Εργάτες ταΐζουν ψάρια barramundi σε κλουβιά στον κόλπο Van Phong στο Βιετνάμ iStock

ΤΙ ΤΡΩΝΕ ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΟΥ;

Πώς θα νιώθατε αν ξέρατε ότι το ψάρι που παίρνετε από το κοντινότερο σουπερμάρκετ ή τον ιχθυοπώλη σας τρέφονταν από φτερά κοτόπουλου; Ή αν ξέρατε ότι αγοράζοντας ένα κιλό ψαριού μπορεί να συμβάλετε στην αφαίρεση σχεδόν τριών κιλών ψαριού από τα νερά άλλης χώρας όπου οι κάτοικοι τρέφονται με αυτά;

Πριν από περίπου δύο δεκαετίες ο Δημήτρης Δρίτσας επέλεξε λόγω της μεγάλης του αγάπης για την θάλασσα, να γίνει ιχθυολόγος και έτσι βρέθηκε σε πολλές μονάδες σε όλη την χώρα.

Τα όσα έχει βιώσει όμως όλα αυτά τα χρόνια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, τον έκαναν να αποστραφεί την βιομηχανία και να απομακρυνθεί τελικά από αυτή, επιλέγοντας τους τελευταίους μήνες μια ζωή δίπλα σε πρόβατα, κότες, αμπέλια και ελιές που φροντίζει με την σύντροφό του.

O Δρίτσας πλέον ζει πάνω σε μια κορφή ανάμεσα σε πλαγιές, δέντρα και πολύ πράσινο. Στην νέα του ζωή, όπου πλέον είναι καλλιεργητής, τίποτα δεν θυμίζει τις ιχθυοκαλλιέργειες.

«Είναι τρελά αυτά τα οποία γίνονται στις βιομηχανίες τροφίμων» λέει και περιγράφει ένα από τα ζητήματα που του έχουν κάνει μεγαλύτερη εντύπωση, «ένα ψάρι κανονικά δεν θα έτρωγε σόγια ή κοτόπουλο, είναι τρελό ότι δίνουμε τέτοια τροφή στα ψάρια».

Και αυτό δεν είναι το μόνο που βρίσκει παράλογο, «και μόνο το να σκεφτείς ότι για να παραχθεί ένα κιλό ψαριού ιχθυοκαλλιέργειας χρειάζεται να του δώσεις τροφή που περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο κιλά άγριο ψάρι, είναι μια τρέλα. Γιατί δεν τρως άγριο ψάρι εξαρχής;» αναρωτιέται ο ίδιος.

Για πάρα πολλά χρόνια η βιομηχανία των ιχθυοκαλλιεργειών παρουσιάζεται ως βιώσιμος κλάδος, παρά τις πολλαπλές οικολογικές καταστροφές που δημιουργούν οι εγκαταστάσεις στα τοπικά οικοσυστήματα.

Πέρα από αυτές όμως, υπάρχει ακόμα μια πτυχη που θέτει υπό αμφισβήτηση την βιωσιμότητα του κλάδου: η τροφή των ψαριών.

ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΜΕ ΣΟΓΙΑ;

Οι τροφές με τις οποίες ταΐζονται τα ψάρια ιχθυοτροφείου μοιάζουν σχηματικά με πέλλετ (σαν τις τροφές που δίνουμε στα κατοικίδια). Είναι ένα μείγμα που διαφοροποιείται αναλόγως με την «συνταγή» που παραγγέλνει η κάθε εταιρία για τα είδη που εκτρέφει. Τα βασικά συστατικά όμως είναι κοινά: πρωτεΐνες, βιταμίνες και άλλα στοιχεία που βοηθούν το ανοσοποιητικό σύστημα του ψαριού.

Μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 2000 οι βασικές πηγές πρωτεϊνών στις ιχθυοτροφές ήταν τα ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια- αλεύρι ή λάδι δηλαδή που προέρχεται από το άλεσμα μικρών ψαριών ή υπολείμματα φιλεταρίσματος ψαριών. Όμως, κάποια στιγμή o κλάδος συνειδητοποίησε ότι οι φυσικοί πόροι, δηλαδή τα άγρια ψάρια από τα οποία γίνονται τα ιχθυάλευρα και τα ιχθυέλαια, είναι πεπερασμένοι και οι τιμές στις πρώτες ύλες εκτοξεύτηκαν.

«Ένας τόνος ιχθυέλαιο ή ιχθυάλευρου που χρησιμοποιούσες μέχρι τις αρχές του 2000 κόστιζε 400 ευρώ, σήμερα κοστίζει μέχρι και 3.000» λέει ο Ιωάννης Καραπαναγιωτίδης καθηγητής στο τμήμα Γεωπονίας, Ιχθυολογίας και Υδάτινου Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας με γνωστικό αντικείμενο την διατροφή των ψαριών.

Ο κλάδος λοιπόν έπρεπε να αναζήτησει οικονομικότερες και κατάλληλες εναλλακτικές και τις βρήκε. Πλέον χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό τα πτηνάλευρα, πτεράλευρα και η σόγια. Σε κάθε περίπτωση, όλες αυτές οι εναλλακτικές, είναι ασφαλείς τόσο για τον άνθρωπο όσο και για τα ψάρια, όμως έχουν χαμηλότερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, ω-3 λιπαρά οξέα και βιταμίνες για τα ψάρια, σε σύγκριση με τα προϊόντα που λαμβάνονται από ολόκληρα ψάρια.

«Εδώ και δεκαετίες ο κλάδος της ιχθυοκαλλιέργειας μειώνει διαρκώς τα επίπεδα συμμετοχής των ιχθυαλεύρων και ιχθυελαίων που προέρχονται από άγρια ψάρια χρησιμοποιώντας εναλλακτικές πρώτες ύλες στις ιχθυοτροφές» προσθέτει ο Καραπαναγιωτίδης . «Σήμερα η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια χρησιμοποιεί αποκλειστικά ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια από αποθέματα που δεν υπεραλιεύονται, η προέλευση-παραγωγή των οποίων πιστοποιείται μέσω διεθνώς αναγνωρισμένων οργανισμών και διαδικασιών. Παράλληλα, χρησιμοποιούνται άλευρα και έλαια που προέρχονται από τη φιλετοποίηση αλιευμένων και εκτρεφόμενων ψαριών, συνεισφέροντας έτσι στην ανακύκλωση θρεπτικών, τη μείωση των στερεών αποβλήτων και τη καλύτερη αξιοποίηση των φυσικών πόρων του πλανήτη».

ΠΟΣΑ ΑΓΡΙΑ ΨΑΡΙΑ ΤΑΪΖΟΥΝ ΕΝΑ ΨΑΡΙ ΙΧΘΥΟΤΡΟΦΕΙΟΥ;

Το ερώτημα του πόσα άγρια ψάρια αλιεύονται για να ταϊστούν τα ψάρια ιχθυοτροφείου, το επωνομαζόμενο στη διεθνή βιβλιογραφία «Fish in- Fish out ratio», είναι ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει και διχάσει έντονα τόσο την βιομηχανία όσο και την επιστημονική κοινότητα καθώς είναι εξαιρετικά περίπλοκο να υπολογιστεί και συχνά οι μεθοδολογίες που χρησιμοποιεί ο κάθε επιστημονας αμφισβητούνται.

Απευθυνθήκαμε σε μεγάλες εταιρίες που παράγουν στην Ελλάδα ιχθυοτροφές για να μάθουμε περισσότερα για τον τρόπο που λειτουργούν, αλλά μέχρι την στιγμή που γράφουμε αυτό το κείμενο δεν μας απάντησαν.

Ρωτήσαμε και την Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ) αν έχει κάποια εικόνα το Fish In – Fish Out ratio στις ελληνικές υδατοκαλλιέργειες, αλλά ούτε εκείνη μας έχει απαντήσει μέχρι στιγμής.

Στην πρόσφατη ετήσια έκθεσή της υποστηρίζει ότι για την παρασκευή των ιχθυοτρόφων το 2024, χρησιμοποιήθηκε το 0,6% της παγκόσμιας παραγωγής ιχθυαλεύρων και το 1,6% της παραγωγής ιχθυελαίου από την άγρια αλιεία.

Το ποσοστό αυτό φαίνεται σχεδόν αμελητέο, όμως σε απόλυτους αριθμούς η εικόνα αλλάζει, αφού σημαίνει ότι για την παρασκευή ιχθυοτροφών στην Ελλάδα το 2024 μπορεί να χρησιμοποιήθηκαν 30.000 τόνοι ιχθυαλεύρων και περίπου 16.000 τόνοι ιχθυελαίου.

Αυτό ισοδυναμεί με περίπου 143.000 τόνους πρώτης ύλης (είτε ολόκληρα ψάρια είτε υποπροϊόντα από φιλετάρισμα) για τα ιχθυάλευρα και από 267.000 έως 800.000 τόνοι πρώτης ύλης για τα ιχθυέλαια.

Δεδομένα από την έκθεση του EUMOFA 2025 24 MEDIA Creative Team

 

Χρησιμοποιήσαμε λοιπόν περίπου πάνω από 140.000 τόνους πρώτης ύλης ψαριών για μια ετήσια παραγωγή 122.000 τόνων θαλάσσιων ψαριών στις 285 μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας που έχουμε στην Ελλάδα.

Η ΕΛΟΠΥ δηλώνει ότι σύμφωνα με τα στοιχεία των ελληνικών εργοστασίων ιχθυοτροφών το 2024, η πλειονότητα του ιχθυελαίου και του ιχθυαλεύρου που χρησιμοποίησαν προήλθε από ό,τι απέμεινε από την φιλετοποίηση ψαριών.

Πιο συγκεκριμένα σημειώνουν ότι «το 73% προήλθε από την φιλετοποίηση άλλων ψαριών και το 27% από πιστοποιημένες αλιευτικές δραστηριότητες». Έτσι, υποστηρίζουν ότι οι ελληνικές ιχθυοτροφές αποτελούν «παράδειγμα κυκλικής οικονομίας αφού το 50%-55% προέρχεται από την μετατροπή παραπροϊόντων σε πρώτες ύλες».

«2,7 ΚΙΛΑ ΑΓΡΙΩΝ ΨΑΡΙΩΝ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΙΛΟ ΤΣΙΠΟΥΡΑ»

Με αυτή την οικολογική οπτική όμως διαφωνούν ορισμένοι επιστήμονες.

Σε επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2024 στο περιοδικό Science Advances οι ερευνητές κατέληξαν στο ότι για την παραγωγή ψαριών ιχθυοτροφείου χρησιμοποιούνται πολύ περισσότερα άγρια ψάρια από ό,τι πιστεύαμε προηγουμένως.

«Στην έρευνά μας, μεταξύ άλλων, βρήκαμε δεδομένα για την κατηγορία ψαριών στην οποία ανήκουν το λαβράκι και η τσιπούρα που είναι αυτά που παράγει κυρίως η Ελλάδα και η Τουρκία. Για αυτή την κατηγορία λοιπόν είδαμε ότι κατά μέσο όρο, χρειάζονται 2,7 κιλά άγριων ψαριών που αλιεύονται από θάλασσες ​​για να παραχθεί ένα κιλό λαβρακιού ή τσιπούρας ιχθυοτροφείου» λέει ο Μαθιου Χάγιεκ, Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Περιβαλλοντικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης που συμμετείχε στην εν λόγω έρευνα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της επιστημονικής μελέτης «Feeding global aquaculture» 24 MEDIA Creative Team

Όπως τονίζει, «Για να παραχθεί φθηνή τροφή υψηλής θρεπτικής αξίας, ο κλάδος συνήθως αναμιγνύει υποπροϊόντα ψαριών (όπως κεφάλια και πτερύγια) με ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια που προέρχονται από ολόκληρα ψάρια. Ακόμη και αν μια εταιρεία χρησιμοποιεί μόνο υποπροϊόντα (κεφάλια, δέρματα, κόκαλα, λέπια και εντόσθια), αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί μια πλήρως κυκλική ή οικολογική πρακτική μηδενικού περιβαλλοντικού αντίκτυπου».

Όπως εξηγεί ο  Χάγιεκ, όταν κάποιος αλιεύει ένα ψάρι από το φυσικό περιβάλλον, προκύπτουν δύο παράπλευρα προϊόντα: φιλέτα ψαριού και υπολείμματα. Όταν και τα δύο αυτά προϊόντα έχουν αγοραία αξία, στις περιβαλλοντικές μελέτες είναι απαραίτητο να κατανεμηθεί μέρος των επιπτώσεων της αρχικής αλίευσης του πόρου και στα δύο αυτά παράπλευρα προϊόντα.

Έτσι, όταν οι εταιρείες αγοράζουν και πωλούν «παράπλευρα προϊόντα», όπως τα υπολείμματα, αυτά τα χρήματα καθιστούν την αρχική αλιευτική δραστηριότητα πιο κερδοφόρα. Αυτό δημιουργεί ένα οικονομικό κίνητρο για τη διατήρηση της αλιείας σε υψηλά επίπεδα.

«Στην περιβαλλοντική επιστήμη, εάν ένα υποπροϊόν έχει τιμή αγοράς, μοιράζεται την ευθύνη για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αρχικής εξόρυξης του πόρου, στην περίπτωση αυτή της αλιευτικής παραγωγής, επειδή συμβάλλει στη χρηματοδότηση και στην τόνωση της ζήτησης για την εν λόγω αλιευτική παραγωγή» λέει, καταλήγοντας ότι με λίγα λόγια: όταν τα υποπροϊόντα της αλιείας αποφέρουν κέρδος, δεν είναι περιβαλλοντικά ουδέτερα, επειδή χρηματοδοτούν περαιτέρω την αλιεία.

 

Για τη Τζένιφερ Ζακέτ, καθηγήτρια περιβαλλοντικής επιστήμης και πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι που επίσης συμμετείχε στην έρευνα, η εκτροφή υδρόβιων σαρκοφάγων δεν είναι από τη φύση της βιώσιμη.

Ακόμη και όταν μειώνεται η ποσότητα ψαριού στις τροφές, την ανησυχεί το ότι ουσιαστικά προσπαθούμε να επιβάλουμε κάτι αφύσικο στα σαρκοφάγα ψάρια.

Αυτό που τονίζει είναι κάτι που έχει σε μεγάλο βαθμό παραβλεφθεί στον κυρίαρχο διάλογο και συχνά δεν λαμβάνεται υπόψη στην εκτίμηση των επιπτώσεων: «Έχουμε φτάσει στο σημείο να καταστρέφουμε τροπικά δάση και να καλλιεργούμε φυτά —από καλαμπόκι μέχρι σόγια— για να ταΐσουμε τα ψάρια».

ΨΑΡΙΑ ΦΤΩΧΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΑΪΖΟΥΝ ΨΑΡΙΑ ΓΙΑ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ

Ακόμα και στην περίπτωση που τα σαρκοφάγα ψάρια ιχθυοτροφείου ταΐζονται με ψάρια, παγκοσμίως, τίθενται σημαντικά ηθικά διλήμματα.

Ο Αλιού Μπα είναι υπεύθυνος για θέματα ωκεανών στη Greenpeace Africa. Όπως θυμάται, γύρω στη δεκαετία του 2000, εργοστάσια παραγωγής ιχθυοτροφών άρχισαν να εγκαθίστανται σε χώρες της Δυτικής Αφρικής, αλιεύοντας ψάρια για να τα αλέσουν και να τα εξάγουν στην Ευρώπη και την Ασία ως ιχθυοτροφές.

Μέχρι τότε η σαρδελίνα και το μπόνγκα (που θεωρούνται μικρά πελαγικά ψάρια) ήταν ευρέως διαθέσιμα στις παράκτιες κοινότητες. Οι ντόπιοι κάτοικοι της Σενεγάλης, Μαυριτανίας και Γκάμπια συνήθιζαν να τα τρώνε καθημερινά, καθώς ήταν η πιο προσιτή πρωτεΐνη στην οποία είχαν πρόσβαση.

«Τα ψάρια των φτωχών ανθρώπων ταίζουν τα ψάρια που προορίζονται για τους πλούσιους» λέει αφοπλιστικά ο κΜπα.

Επιπλέον, στις κοινότητες αυτές πολλές γυναίκες ασχολούνταν επαγγελματικά με την επεξεργασία αυτων των μικρών πελαγικών ψαριών. Συνήθιζαν να τα αποξηραίνουν και να τα εμπορεύονται σε άλλες περιοχές της ενδοχώρας που δεν είχαν πρόσβαση σε θάλασσα. Έτσι κατάφερναν να συντηρούν ολόκληρες οικογένειες, ακόμα και να αγοράζουν τα καΐκια για τους άνδρες της οικογένειας που ψάρευαν ή και αμάξια. Όπως υποστηρίζουν οι ντόπιοι, πλέον μεγάλο μέρος αυτών των ψαριών πωλείται στα εργοστάσια, παρακάμπτοντας τις γυναίκες.

«Είναι πολύ προβληματικό και ανήθικο ότι ανταγωνίζονται την τοπική κατανάλωση. Ταίζεις ζώα αντί να ταΐσεις ανθρώπους» λέει, και εξηγεί ότι σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου υπάρχουν εργοστάσια ιχθυοτροφών όπως το Περού, στην Δυτική Αφρική (Σενεγάλη, Μαυριτανία, Γκάμπια) από αυτά τα μικρά ψάρια τρέφονταν σε μεγάλο βαθμό ο τοπικός πληθυσμός.

Στην χώρα μας, δεν έχουμε εργοστάσια ιχθυαλεύρων, έχουμε όμως 8 εργοστάσια ιχθυοτροφών Δηλαδή εισάγουμε τα ιχθυάλευρα και ιχθυέλαια τα οποία μπαίνουν στις ιχθυοτροφές. Η Ελλάδα μάλιστα, αποτελεί μια από τις χώρες που εισάγει τις μεγαλύτερες ποσότητες ιχθυαλεύρων στην ΕΕ πίσω από την Ισπανία και την Δανία.

Όπως φαίνεται και από όσα μας περιγράφει ο  Μπα, έχει σημασία το από που προέρχονται αυτές οι εισαγωγές αφού σε ορισμένες χώρες της Αφρικής η αλίευση άγριων ψαριών για την παρασκευή ιχθυαλεύρων προκαλεί προβλήματα στις τοπικές κοινωνίες.

Από το 2020 μέχρι και το 2025, η Ελλάδα έχει εισάγει από την Σενεγάλη και την Μαυριτανία 3.948,968 τόνους ιχθυάλευρων που σύμφωνα με τον Μπα αντιστοιχούν σε 15.795,872 τόνους φρέσκα ψάρια, μια πιο συντηρητική αναλογία από αυτή που προτάσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ουσιαστικά αντιστοιχεί σε 18.796 τόνους πρώτης ύλης.

Σύμφωνα με τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, το σύνολο των εισαγωγών από αφρικανικές χώρες (Μαρόκο, Δημ. της Νότιας Αφρικής, Σενεγάλη, Γκάνα) ήταν 29.432,197 τόνοι. Σχεδόν ίδια με την ποσότητα (29.425,505 τόνοι) που εισαγάγαμε από τους δύο μεγαλύτερους παραγωγούς ιχθυαλεύρων στην Ευρώπη, την Δανία και την Ισπανία.

Μπορεί αυτά τα ποσά που βλέπουμε να μην αφορούν μόνο τις ιχθυοκαλλιέργειες, καθώς τα ιχθυάλευρα χρησιμοποιούνται και σε άλλες ζωοτροφές. Όμως, όπως σημειώνει η EUMOFA, στην έκθεσή της που αφορά τα ιχθυάλευρα και τα ιχθυέλαια «το ιχθυάλευρο είναι μια εξαιρετική πηγή πρωτεΐνης που χρησιμοποιείται κυρίως στις ζωοτροφές για τα είδη υδατοκαλλιέργειας και για τα ζώα εκτροφής. Το ιχθυέλαιο χρησιμοποιείται κυρίως για την παραγωγή ζωοτροφών για εκτρεφόμενα ψάρια και ραφιναρισμένο ιχθυέλαιο για ανθρώπινη κατανάλωση (πχ σε κάψουλες ιχθυελαίου). 24 MEDIA Creative Team

Στην κορυφή για το 2024, βρίσκεται το Μαρόκο. Όπως μας τόνισαν συνεντευξιαζόμενοι με τους οποίους συνομιλήσαμε στο πλαίσιο του ρεπορτάζ, σε αντίθεση με τις χώρες της Δυτικής Αφρικής, στο Μαρόκο ο πληθυσμός δεν συνηθίζει να τρώει αυτά τα μικρά ψάρια  (Sardinella aurita, Sardinella maderensis και Bonga) και επομενως δεν τίθεται ζήτημα επισιτιστικής ασφάλειας. Υπάρχουν όμως άλλες οπτικές στο ζήτημα αν σκεφτούμε ότι υπάρχουν ψάρια του Μαρόκο που μετακινούνται και στις θάλασσες των χωρών της Δυτικής Αφρικής.

Ο  Μπα τονίζει ότι μπορεί οι Μαροκινοί να μην τα τρώνε, όμως «αλιεύοντας αυτά ψάρια επηρεάζονται τα ιχθυοαποθέματα χωρών της Δυτικής Αφρικής αφού μοιράζονται την ίδια θάλασσα και ουσιαστικά το ίδιο απόθεμα».

ΠΟΙΟΣ ΕΛΕΓΧΕΙ ΟΤΙ ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΑΛΙΕΥΟΝΤΑΙ ΜΕ ΒΙΩΣΙΜΟ ΤΡΟΠΟ;

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, από τις απαντήσεις που μας έδωσαν από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης γίνεται ξεκάθαρο ότι οι έλεγχοι που γίνονται στο τελωνείο αφορούν καθαρά κτηνιατρικά ζητήματα και δεν γίνεται λόγος για κάποια αξιολόγηση του αν διαχειρίζεται η εκάστοτε τρίτη χώρα εισαγωγής αειφορικά τα αποθέματά της.

Άρα η ευθύνη του από που προέρχονται οι ιχθυοτροφές και αν αλιεύονται με αειφορικό τρόπο βαραίνει καθαρά στις ίδιες τις εταιρίες.

Στην ετήσια έκθεσή της η Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας τονίζει ότι στα προϊόντα ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας γίνεται αυστηρός έλεγχος για την προέλευση των πρώτων υλών, εξασφαλίζοντας ότι τα ιχθυάλευρα και τα ιχθυέλαια προέρχονται από αλιευτικές δραστηριότητες που τηρούν τις αρχές της αειφόρου διαχείρισης.

«Tα εργοστάσια ιχθυοτροφών συνεργάζονται με Διεθνείς φορείς IFFO/MARINTRUST ωστε να εξασφαλίζεται ότι η προέλευση όλων των ιχθυαλεύρων να είναι από πιστοποιημένες πηγές» σημειώνουν.

Πράγματι το MarinTrust είναι από τα πιο γνωστά διεθνή προγράμματα πιστοποίησης για την πιστοποίηση θαλάσσιων συστατικών και αφορά τα εργοστάσια παραγωγής – οι τελικοί πελάτες δηλαδή δεν βλέπουν κάποιο σχετικό λογότυπο στις συσκευασίες θαλασσινών.

«Από όσα έχουμε διερευνήσει, αυτή η πιστοποίηση φαίνεται πολύ αδύναμη», λέει η δημοσιογράφος Χέιζελ Χίλι. «Ορισμένοι επικριτές την περιγράφουν ως ένα εργαλείο που δεν είναι παρά μια μορφή greenwashing».

Η Μπριζίτ Γουέαρ και Χέιζελ Χίλι από ερευνητικό μέσο De Smog από τις λίγες που έχουν εξετάσει σε τόσο μεγάλο βάθος την βιομηχανία των ιχθυοκαλλιεργειών. Έχουν δημοσιεύσει δεκάδες ερευνητικά ρεπορτάζ για την βιομηχανία και μεταξύ άλλων έχουν περάσει ολόκληρες εβδομάδες προσπαθώντας να κατανοήσουν τον τρόπο με τον οποίο δίνονται οι πιστοποιήσεις που προβάλλονται συχνά ως διαπιστευτήριο βιωσιμότητας για τις ιχθυοκαλλιέργειες και τις τροφές που χρησιμοποιούν.

Όπως έχουν αναδείξει οι δημοσιογράφοι, ένα από τα βασικά ζητήματα που εγείρει το MarinTrust είναι ότι στις διοικητικές του δομές ελέγχεται πλήρως από μέλη του IFFO, του εμπορικού σύνδεσμου για την βιομηχανία ιχθυαλεύρων και ιχθυελαίων.

Η MarinTrust λέει ότι η αξιολόγηση για η συμμόρφωση με το πρότυπο διενεργείται από διαπιστευμένο Φορέα Πιστοποίησης που είναι ανεξάρτητο από το MarinTrust. Επιπλέον, δηλώνουν ότι το ίδιο το MarinTrust δεν λαμβάνει την απόφαση για την απονομή ή την απόρριψη πιστοποίησης.

Όμως παρόλα αυτά μιλάμε για ένα πρότυπο όπου οι ίδιες οι εταιρείες που ελέγχονται, θέτουν τα κριτήρια πιστοποίησης με τα οποία θα αξιολογηθούν.

Επιπλέον, οι δημοσιογράφοι μέσα από την έρευνά τους έχουν εντοπίσει ορισμένες παραδοξότητες στον τρόπο που πιστοποιούνται οι χώρες όπου βρίσκονται τα εργοστάσια. Όπως εξηγούν, οι χώρες του Νότου χρειάζονται αυτή την πιστοποίηση για να έχουν πρόσβαση στις αγορές, παρόλο που μπορεί να μην διαθέτουν πάντα τους πόρους ή τα συστήματα που απαιτούνται για την παρακολούθηση κάποιων δεικτών. Παράλληλα, οι εταιρείες επιθυμούν να προμηθευτούν τα προϊόντα αυτά, προβάλλοντας παράλληλα μια εικόνα βιωσιμότητας και έτσι γίνονται κάποιες παραχωρήσεις.

Για παράδειγμα, όπως αφηγούνται «Μία από τις χώρες στις οποίες πιστοποιεί εργοστάσια το MarinTrust είναι το Μαρόκο. Για να πάρεις αυτή την πιστοποίηση θα πρέπει η χώρα να μετρά τα ιχθυοαποθέματα της ώστε να μην αλιεύει περισσότερα από όσα πρέπει. Αλλά μέσα από την έρευνα μας είδαμε ότι το Μαρόκο αναγνωρίζει ότι αυτό δεν είναι δυνατό. Έτσι, απλώς κάνουν μια εκτίμηση» λένε και αναρωτιούνται, «όταν γίνονται παραχωρήσεις, ποια είναι η αξία της πιστοποίησης αν βασίζεται μόνο σε μια εκτίμηση; Έτσι μπορούμε να γνωρίσουμε πραγματικά αν παραβιάζονται τα όρια ασφαλούς αλιείας;»

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα και στην συζήτηση με τον Δρίτσα, αξίζει να σταθούμε σε μια σκέψη του, που δίνει την εικόνα για το πως έχουμε φτάσει στο σήμερα: «Η βιομηχανία αυτή δεν φτιάχτηκε επειδή δεν μας φτάνουν τα ψάρια που βρίσκονται στην θάλασσα. Όλη αυτή η βιομηχανία, αυτή η τρέλα που βλέπουμε, έχει γίνει επειδή πλέον όλοι έχουμε μάθει στην πολυτέλεια του θέλω τσιπούρα, την θέλω τώρα. Θέλω κοτόπουλο, το θέλω τώρα» λέει.

Ενθυμούμενος τα όσα είχε δει με τα ίδια του τα μάτια δουλεύοντας στις ιχθυοκαλλιέργειες καταλήγει στο ότι «Είμαστε τυχεροί που ζούμε σε μια χώρα που έχει θάλασσα. Μπορούμε να φάμε αγριο ψάρι πολύ πιο οικονομικά και ας μην είναι τσιπούρα και λαβράκι. Άρα για ποιο λόγο να φάμε ψάρι ιχθυοκαλλιέργειας και να κάνουμε όλο αυτό τον κύκλο εργασιών και όλη αυτή την μόλυνση στο περιβάλλον; Οταν μπαίνουν κλουβιά ο βυθός δεν είναι πια ο ίδιος, αλλάζει ο μικροκλίμα, το οξυγόνο και το μοριακό φορτίο στην περιοχή. Γιατί να αλλάξουμε έτσι όλο το φυσικό τοπίο και το βυθό;»

Σχετικό Άρθρο
Info:

Αυτό το ρεπορτάζ δημιουργήθηκε με την υποστήριξη του Earth Journalism Network της Internews.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα