηλαδή, σε παραλίες ακόμα και ευαίσθητες, επιτρεπόταν η απλή χρήση για την εξυπηρέτηση των λουομένων με μη μόνιμες κατασκευές», εξηγεί ο κ. Κουκουράκης.
Στην πράξη, η «απλή χρήση» δεν ήταν τόσο… απλή αφού περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που η Κτηματική Υπηρεσία εκμίσθωνε σε ιδιώτες ή δήμους: τοποθέτηση ομπρελών και καθισμάτων, λειτουργία τροχήλατου αναψυκτηρίου, εκμίσθωση θαλάσσιων μέσων αναψυχής. Όλα αυτά καταργούνται οριζοντίως στις «Απάτητες Παραλίες».
Όπως σημειώνει ο ίδιος, «επιτρέπεται μόνο η επιστημονική έρευνα, η κολύμβηση, η βόλτα και η αναψυχή, χωρίς καμία απολύτως υποδομή. Πηγαίνεις, λοιπόν, να επισκεφθείς μια παραλία όπου δεν θα βρεις καμία υποδομή».
Το νέο πλαίσιο επεκτείνει την προστασία και σε δραστηριότητες που υπό το προηγούμενο καθεστώς θεωρούνταν «ήπιες» ή «συμβατές» με τους περιορισμούς του Natura.
Απαγορεύεται η μηχανοκίνητη κυκλοφορία οποιουδήποτε οχήματος στην ακτή, η διοργάνωση κοινωνικών ή άλλων εκδηλώσεων με συμμετοχή άνω των δέκα ατόμων, η παραγωγή μουσικής με χρήση ηλεκτρικών συσκευών αναπαραγωγής ή ενίσχυσης, καθώς και η εμπορική εκμετάλλευση θαλάσσιων μέσων αναψυχής. Η ηχητική και οπτική όχληση εντάσσονται έτσι, ρητά, στο φάσμα των απαγορευμένων δραστηριοτήτων — μια διεύρυνση που αναγνωρίζει ότι η υποβάθμιση ενός παράκτιου τοπίου δεν αφορά μόνο τη φυσική αλλοίωση, αλλά και την αισθητική και ηχητική του διάσταση. Ο επισκέπτης καλείται να είναι αυτόνομος, να φέρει τον δικό του εξοπλισμό και να τον απομακρύνει με την αναχώρησή του.
Η γεωγραφία της προστασίας: Η Κρήτη σε αριθμούς
Η Κρήτη αναδεικνύεται σε ένα από τα επίκεντρα της νέας πολιτικής, καθώς φιλοξενεί μερικές από τις πλέον εμβληματικές και ευαίσθητες παραλίες της Μεσογείου. Τα Χανιά καταγράφουν την υψηλότερη πυκνότητα προστατευόμενων ακτών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αρμόδιας αρχής, η ενταγμένη ζώνη του νομού Χανίων περιλαμβάνει τις εξής γεωγραφικές ενότητες:
- Σύμπλεγμα Χερσονήσου Γραμβούσας: Περιλαμβάνει την Ήμερη και Άγρια Γραμβούσα, την περιοχή Τηγάνι, τα Φαλάσαρνα, το Ποντικονήσι, τον Όρμο Λιβάδι και τη Βίγλα. Πρόκειται για μια ζώνη με σπάνιους γεωλογικούς σχηματισμούς και υψηλή αισθητική αξία.
- Άξονας Χρυσοσκαλίτισσας έως Ακρωτήριο Κριός: Μια εκτεταμένη παράκτια λωρίδα που ενσωματώνει ευαίσθητα οικοσυστήματα και αποτελεί τη φυσική συνέχεια του νότιου περάσματος.
- Νήσος Ελαφονήσι: Ο πυρήνας της διάσημης λιμνοθάλασσας και η πέριξ παράκτια θαλάσσια ζώνη, όπου πλέον απαγορεύεται κάθε μορφή εμπορικής εκμετάλλευσης.
- Παράκτια Ζώνη Σφακίων: Απομονωμένες ακτές των Λευκών Ορέων προς το Λιβυκό Πέλαγος, όπως τα Δώματα και τα Γλυκά Νερά, όπου η πρόσβαση είναι εφικτή κυρίως μέσω του μονοπατιού Ε4 ή διά θαλάσσης.
Η κατανομή αυτή δεν είναι τυχαία. Καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το παρθένο δυτικό και νότιο μέτωπο των Χανίων, μια περιοχή που λειτουργεί ως καταφύγιο για τη χλωρίδα και την πανίδα της Κρήτης. Με δεδομένο ότι το 40% της έκτασης των Χανίων καλύπτεται από τα Λευκά Όρη και ένα σημαντικό ποσοστό της ακτογραμμής του εντάσσεται στο δίκτυο Natura 2000, ο νομός βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του εγχειρήματος.
Το παράδειγμα του Κεδρόδασους: Όταν η μαζικότητα γίνεται απειλή
Από τις περιοχές που εντάχθηκαν στο νέο καθεστώς, το Κεδρόδασος συγκεντρώνει ίσως το πιο διαφωτιστικό παράδειγμα για το πώς λειτουργεί στην πράξη η «προληπτική» διάσταση του νόμου. Πρόκειται για μια περιοχή που, σε αντίθεση με γειτονικούς προορισμούς όπως ο Μπάλος ή τα Φαλάσαρνα, δεν διέθετε ποτέ οργανωμένες υποδομές.
Το οικοσύστημα των αιωνόβιων κέδρων παρέμεινε σε σχετική απομόνωση επί δεκαετίες — μέχρι που η ραγδαία αύξηση της επισκεψιμότητας τα τελευταία χρόνια άρχισε να μεταβάλλει την εικόνα.
«Το Κεδρόδασος έχει αρχίσει και αυτό να δέχεται μεγάλη πίεση», παραδέχεται ο κ. Κουκουράκης, εντάσσοντάς το στην ίδια κατηγορία υψηλής όχλησης με το Ελαφονήσι, τα Φαλάσαρνα και τον Μπάλο.
Σε ερώτηση για το τι ακριβώς αλλάζει σε μια παραλία όπως το Κεδρόδασος που ούτως ή άλλως δεν διέθετε υποδομές, η απάντηση εστιάζει στη νομική πτυχή: «Με βάση τον προηγούμενο νόμο, εάν κάποιος ήθελε, υπήρχε αυτή η δυνατότητα».
Στο νέο πλαίσιο, η πρόσβαση παραμένει ελεύθερη. «Μπορείς να πατήσεις, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Μόνο που δεν θα βρεις υποδομές. Δεν θα βρεις καντίνα, δεν θα βρεις ξαπλώστρες, δεν θα βρεις τέτοια πράγματα», διευκρινίζει ο κ. Κουκουράκης.
Η αποτροπή της μαζικότητας, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην απαγόρευση της εμπορικής υποδομής. Απαιτεί ένα συμπληρωματικό πλέγμα ρυθμίσεων που εκπορεύεται από τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ). «Η μαζική προσέλευση αντιμετωπίζεται μέσα από τα διαχειριστικά σχέδια που έχουμε εκπονήσει και μέσα από τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες, των οποίων περιμένουμε τη θεσμοθέτηση», επισημαίνει.
Εδώ προκύπτει ένα από τα πιο κρίσιμα ανοιχτά ζητήματα του εγχειρήματος. Οι ΕΠΜ έχουν εγκριθεί από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, αλλά εκκρεμεί το τελικό βήμα: η αποστολή τους στο Συμβούλιο της Επικρατείας για την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος που θα τις καταστήσει εκτελεστές. «Κατά τη γνώμη μου, το ελληνικό κράτος καθυστερεί αναιτίως», παρατηρεί ο κ. Κουκουράκης. Όσο η θεσμοθέτηση παραμένει σε εκκρεμότητα, οι «Απάτητες Παραλίες» λειτουργούν ως ένα προστατευτικό κέλυφος χωρίς το ολοκληρωμένο εργαλειακό υπόβαθρο που θα τους επέτρεπε να ρυθμίζουν και την ίδια την ποσότητα της επισκεψιμότητας.
Το Κεδρόδασος φιλοξενεί έναν από τους ελάχιστους εναπομείναντες πληθυσμούς αιωνόβιων αρκεύθων (Juniperus oxycedrus και Juniperus phoenicea), ειδών εξαιρετικά ευάλωτων στην ποδοπάτηση και την κατασκήνωση. Η απαγόρευση των υποδομών αποτελεί το πρώτο στάδιο προστασίας· η ουσιαστική διαχείριση της μαζικής προσέλευσης, ωστόσο, προϋποθέτει την ενεργοποίηση των ειδικών διαχειριστικών σχεδίων που θα ρυθμίζουν τη ροή των επισκεπτών ανάλογα με τη φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος.
Διεθνής σύγκριση: Γαλλικό Conservatoire, αμερικανικές Wilderness Areas
Η ελληνική επιλογή τοποθετείται σε ένα διεθνές πλαίσιο που γνωρίζει παρόμοιους θεσμούς, αλλά λειτουργούν υπό διαφορετικό πρίσμα. Στη Γαλλία, το Conservatoire du littoral αγοράζει παράκτιες εκτάσεις για να τις προστατεύσει από τη δόμηση. Η πρόσβαση και η ελαφριά εμπορική χρήση, ωστόσο, μπορεί να επιτρέπονται. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η έννοια των Wilderness Areas εφαρμόζεται σε ομοσπονδιακές εκτάσεις, απαγορεύοντας κάθε μόνιμη κατασκευή και μηχανοκίνητη κίνηση — ένα μοντέλο που θυμίζει έντονα την ελληνική προσέγγιση.
Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού πλαισίου έγκειται στην εφαρμογή ενός αυστηρού καθεστώτος προστασίας σε παραλίες που αποτελούν παγκόσμιους τουριστικούς πόλους. Το Ελαφονήσι και ο Μπάλος δέχονται ετησίως εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες και η οικονομική πίεση για εκμετάλλευση είναι τεράστια. Η επιλογή της Πολιτείας να εντάξει τέτοιους προορισμούς σε καθεστώς μηδενικής παρέμβασης συνιστά μια συνειδητή πολιτική απόφαση που υπερβαίνει τα συνήθη πρότυπα του ευρωπαϊκού νότου.
Η επιστημονική θεμελίωση του εγχειρήματος ανατρέχει στην έννοια των «Περιοχών Άνευ Δρόμων» (Roadless Areas), η οποία υποστηρίζει ότι η απουσία υποδομών πρόσβασης συνιστά τον σημαντικότερο παράγοντα διατήρησης της βιοποικιλότητας. Με τον χαρακτηρισμό μιας παραλίας ως «απάτητης», το κράτος επιλέγει συνειδητά να διακόψει τη διαδικασία «υποδομοποίησης» της ακτής.
Η οικονομική προσέγγιση της περιβαλλοντικής προστασίας εισηγείται ότι η διατήρηση των παρθένων οικοσυστημάτων δεν αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, αλλά το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού.
Να πω εδώ ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις πρώτες 25 περιοχές παγκοσμίως με την υψηλότερη βιοποικιλότητα και ποσοστά ενδημισμού, ένα στοιχείο που συχνά παραγνωρίζεται χάριν του μοντέλου του μαζικού τουρισμού.
Η Σύμβαση της Φλωρεντίας, την οποία έχει συνυπογράψει η χώρα, επιβάλλει την προστασία και διαχείριση του τοπίου —φυσικού, ανθρωπογενούς και βιομηχανικού— ως ενιαίου συνόλου. Ο κ. Κουκουράκης αναφέρει ως παράδειγμα το σπάνιο ενδημικό είδος Androcymbium rechingeri:
«Διαθέτει μοναδικά είδη, όπως είναι το Androcymbium rechingeri, το λεγόμενο κρινάκι της θάλασσας. Προσοχή, δεν είναι αυτό το άσπρο που βλέπετε στις παραλίες· είναι ένα άλλο, το οποίο ανθίζει τον μήνα Γενάρη. Αυτά είναι μοναδικά. Αυτό το πράγμα, λοιπόν, τι πρέπει να κάνεις; Να το προστατεύσεις και να το αναδείξεις· τότε παίζεις μόνος σου στο γήπεδο. Γιατί οι άλλες χώρες δεν το έχουν αυτό. Μπορεί να έχουν ωραίο ήλιο, ωραία θάλασσα, ωραίους δρόμους, ωραίες ξενοδοχειακές μονάδες ή καθαριότητα, αλλά βιοποικιλότητα δεν έχουν στα επίπεδα που έχουμε εμείς. Αυτό είναι ένα πολύ ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα».
Η ανάδειξη αυτών των ιδιαιτεροτήτων επιτρέπει τη διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος, προσελκύοντας επισκέπτες υψηλότερου μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου και μειώνοντας την εξάρτηση από το χαμηλού κόστους μοντέλο «ήλιος και θάλασσα».
Η σκιά των Λευκών Ορέων: Το προηγούμενο των «Απάτητων Βουνών»
Όποια αξιολόγηση του νέου θεσμού δεν μπορεί να αγνοήσει το προηγούμενο των «Απάτητων Βουνών». Τα Λευκά Όρη εντάχθηκαν στην πρώτη ομάδα τους το 2022, με έκταση 382,06 τετραγωνικών χιλιομέτρων και ανώτατο υψόμετρο 2.453 μέτρα. Η ονομασία υπαινισσόταν την απουσία ανθρώπινων υποδομών — και ωστόσο, σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια, βρίσκονται αντιμέτωπα με τον σχεδιασμό ενός μεγάλου ενεργειακού έργου.
Η ηλεκτρική διασύνδεση Χανιά–Δαμάστα, σύμφωνα με τον σχεδιασμό του ΑΔΜΗΕ, προβλέπει την τοποθέτηση πυλώνων υπερυψηλής τάσης που θα διασχίζουν την ενδοχώρα του Αποκόρωνα και τις πλαγιές των Λευκών Ορέων.
Η τοπική κοινωνία και οι δήμοι έχουν εκφράσει αντιδράσεις, υποστηρίζοντας ότι το έργο αλλοιώνει τη φυσιογνωμία του βουνού και ακυρώνει στην πράξη τον χαρακτηρισμό του ως «απάτητου». Ο ΑΔΜΗΕ από την πλευρά του προβάλλει το οικονομικό κόστος της υπογειοποίησης ως βασικό επιχείρημα, ενώ οι τοπικοί φορείς επισημαίνουν ότι η τεχνολογία για την προστασία του τοπίου υπάρχει, αλλά δεν επιλέγεται.
Η νομική πτυχή της σύγκρουσης εδράζεται στις εξαιρέσεις που προβλέπει ο νόμος. Στα «Απάτητα Βουνά», επιτρέπονται έργα που αφορούν την Εθνική Άμυνα ή έργα εκτάκτου ανάγκης. Επιπλέον, υφίσταται ασάφεια σχετικά με το τι συνιστά «υφιστάμενο έργο» ή «συντήρηση», καθώς και ως προς το εάν ένα έργο «στρατηγικής σημασίας» μπορεί να υπερισχύσει των περιβαλλοντικών περιορισμών.
Η αναλογία με τις παραλίες δεν είναι θεωρητική. «Βάσει του νόμου υπάρχει ασφαλιστική δικλίδα. Ορίζει συγκεκριμένα πράγματα που επιτρέπονται. Εντάξει, αν οι πολιτικές αλλάξουν, αλλάζουν και τα “απάτητα” — το βλέπουμε κάθε μέρα αυτό. Σε κάθε περίπτωση, εμείς έχουμε γνώση του τι γίνεται και πόσο απέχει πολλές φορές η θεωρία από την πράξη», παρατηρεί ο κ. Κουκουράκης. Παρότι ο Νόμος 5092/2024 απαγορεύει ομπρέλες και ξαπλώστρες, δεν προσφέρει απόλυτη διασφάλιση ότι στο μέλλον δεν θα επιτραπούν έργα «εθνικής σημασίας» — λιμενικά, ενεργειακά ή στρατιωτικά — που θα μπορούσαν να αλλοιώσουν το παράκτιο τοπίο.
Το έλλειμμα ελέγχου και η οικονομική λογική της προστασίας
Πέρα από τους νομικούς κινδύνους, ο πρακτικός κίνδυνος του εγχειρήματος εντοπίζεται στον ελεγκτικό μηχανισμό. «Όταν έχουμε μια νομοθεσία, θα πρέπει αυτή να επιβλέπεται και να εφαρμόζεται από κάποιους. Εκεί λοιπόν πάσχουμε λίγο, κυρίως λόγω έλλειψης προσωπικού στον ελεγκτικό μηχανισμό», αναγνωρίζει ο κ. Κουκουράκης.
Η πλατφόρμα MyCoast, που επιτρέπει στους πολίτες να αναφέρουν παραβιάσεις σε πραγματικό χρόνο, λειτουργεί συμπληρωματικά αλλά δεν υποκαθιστά την παρουσία επί τόπου. Η συμμετοχή της κοινωνίας στην προστασία του περιβάλλοντος ενισχύεται μέσω της τεχνολογίας, ωστόσο η τελική επιβολή απαιτεί ανθρώπινους πόρους που σήμερα δεν επαρκούν.
Παρά τα ελλείμματα, η οικονομική λογική του εγχειρήματος είναι, σύμφωνα με τον συνομιλητή μας, σαφής.
Η Κρήτη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό — μια εξάρτηση που ο ίδιος δεν διστάζει να χαρακτηρίσει «τεράστιο αναπτυξιακό λάθος».
Από τη στιγμή όμως που η οικονομία στηρίζεται σε αυτόν τον πυλώνα, η διατήρηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων του τόπου καθίσταται ζήτημα στρατηγικής επιβίωσης. «Η Ελλάδα γενικώς και η Κρήτη ειδικότερα, έχουν ένα τεράστιο και μοναδικό προσόν: τη βιοποικιλότητα και το τοπίο, το οποίο παρεμπιπτόντως όλοι ξεχνούν», υπογραμμίζει.
Η Ελλάδα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις των περιοχών με υψηλή βιοποικιλότητα παγκοσμίως, με ενδημικά είδη που δεν απαντώνται πουθενά αλλού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Androcymbium rechingeri, το λεγόμενο «κρινάκι της θάλασσας», που ανθίζει τον μήνα Ιανουάριο και δεν πρέπει να συγχέεται με το λευκό κρίνο που εμφανίζεται στις παραλίες κατά τους θερινούς μήνες. «Όλα αυτά είναι μοναδικά. Αυτό το πολύτιμο λοιπόν που έχουμε, τι πρέπει να το κάνουμε; Μα πρέπει να το προστατεύσουμε και να το αναδείξουμε· τότε μόνο παίζεις μπάλα μόνος στο γήπεδο. Γιατί οι άλλες χώρες δεν έχουν αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα», σημειώνει.
Η σκέψη συμπυκνώνεται σε τρεις λέξεις-κλειδιά. Διατήρηση: να παραμείνει το περιβάλλον στην πρότερη κατάστασή του παρά τη μαζική επισκεψιμότητα. Αναβάθμιση: όπου είναι δυνατή, η ενίσχυση των οικοσυστημάτων. Βιωσιμότητα: η δημιουργία θέσεων εργασίας και εισοδήματος που δεν υπονομεύει τη δυνατότητα των επόμενων γενεών να αντλούν αξία από τους ίδιους πόρους.
«Αυτός είναι — και συγχωρέστε μου την έκφραση — ο “μπακαλίστικος” τρόπος για να εξηγήσουμε με απλά λόγια τη λογική πίσω από την προστασία αυτών των περιοχών που τόσο επιζητούμε», είπε. Θεωρεί ότι τέτοιου είδους θεσμοί είναι εν τέλει εις όφελος των τοπικών κοινωνιών. Αρκεί να το αντιληφθούν: «Όσο πιο πολλοί γνωρίζουν και αντιληφθούν αυτό που λέμε, τόσο πιο πολλοί και πιο ενεργά θα εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση. Γιατί θα καταλάβουν ότι τελικά είναι προς το συμφέρον τους».
Η επόμενη μέρα
Η θεσμοθέτηση των «Απάτητων Παραλιών» σηματοδοτεί μια στροφή στη φιλοσοφία της παράκτιας διαχείρισης, που στην Κρήτη αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω της συγκέντρωσης ευαίσθητων οικοσυστημάτων και της παράλληλης τουριστικής πίεσης.
Η αποτελεσματικότητα, ωστόσο, θα κριθεί στην πράξη.
Σε πρώτο στάδιο, στην ολοκλήρωση της θεσμικής αλυσίδας, με τη μετάβαση των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών από την υπουργική έγκριση στο Προεδρικό Διάταγμα μέσω του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, στο αν θα προχωρήσει η αναγκαία ενίσχυση του ελεγκτικού μηχανισμού, ώστε οι απαγορεύσεις του νόμου να μην παραμείνουν στο χαρτί. Και σε ένα τρίτο επίπεδο, στην αντοχή του πλαισίου απέναντι σε μελλοντικές πιέσεις — από έργα «εθνικής σημασίας» ή και… ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που θα επιχειρήσουν να ενεργοποιήσουν τις υπαρκτές εξαιρέσεις του νόμου.
Η εμπειρία των Λευκών Ορέων αποτελεί την πιο εύγλωττη υπόμνηση. Ο χαρακτηρισμός μιας περιοχής ως «απάτητης» δεν αποτελεί τέλος της διαδρομής, αλλά αρχή μιας διαρκούς διαπραγμάτευσης μεταξύ της περιβαλλοντικής φιλοσοφίας και των πιέσεων που ασκούνται πάνω της. Η κατάληξη εξαρτάται από τη συνέπεια όλων των εμπλεκόμενων επιπέδων διοίκησης — αλλά και από την επαγρύπνηση των τοπικών κοινωνιών.
«Η θεωρία πρέπει να συνοδεύεται από τις αντιστοιχες πράξεις, αλλιώς παραμένει μόνο θεωρία», σημείωνε στην αρχή της συνέντευξής του ο κ. Κουκουράκης. Η φράση αυτή συμπυκνώνει το διακύβευμα.
Η Κρήτη, με τις 25 «Απάτητες Παραλίες» της, θα αποτελέσει για τα επόμενα χρόνια το πεδίο στο οποίο θα κριθεί κατά πόσο ο νέος θεσμός θα αποδειχθεί ουσιαστική μεταρρύθμιση ή θα προστεθεί στον κατάλογο των καλών προθέσεων.
Η προστασία των «Απάτητων Παραλιών» αποτελεί, εν τέλει, μια πράξη ευθύνης απέναντι στο μέλλον.
Η διατήρηση της οικολογικής ακεραιότητας του Μπάλου, του Ελαφονησίου και του Κεδρόδασους στην πρότερη κατάστασή τους αποτελεί τον μοναδικό τρόπο για να εξασφαλιστεί ότι οι επόμενες γενιές θα κληρονομήσουν ένα φυσικό κεφάλαιο ικανό να παράγει πλούτο και να συντηρεί θέσεις εργασίας, χωρίς να θυσιάζεται η βιοποικιλότητα στον βωμό της εφήμερης κερδοφορίας.
Εξίσου σημαντικά όμως, η προστασία αυτών των περιοχών διασφαλίζει ότι και οι μελλοντικές γενιές θα έχουν τη χαρά να τις επισκεφθούν, και να μαγευτούν μαζί τους, όπως μαγεύτηκαν τόσες και τόσες γενιές μέχρι σήμερα.
Άραγε, αυτό δε θα έπρεπε να αρκεί;