ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

ΚΑΡΑ ΧΟΦΜΑΝ: “ΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΟΧΥΡΟ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ GENTRIFICATION”

Μια συνάντηση δίπλα στη σιδηρόφρακτη πλατεία. Με αφορμή τους Κράχτες, το πολυσυζητημένο της μυθιστόρημα, η διακεκριμένη Αμερικανίδα συγγραφέας μιλάει στο NEWS 24/7 για τις νεανικές της περιπέτειες στην Αθήνα της δεκαετίας του ’80 και για τη ζωή της σήμερα στο κέντρο της πρωτεύουσας που είναι ευρωπαϊκή, βαλκανική, ανατολίτικη και δεν μοιάζει με καμία άλλη στον κόσμο.

Τριάντα πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που Κάρα Χόφμαν μετά από ένα δωδεκάωρο ταξίδι με το τρένο έφτασε στον Σταθμό Λαρίσης, όμως η διακεκριμένη συγγραφέας θυμάται ακόμη με λεπτομέρειες πώς ένιωσε και τί σκέφτηκε αντικρίζοντας για πρώτη φορά την Αθήνα. 

«Πριν έρθω εδώ βρισκόμουν στη Βενετία. Κοιμόμουν όπου έβρισκα, έκανα συνέχεια βόλτες με τα θαλάσσια ταξί και, όπως φαντάζεσαι, ήμουν αποσβολωμένη από την ομορφιά της πόλης. Όταν έφτασα λοιπόν στον Σταθμό Λαρίσης μετά από ένα κουραστικό ταξίδι μέσω Γιουγκοσλαβίας, που ακόμη υπήρχε τότε, έπαθα σοκ. Ήταν απίστευτη η φασαρία, η βρομιά και το νέφος. Το μόνο που μπορούσα να μυρίσω ήταν το καυσαέριο. Και η ζέστη -μιας και έφτασα λίγο πριν τελειώσει το καλοκαίρι- ήταν αποπνικτική. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι επρόκειτο για ένα μέρος άσχημο, ταυτόχρονα όμως απίστευτα όμορφο με ένα δικό του, περίεργο τρόπο. Ήταν φαντασμαγορικό όλο αυτό που βίωσα».

Η Αθήνα τονίζει ότι δεν έμοιαζε με καμία άλλη από τις πόλεις που είχε επισκεφτεί μέχρι τότε, πόσο μάλλον με τη γενέτειρά της. «Κατάγομαι από μια μικρή, επαρχιακή αμερικανική πόλη οπότε η Αθήνα ήταν ουσιαστικά η πρώτη μεγαλούπολη στην οποία έζησα μόνη μου. Θυμάμαι να χάνομαι στους δρόμους της πόλης και να το απολαμβάνω. Και, πίστεψε με, χανόμουν συχνά. Ήταν αναπόφευκτο. Όχι μόνο γιατί δεν μπορούσα να διαβάσω ελληνικά. Η ρυμοτομία εδώ πέρα είναι εντελώς χαοτική». 

Στα 19 της η ελληνική πρωτεύουσα ήταν η πιο «εξωτική», μέχρι τότε τουλάχιστον, στάση στο μεγάλο ταξίδι χωρίς συγκεκριμένο προορισμό που είχε ξεκινήσει λίγο νωρίτερα. Πάντα ήθελε να φύγει από το σπίτι της. Ποτέ της δεν είχε φανταστεί ότι θα έφτανε τόσο μακριά. 

«Εκεί που γεννήθηκα οι φυλακές είναι η βαριά βιομηχανία. Υπάρχουν δύο φυλακές υψίστης ασφαλείας στην πόλη. Η ίδια η ύπαρξη της πόλης οφείλεται κατά κάποιο τρόπο στο ότι παλιά χτίστηκαν εκεί φυλακές για στρατιώτες των Νοτίων στον εμφύλιο πόλεμο των ΗΠΑ. Από τότε λίγο πολύ παρέμεινε ένας τόπος για φυλακισμένους. Κατά τα άλλα η οικονομία της πόλης για πολύ καιρό βασιζόταν στην υλοτομία μιας και είναι περιτριγυρισμένη από δέντρα. Ώσπου τελείωσε αυτή η ιστορία και η τοπική οικονομία σχεδόν κατέρρευσε. Είναι πολύ περίεργο μέρος. Τα σχολεία είναι χάλια, τα πολιτιστικά δρώμενα είναι ανύπαρκτα, δεν έχει τίποτα να κάνεις. Σίγουρα τέτοια μέρη υπάρχουν παντού στον κόσμο, ίσως ακόμη και στην Ελλάδα. Μεγαλώνεις και νιώθεις ότι πνίγεσαι» λέει στο NEWS 24/7, τονίζοντας όμως ότι ένα τέτοιο ασφυκτικό πλαίσιο μπορεί να λειτουργήσει και ως κίνητρο. «Ταυτόχρονα ένα τέτοιο μέρος σε ωθεί να ονειρεύεσαι και να φαντάζεσαι μια άλλη ζωή για τον εαυτό σου». 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Για καλή της τύχη οι γονείς της δεν προσπάθησαν ποτέ να τη φρενάρουν. «Από πολύ νωρίς μου έμαθαν πόσο σημαντικό είναι να διαβάζεις βιβλία. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που το να κάνεις ενδιαφέρουσες, ανατρεπτικές σκέψεις θεωρούνταν πολύ σημαντικό» λέει. Δεν προσπάθησαν να την επαναφέρουν στον «ίσιο δρόμο» ούτε καν όταν η μία κοπάνα από το σχολείο διαδεχόταν την άλλη. «Όποτε ασχολιόμουν με το σχολείο ήμουν καλή μαθήτρια. Αλλά δεν ασχολιόμουν συχνά. Ποτέ δεν μου άρεσε. Την κοπανούσα συνέχεια. Θυμάμαι να μπαίνω το πρωί από τη μπροστινή πόρτα, να περπατάω στον διάδρομο, να πηγαίνω κατευθείαν στην έξοδο, να φεύγω χωρίς να πω τίποτα σε κανένα και να επιστρέφω στο σπίτι για να διαβάσω λογοτεχνία με τις ώρες. Δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με το σχολείο».

Ήταν η περίοδος που άκουγε πολύ πανκ. «Σε μια πόλη σαν κι αυτή που μεγάλωσα δεν σου μένουν πολλά να κάνεις πέρα από το να ακούς πανκ, να ξυρίζεις το κεφάλι σου και με την παρέα σου να μπλέκεις σε διάφορες περιπέτειες…νεανικού βανδαλισμού, ας το θέσω έτσι» λέει. Ώσπου τελικά παράτησε το σχολείο πριν αποφοιτήσει, νιώθοντας έτοιμη να φύγει όσο πιο μακριά μπορούσε γιατί, όπως τονίζει, από μικρή ένιωθε ότι δεν ήθελε να έχει την παραμικρή σχέση με όλο αυτό που νοείται ως «αμερικανικό όνειρο».

«Ναι, ανέκαθεν μισούσα αυτή τη διάσταση των ΗΠΑ, όλο αυτό που πρεσβεύουν, τον ασύδοτο καπιταλισμό ως μονόδρομο κλπ. Ήθελα να φύγω από εκεί πέρα με την πρώτη ευκαιρία. Υποθέτω ότι έπαιξε ρόλο και το ότι από μικρή διάβαζα συνέχεια ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Αλλά και το ότι ο αδερφός μου, που ήταν στρατιωτικός, κάποια στιγμή μετατέθηκε στη Βιτσέντσα, παντρεύτηκε Ιταλίδα κι έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να τον επισκεφτώ και να καταλάβω ότι η ποιότητα ζωής στην Ιταλία ακόμη και για ένα στρατιωτικό που ζει σε ένα διαμέρισμα είναι πολύ καλύτερη απ’ ό,τι μπορούσε να φανταστεί η οικογένειά μου πίσω στο σπίτι μου».

Έφυγε λοιπόν με ένα οne way ticket για την Ευρώπη, με τους γονείς της να μην προσπαθούν να τη σταματήσουν, γεγονός που εκ των υστέρων υποθέτει κανείς ότι ίσως και να οφείλεται σε κάποιο βαθμό για τη διατήρηση των μεταξύ τους σχέσεων. Η Χόφμαν τους έστελνε γράμματα χωρίς όμως να σκέφτεται καν ότι θα επέστρεφε κάποτε στις ΗΠΑ που για εκείνη ήταν «το επίκεντρο ενός απόλυτου κακού, μιας ασφυκτικής κουλτούρας καταπίεσης σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Ο ασύδοτος καπιταλισμός δεν κάνει καλό στην ψυχή κανενός. Αλήθεια έτσι ένιωθα».

Το πώς και γιατί νιώθει σήμερα δεν απέχει πολύ. «Πώς να θελήσω να μείνω σε ένα μέρος που εκτός όλων των άλλων υπάρχει τόση βία εξαιτίας της ανεξέλεγκτης οπλοχρησίας; Επίσης, δεν είναι τρομερό το ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να ξαναγίνει πρόεδρος κάποιος που ουσιαστικά προσπάθησε να σαμποτάρει την ίδια του την κυβέρνηση;» λέει αναφερόμενη στον Ντόναλντ Τραμπ, σπεύδοντας όμως να συμπληρώσει το σχόλιο της όσον αφορά τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές ώστε να μην παρεξηγηθεί ότι υποστηρίζει τον Τζο Μπάιντεν: «Το χειρότερο είναι ότι και οι δύο επιλογές είναι χάλια. Θα μου πεις ότι στην πολιτική ίσχυε πάντα η λογική ότι τελικά ψηφίζεις του “μη χείρον βέλτιστον”. Δεν είναι όμως ηλίθιο και καταστροφικό αυτό το σύστημα; Ο δικομματισμός στις ΗΠΑ διαρκώς οδηγεί στην πόλωση η οποία με τη σειρά της δεν οδηγεί πουθενά». 

Επιστροφή όμως στην Αθήνα λίγο πριν πέσει η αυλαία του καλοκαιριού του 1988. Η θερμοκρασία είναι στα ύψη. Το νέφος σκεπάζει την πόλη. Η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Και η Κάρα Χόφμαν, μια νεαρή, ρέμπελη Αμερικανίδα φτάνει στον Σταθμό Λαρίσης χωρίς να ξέρει τίποτα γενικά για την Ελλάδα («τίποτα πέρα από μύθους και ιστορίες για την αρχαιότητα») και ειδικά για την Αθήνα («μια πόλη που αποτελεί μοναδικό υβρίδιο, είναι ευρωπαϊκή, βαλκανική, ανατολίτικη, αφρικανική, είναι η σύζευξη πολλών διαφορετικών πτυχών και τάσεων και διαφωνιών, ιδεολογικών και μη. Είναι ένας πολύ έντονος τόπος») και όλως παραδόξως πιάνει αμέσως δουλειά ως κράχτης σε ένα κακόφημο ξενοδοχείο στην οδό Δηληγιάννη.

Ευτυχώς γιατί όπως θυμάται ήταν εντελώς άφραγκη. «Το πολύ να είχα συνολικά 30 δολάρια στην τσέπη. Αλλά αυτό έκανα τότε στα ταξίδια μου: πήγαινα κάπου, έκανα δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσω, μετά έφευγα και στον επόμενο προορισμό συνέχιζα με τον ίδιο τρόπο. Δεν είχα μία όταν έφτασα στην Αθήνα κι επειδή ο χειμώνας δεν θα αργούσε, αποφάσισα να μείνω εδώ γιατί ήξερα ότι δεν θα μπορούσα να κοιμάμαι δεξιά κι αριστερά, ίσως και στον δρόμο, κάπου που θα είχε πολύ κρύο». Στο τρένο γνώρισε κάποιον που θα αποδεικνυόταν άνθρωπος-κλειδί για τη ζωή της, στον οποίο βάσισε και έναν από τους πρωταγωνιστικούς ήρωες του βιβλίου της Οι Κράχτες που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Gutenberg). 

Το εξώφυλλο του βιβλίου

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε τα εξής: Αθήνα, 1988. Ένα ζευγάρι Άγγλων, ο μαύρος ποιητής και μποξέρ Μάιλο και ο λευκός αλκοολικός Τζάσπερς, για να εξασφαλίσουν δωρεάν διαμονή σ᾽ ένα φθηνό ξενοδοχείο κοντά στον σταθμό Λαρίσης και λίγα χρήματα για τα ποτά τους, κάνουν τους κράχτες με στόχο να προσελκύσουν τουρίστες στο ξενοδοχείο. Η γνωριμία τους με την Αμερικανίδα Μπράιντι θα αλλάξει τη ζωή και των τριών για πάντα. «Νεανικές φιλίες και η παρατεταμένη ηχώ τους στον χρόνο» (Newsweek). Μια ιστορία επιβίωσης, «όμορφη και πρωτότυπη» (Kirkus Reviews), φτιαγμένη από μια συγγραφέα που «γράφει σαν να διηγείται ένα συναισθηματικά φορτισμένο όνειρο» (The Wall Street Journal).

Ο «Τζάσπερς» ήταν ήδη κράχτης για λογαριασμό του «Hotel Olympos». «Μόλις τον γνώρισα απλά τον ρώτησα πώς θα μπορούσα να κάνω κι εγώ ό,τι έκανε εκείνος που έμενε τσάμπα σε ένα ξενοδοχείο της συμφοράς. Αμέσως μου είπε ότι θα με πήγαινε εκεί. Φυσικά έτσι θα έβγαζε κι εκείνος ένα μικρό ποσοστό. Το πρώτο βράδυ νομίζω ότι κοιμήθηκα στην ταράτσα και πλήρωσα ελάχιστα. Την επόμενη κιόλας μέρα έπιασα δουλειά εκεί ως κράχτης και μετακόμισα στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου που ήταν εντελώς εγκαταλελειμμένος». 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Ήσουν καλή ως κράχτης; τη ρωτάω. «Νομίζω ότι είχα ένα συγκριτικό πλεονέκτημα: ήμουν γυναίκα. Δεν υπήρχαν τότε πολλά κορίτσια που ήταν κράχτες» λέει και εξηγεί τι έπρεπε να κάνει για να εξασφαλίσει μια υποτυπώδη στέγη και μερικές πενταροδεκάρες στην τσέπη. «Μπαίναμε στο τρένο που χρησιμοποιούσαν οι τουρίστες ερχόμενοι στην Αθήνα, τους πλησιάζαμε και λέγαμε: “Γεια! Έχεις κάπου να μείνεις; Ξέρω ένα υπέροχο ξενοδοχείο, θα το λατρέψεις!

Ο στόχος μου ήταν κυρίως οι backpackers. Οι ενοχές μου δεν μου επέτρεπαν να βάλω στο μάτι οικογένειες με παιδιά, δεν μου πήγαινε η καρδιά να τους πάω σε εκείνο το ξενοδοχείο.

Έχει απίστευτη θέα, δωρεάν πρωινό, έλα μαζί μας να το δεις από κοντά”! Φυσικά τίποτα από όλα αυτά δεν ίσχυε. Πολλοί όμως τουρίστες ήταν εξαντλημένοι από το ταξίδι και υπέκυπταν. Ο στόχος μου ήταν κυρίως οι backpackers. Οι ενοχές μου δεν μου επέτρεπαν να βάλω στο μάτι οικογένειες με παιδιά, δεν μου πήγαινε η καρδιά να τους πάω σε εκείνο το ξενοδοχείο. Ήταν χάλια, όπως και η γύρω περιοχή. Ήταν κακόφημη και επικίνδυνη. Προφανώς πολλοί από τους τουρίστες που έρχονταν τελικά στο ξενοδοχείο, φρίκαραν και έφευγαν. Γι’ αυτό είχαμε ένα σύστημα: ένας από εμάς τους κράχτες καθόταν μπροστά τους κι ένας από πίσω για να τους αποσπάμε την προσοχή και να μη μπορούν να ξεφύγουν εύκολα. Όχι ότι δεν ήταν πολλοί αυτοί που την έκαναν. Πολλοί όμως ήταν και αυτοί που έμεναν γιατί με 50 σεντς μπορούσες να κοιμηθείς στην ταράτσα. Ήταν πάμφθηνα. Ή με λίγα δολάρια μπορούσες να κοιμηθείς σε κουκέτα» λέει, και συμπληρώνει μειδιώντας ότι «το να είναι κανείς καλός κράχτης δεν είναι ένα ταλέντο για το οποίο θα έπρεπε να είναι υπερήφανος». 

Εκεί και τότε, στα διαλείμματα της δουλειάς και της μέθης ξεκίνησε να γράφει τους Κράχτες. «Θυμάμαι ότι είχα αγοράσει μερικά σημειωματάρια και κρατούσα ημερολόγιο. Όσο καιρό έμενα στο ξενοδοχείο έγραψα το πρώτο draft του βιβλίου». Ήταν η πρώτη της λογοτεχνική απόπειρα, την οποία ολοκλήρωσε λίγα χρόνια αργότερα, όταν πια είχε επιστρέψει στις ΗΠΑ, όμως το μυθιστόρημα θα εκδιδόταν τελικά μετά από σχεδόν 30 χρόνια στις ΗΠΑ (Simon & Schuster, 2017) και μόλις πρόσφατα (Gutenberg, 2024) στον τόπο που εκτυλίσσεται η πλοκή του. Προηγηθηκαν δύο βιβλία που συμπεριλήφθηκαν σε πολλές από τις λίστες με τα καλύτερα της κάθε μιας από τις χρονιές που κυκλοφόρησαν: το ντεμπούτο της, So Much Pretty (Simon & Schuster, 2011) και το Be Safe, I Love You (Simon & Schuster, 2014). 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

«Στην αρχή κανείς δεν ήθελε να εκδώσει τους Κράχτες. Το βιβλίο τους φαινόταν πολύ περίεργο, δεν μπορούσαν να καταλάβουν περί τίνος πρόκειται. Σε κάποιο βαθμό το καταλαβαίνω, δηλαδή διαδραματίζεται σε μια κακόφημη γειτονιά της Αθήνας με πρωταγωνιστές μερικούς νεαρούς αποσυνάγωγους. Αλήθεια όμως απ’ όλα τα βιβλία μου αυτό αγαπώ και με νοιάζει περισσότερο. Εντάξει, είμαι περήφανη και για τα άλλα και χαίρομαι που πήγαν καλά όσον αφορά τις κριτικές και τις πωλήσεις, αλλά ήθελα πολύ να εκδοθεί αυτό το βιβλίο». Σε κάποιο βαθμό γιατί είχε χάσει τα ίχνη των φίλων της από εκείνα τα περίεργα αθηναϊκά μερόνυχτα στα τέλη των 80s. «Νόμιζα ότι αν εκδιδόταν το βιβλίο, αργά ή γρήγορα θα έπεφτε στα χέρια τους, θα το διάβαζαν και θα μάθαιναν ότι τα κατάφερα και μετά θα αρχίζαμε να επικοινωνούμε και να ταξιδεύουμε ξανά».

Κάτι που δεν συνέβη ποτέ, αν και «λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου επικοινώνησαν όντως μαζί μου κάποιοι κράχτες του συγκεκριμένου ξενοδοχείου από εκείνη την εποχή. Όχι όμως οι φίλοι μου. Μου έστειλαν ακόμη και φωτογραφίες από το μπαρ που συχνάζαμε τότε όλοι οι κράχτες. Στην αρχή σκιάχτηκα. Ξέρεις, αναρωτιέσαι: Θέλω όντως πάρε δώσε με κράχτες από τα παλιά που δεν τους ξέρω καν; Οι κράχτες δεν είναι πάντα τα καλύτερα παιδιά. Τελικά όμως τους απάντησα και ήταν πολύ συγκινητική όλη αυτή η επικοινωνία. Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλοί σαν κι εμένα που δεν ήθελαν με τίποτα να γυρίσουν στο σπίτι τους, απλά ταξίδευαν και δούλευαν όλη την ώρα χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Ναι, μπορείς να πεις ότι επρόκειτο τυχοδιωκτικές ζωές. Αλήθεια, ήμουν πεπεισμένη ότι δεν θα επέστρεφα ποτέ στις ΗΠΑ. Και όταν τελικά το έκανα, ήθελα αμέσως να επιστρέψω στην Αθήνα».

Οι κράχτες δεν είναι πάντα τα καλύτερα παιδιά.

Πίσω στην Αμερική έκανε ως συνήθως δουλειές του ποδαριού για να βγάλει τα προς το ζην («μέχρι και γκαζόν κούρευα»), στάθηκε όμως τυχερή γιατί από μία τέτοια άνοιξε για εκείνη η πόρτα προς τη δημοσιογραφία. «Ήμουν τυχερή δεδομένου ότι όχι μόνο δεν είχα πτυχίο πανεπιστημίου, δεν είχα τελειώσει καν το σχολείο. Μια περίεργη κοπέλα ήμουν που είχε ταξιδέψει πολύ στην Ευρώπη. Κάποια στιγμή έπιασα δουλειά σε μια εφημερίδα, αρχικά στο τμήμα διανομής, γρήγορα όμως κατάφερα να γίνω συντάκτρια. Ξέρεις πώς είναι, δημοσιογράφος είσαι, το ένα οδηγεί στο άλλο. Μετά από λίγο καιρό είχα ένα καλό δείγμα δουλειάς για να ψαχτώ και σε άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Όχι ότι έβγαζα αρκετά από τη δημοσιογραφία για να ζήσω. Τον περισσότερο καιρό έκανα κι άλλες δουλειές, σε μπαρ, βιβλιοπωλεία, κλπ». 

Ώσπου εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο και όλα άλλαξαν, όπως λέει, από τη μια νύχτα στην άλλη. Το θυμάται σαν τώρα: «Από εκεί που δεν είχα μία στην τράπεζα, βρέθηκα με ένα πολύ μεγάλο ποσό που ήταν η προκαταβολή από τον εκδοτικό οίκο. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ήμουν εντελώς απροετοίμαστη για μια τέτοια εξέλιξη. Προσπαθούσα να εξηγήσω στον γιο μου ότι η ζωή μας θα άλλαζε. “Μπορούμε να πάμε για ψώνια και να πάρουμε ό,τι θέλουμε!” του είπα μόλις είδα τον τραπεζικό μου λογαριασμό. Και όντως πήγαμε αλλά ξοδέψαμε, όπως κάθε φορά, 30 δολάρια, άντε το πολύ να πήραμε μια σοκολάτα παραπάνω. Δηλαδή δεν ξέραμε τι να κάνουμε με όλα αυτά τα λεφτά.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Τι σημαίνει όμως για ένα συγγραφέα ότι “έγινε”, ότι τα κατάφερε; Πέρα από την καπιταλιστική διάσταση του πράγματος, ο συγγραφέας που τα έχει καταφέρει είναι αυτός που γράφει ακριβώς αυτό που θέλει και μετά έχει τη δυνατότητα να κάνει ενδιαφέρουσες συζητήσεις, σαν κι αυτή που κάνουμε εμείς οι δύο τώρα. Αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Φυσικά είναι πολύ ωραίο να να βγάζεις τα προς το ζην γράφοντας. Αλλά κατά τη γνώμη μου η τύχη παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Χρειάζονται γερές δόσεις αλαζονείας για να μην αναγνωρίζεις τη σημασία της τύχης, το ότι βρέθηκες στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή με τις σωστές λέξεις». 

Ναι, αλλά οι σωστές λέξεις, της λέω, δεν είναι θέμα τύχης, είναι θέμα ταλέντου. Συμφωνεί, χωρίς να παραλείψει να επισημάνει ότι «μερικοί, αν όχι οι περισσότεροι από τους καλύτερους συγγραφείς δεν γίνονται ποτέ best sellers» και στρέφει ξανά τη ροή της συνέντευξης στην πιο αγαπημένη της πόλη, στο κέντρο της οποίας και συγκεκριμένα στα Εξάρχεια ζει μόνιμα από το 2017. «Ο μόνος λόγος που χαίρομαι για την προσωρινή επιστροφή μου στις ΗΠΑ είναι γιατί συνέβησαν κάποια πράγματα που μου επιτρέπουν σήμερα να ζω τη ζωή μου όπου και όπως ακριβώς θέλω. Όσον αφορά την Αθήνα έχω την αίσθηση ότι αυτή η πόλη αλλάζει με πιο αργό ρυθμό σε σχέση με άλλες.

Αν και φυσικά όταν επέστρεψα εδώ για τα καλά μερικές αλλαγές έβγαζαν μάτι. Η Αθήνα ήταν πια πολύ πιο καθαρή και ορισμένες της περιοχές πιο ασφαλείς, όπως για παράδειγμα εκεί γύρω από τον Σταθμό Λαρίσης και το ξενοδοχείο που δούλευα». Πήγε μέχρι εκεί αρκετές φορές μέσα στα χρόνια με πιο πρόσφατη αυτή με αφορμή την κυκλοφορία στα ελληνικά του νέου της βιβλίου. «Όσα χρόνια έλειπα η Αθήνα υπέστη (σ.σ. τονίζει τη λέξη) τους Ολυμπιακούς Αγώνες και την οικονομική κρίση ενώ τώρα τελευταία αντιμετωπίζει το επιθετικό gentrification. Πολλά λοιπόν έχουν αλλάξει από την πρώτη φορά που ήρθα εδώ. Όμως ο χαρακτήρας, αν θες, της πόλης δεν έχει αλλάξει τόσο πολύ και αυτό θεωρώ ότι είναι καλό. Στη Νέα Υόρκη κάθε λίγα χρόνια βλέπεις μια αλλιώτικη πόλη, είναι σαν κάποιος να ταρακουνάει το σέικερ κι ό,τι γίνει – ξέρω τι λέω, έχω ζήσει εκεί. Η Αθήνα διατηρεί αλώβητη την ψυχή της με ένα τρόπο που δεν τα καταφέρνουν άλλες πόλεις. Για πόσο ακόμη είναι το μεγάλο ερώτημα, το μεγάλο διακύβευμα». 

Φυσικά είναι πολύ ωραίο να να βγάζεις τα προς το ζην γράφοντας.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους θέλει να δίνει βήμα σε Έλληνες συγγραφείς («Θα ήθελα το αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό να διαβάσει περισσότερη λογοτεχνία από την Ελλάδα. Οι Έλληνες έχετε περάσει πολλά, και όχι μόνο τα τελευταία χρόνια, οπότε ο τρόπος που βλέπετε τη ζωή μέσω της λογοτεχνίας μπορεί να αποδειχθεί πολύ χρήσιμος για ολόκληρο τον πλανήτη») μέσα από το Anarchist Review of Books που ιδρύθηκε πριν από μερικά χρόνια από μια κολεκτίβα με μέλη που ζουν μεταξύ άλλων στην Άτλαντα, το Σιάτλ, την Αθήνα (για την ακρίβεια, όπως τονίζει, τα Εξάρχεια) και το Σαν Φρανσίσκο.

«Προτιμάμε έξυπνα, μη ακαδημαϊκά και μη δογματικά κείμενα για τη λογοτεχνία, την τέχνη και τα κινήματα» λέει για αυτό το παράτολμο εκδοτικό εγχείρημα που έχει στεφθεί με επιτυχία. Και πάλι όμως επιμένει ότι «είναι και θέμα τύχης, είμαστε στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Σε μια εποχή που κλείνουν εφημερίδες και περιοδικά, εμείς τυπώνουμε ένα πολύ ωραίο έντυπο που το βρίσκεις σε βιβλιοπωλεία, καφέ και αλλού σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Η οπτική είναι αντιεξουσιαστική αλλά πώς θα αλλιώς θα μπορούσε να είναι εφόσον μιλάμε για τέχνη»;

ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

Τώρα και εδώ (δυο βήματα μακριά από τη σιδηρόφραχτη πλατεία Εξαρχείων) ναι, είναι μια καλή στιγμή για να μιλήσει η Κάρα Χόφμαν όχι για τους Κράχτες, αλλά για το νέο βιβλίο που ετοιμάζει, non fiction αυτή τη φορά. Για τα Εξάρχεια, την αθηναϊκή περιοχή που κατά τη γνώμη της έχει υποστεί τις πιο μεγάλες αλλαγές τα τελευταία πέντε χρόνια. «Το βιβλίο μου έχει να κάνει με τον εξεγερσιακό χαρακτήρα της περιοχής και την ιστορία της από την εποχή του εμφυλίου μέχρι σήμερα. Τα Εξάρχεια είναι ένας μοναδικός τόπος διαγενεακής ριζοσπαστικοποίησης που, ας μη γελιόμαστε, δέχεται επίθεση. Όταν επιτίθεσαι σε ένα μέρος είναι παράλογο να περιμένεις ότι δεν θα υπάρξουν αντιδράσεις. Δεν μπορείς να κάνεις τον βίο αβίωτο σε τόσους κατοίκους και να περιμένεις ότι κανείς δεν θα πει τίποτα. Μπορεί να διαφωνείς πολιτικά με κάποιους από το μαχητικό κίνημα κατά του gentrification, αλλά με πόσους τρόπους μπορεί ένας πολίτης να παλέψει για το καλό της γειτονιάς του;

Τι μπορεί να έχει αποτέλεσμα κόντρα στον οδοστρωτήρα του νεοφιλελευθερισμού που θέλει να μετατρέψει τα Εξάρχεια σε πάρκο αναψυχής για πλούσιους; Σίγουρα χρειάζεται μια ποικιλία τακτικών» λέει και φέρνει το παράδειγμα των αγώνων για τα ανθρώπινα δικαιώματα στις ΗΠΑ πριν από πολλές δεκαετίες. «Οι αλλαγές που έπρεπε να γίνουν δεν θα επιτυγχάνονταν μόνο με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ. Ήταν απαραίτητος ο Μάλκολμ Χ. Ήταν απαραίτητοι οι Μαύροι Πάνθηρες.

Στην τελική είναι προτιμότερο αυτό που συμβαίνει σήμερα στα Εξάρχεια από τις καταλήψεις που φρόντιζαν τους πρόσφυγες, από τις δωρεάν κλινικές, από τις δομές αλληλεγγύης; Αν πέσουν τα Εξάρχεια, το τίμημα θα είναι μεγαλύτερο από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Αθήνας, αν όχι της Ευρώπης. Τα Εξάρχεια είναι το τελευταίο οχυρό απέναντι στο gentrification».

Info:

Το μυθιστόρημα «Οι Κράχτες» της Κάρα Χόφμαν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg σε μετάφραση Παναγιώτη Κεχαγιά.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα