ΤΟΞΙΚΗ ΑΡΡΕΝΩΠΟΤΗΤΑ: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΔΡΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟ ΝΙΚΟ ΜΑΝΤΗ
Ισορροπώντας ανάμεσα στην ειρωνεία, στον προβληματισμό και στο cringe, με τη δράση τοποθετημένη στα χρόνια μας, μετά την οικονομική κρίση και την πανδημία, ο Νίκος Μάντης μιλά στο NEWS 24/7 για το νέο του απολαυστικό βιβλίο που πηγάζει και από το ιδιαίτερο είδος ανδρικής παρακμής που διακρίνει πια πολύ συχνά γύρω του.
Αφενός η Τοξική Αρρενωπότητα του Νίκου Μάντη σηματοδοτεί τη συμπλήρωση των πρώτων δύο δεκαετιών του συγγραφικού του βίου. Αφετέρου πρόκειται για τη μόλις δεύτερη του -μετά το εν έτει 2006 ντεμπούτο του Ψευδώνυμο– συλλογή διηγημάτων. Είναι λοιπόν προφανώς έντονη η σημειολογική φόρτιση της κυκλοφορίας, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, του ένατου κατά σειρά βιβλίου του διακεκριμένου πεζογράφου και πρώτος απ’ όλους την αναγνωρίζει ο ίδιος.
«Από τη μία είναι μάλλον τυχερό, από την άλλη, όπως λένε πολλοί, τίποτα κατά βάθος δεν είναι τυχαίο (ιδίως αναφορικά με επιλογές και συμπεριφορές μας). Το μόνο που μπορώ να πω για το (αναμφίβολα σημαδιακό) γεγονός της εικοσαετούς επετείου μου στην πεζογραφία που επισφραγίζεται με διηγήματα, είναι ότι σε ένα όχι ακριβώς συνειδητό επίπεδο της δημιουργικής μου διάθεσης πιθανώς επιθυμούσα να επαναβαπτιστώ στη μικρή φόρμα» λέει στο NEWS 24/7, έχοντας μέχρι σήμερα υπογράψει κατά πλειοψηφία πολυσέλιδα μυθιστορήματα, με τελευταίο το doorstopper Αδύνατες Πόλεις (Καστανιώτης, 2024) των σχεδόν χιλίων σελίδων.
Επιθυμούσε δηλαδή να επιστρέψει «σε μια μυθοπλασία πιο “πυρηνική”, όπου και η αφήγηση αλλά και η γλώσσα θα απλώνονταν τόσο-όσο, με τη φιλοδοξία να είναι πιο ευθύβολες, άμεσες και δυνάμει εκρηκτικές. Πάνω απ’ όλα, το πιο κρίσιμο ήταν ότι είχα μέσα μου τις ιστορίες. Με κάποιον τρόπο, όταν αναδύονται τόσο δυναμικά οι ιστορίες, σου υπαγορεύουν να ασχοληθείς μαζί τους κατά προτεραιότητα».
Το θέμα του απολαυστικού συνόλου των 21 ιστοριών του ο Μάντης λέει ότι διαμορφώθηκε προοδευτικά, παράλληλα, ή μάλλον ακολουθώντας την αφηγηματική εξέλιξη των διηγημάτων. «Από ένα πρώιμο σημείο είχα αποφασίσει ότι η συλλογή θα αφορά την σύγχρονη ανδρική εμπειρία, σε ένα πλατύ φάσμα ηλικιακών, κοινωνικών και σεξουαλικών ταυτοτήτων, τοποθετημένη ακριβώς στα χρόνια μας, μετά την οικονομική κρίση και την πανδημία, με μια ρεαλιστική μορφή που θα προσομοίαζε με “φέτες ζωής”. Σιγά-σιγά οι ιστορίες άρχισαν να συγκλίνουν θεματικά αλλά και ως ατμόσφαιρα με εκείνο το κλίμα που κατέληξε να περιγράφεται από τον τίτλο της συλλογής».
Δεν υπαγορεύτηκε λοιπόν η επιστροφή του στο διήγημα από το περιεχόμενο των ιστοριών του, ούτε όμως το αντίστροφο. «Όπως συμβαίνει συνήθως όταν γράφω, νομίζω ότι φόρμα και περιεχόμενο οδηγούνται να συμβαδίσουν σχετικά νωρίς, από τη σύλληψη ακόμα του πρώτου σχεδιάσματος της γραφής». Ενός βιβλίου που -όπως συνέβη και με κάθε άλλο του Μάντη, όπως συμβαίνει και με κάθε κάθε άλλο γενικά «ακόμα και αν δεν είναι ακριβώς συνειδητό»- ναι μεν γράφτηκε σε κάποιο δύσκολα μετρήσιμο αλλά σίγουρα υπαρκτό βαθμό και ως απότοκο μιας προσπάθειας διαχείρισης ζητημάτων που απασχολούν τον συγγραφέα, υπήρξε κάτι σαν ατύχημα «δεδομένου ότι συνηθίζω να κρατάω ένα μακρύ τεφτέρι στο μυαλό μου με θέματα και βιβλία που σκοπεύω να εξερευνήσω στο μέλλον. Δεν ανήκε στα προγραμματισμένα, ούτε σχεδίαζα από χρόνια να το γράψω. Νομίζω, αν θέλω να αυτοψυχαναλυθώ λιγάκι σε σχέση με τις επιλογές μου, πως ίσως να κυριάρχησε μέσα μου μια ανάγκη για μεγαλύτερη γείωση σε μια καθημερινότητα και μια μικροκλίμακα της ζωής στο σήμερα, που για αρκετά βιβλία την απέφευγα, προς χάρη μεγαλύτερων και πιο πολυπρόσωπων συνόλων».
Αν θέλει δε να αυτοψυχαναλυθεί ακόμα περισσότερο, πρέπει να επισημάνει και κάτι ακόμα: «Ενδεχομένως με το πέρασμα της ηλικίας και το καβατζάρισμα (ζωή να ’χουμε) των πενήντα, άρχισε να με απασχολεί (ίσως ως προϊόν αυτοπαρατήρησης πρωτίστως) εκείνο το ιδιαίτερο είδος ανδρικής παρακμής που έχω αρχίσει να διακρίνω πολύ συχνά γύρω μου. Τη σχέση με το χρόνο που φεύγει και πίσω δε γυρνάει, τα αδιέξοδα των επιλογών που συσσωρεύονται, τις διαψεύσεις που ό,τι και να κάνεις δεν πρόκειται να τις γλιτώσεις, σε συνδυασμό με το -εξόχως ανδρικό- χαρακτηριστικό τού να προσπαθείς να υποκρίνεσαι ότι όλα αυτά δεν υπάρχουν, με κίνδυνο ανά πάσα στιγμή να στουκάρεις στον τοίχο της εθελοτυφλίας σου».
Αυτός είναι μόνο ένας από τους τοίχους που βρίσκουν μπροστά τους οι πρωταγωνιστές των νέων ιστοριών του Μάντη, από τον χήρο που προσπαθεί να αναστήσει τη γυναίκα του χρησιμοποιώντας διαδικτυακές εφαρμογές γνωριμιών μέχρι τον συγγραφέα που αποφασίζει να αντιμετωπίσει δραστικά τον ανταγωνιστή του στην αρένα της φήμης, κι από τον πατέρα που παίρνει τον νόμο στα χέρια του για ένα βίντεο μέχρι τον ηλικιωμένο σε σύγχυση που κάνει τον απολογισμό της ζωής του.
Είναι συνεπώς αναπόφευκτο το ερώτημα για το αν και κατά πόσο επηρεάστηκε ο τρόπος που ο Μάντης προσέγγισε την κάθε του ιστορία από τη γενικότερη, δυναμική, άλλοτε ουσιαστική και άλλοτε ατελέσφορη σίγουρα όμως απαραίτητη ζύμωση μεταξύ των ταυτοτήτων φύλου και της κάθε μιας με τον καθρέφτη της.
«Νομίζω ότι πάνω και πέρα από τα διηγήματα, πρωτίστως έχω επηρεαστεί εγώ. Εννοώντας ότι τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον εδώ και μια δεκαετία, από τότε δηλαδή που με το κίνημα του “Me Too” ο φεμινισμός επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο των δημόσιων αντιπαραθέσεων, πολλοί άντρες έχουμε έλθει σε επαφή με τη συζήτηση αυτή, επιχειρώντας να μορφώσουμε τρόπον τινά τον εαυτό μας. Υπ’ αυτή την έννοια δεν κοιτάζω ως ουδέτερος παρατηρητής τον μοντέρνο φεμινισμό, αλλά είναι κάτι που γενικά με ενδιαφέρει και που το θεωρώ κοινωνικά θετικό και ωφέλιμο» λέει ο συγγραφέας, τονίζοντας όμως ότι σκοπός του δεν υπήρξε ούτε στιγμή το κήρυγμα, ούτε σχεδίασε τα διηγήματά του ως στρατευμένα, αν και σε κάποια «υπάρχουν επαρκή δείγματα από αντρικές “καφρίλες”, ειδικά στο καυτό θέμα των ερωτικών σχέσεων. Είναι εκεί όπου η συλλογή (θα ήθελα να) ισορροπεί ανάμεσα στην ειρωνεία, στον προβληματισμό, αλλά και σε μια γενικότερη αίσθηση “άβολου” -cringe, που θα έλεγαν και οι νεότεροι- που γενικά όταν την συναντώ στη μυθοπλασία (όχι μόνο τη γραπτή) μου αρέσει πολύ και τη ζηλεύω». Ενώ ξεκαθαρίζει ότι γράφοντας επιθυμούσε το βιβλίο «να μην γίνεται εύκολα αναγνώσιμο και κατηγοριοποιήσιμο ως ένα εγχειρίδιο σχέσεων, για παράδειγμα, ή ως ένα κατηγορητήριο ενάντια στο ανδρικό φύλο, την “woke” ατζέντα (!), την παγκοσμιοποίηση, ή οτιδήποτε άλλο».
Παρ’ όλα αυτά επιλέγει να αποφύγει τυχόν οδηγίες προς ναυτιλομένους αναγνώστες, να μην καπελώσει το κείμενο στο βωμό της προληπτικής αποσαφήνισης πιθανών παρανοήσεων. «Το βιβλίο φιλοδοξεί να τις ενσωματώσει κι αυτές: Κάθε ερμηνεία και ανάγνωση, όσο αυθαίρετη κι αν φαντάζει, είναι για μένα δεκτή. Μέχρι τώρα, αν έχω να παρατηρήσω κάτι σε σχέση με την πρόσληψη του βιβλίου, είναι ότι λειτουργεί και λίγο ως “καθρέφτης” αναγνωστικών προσδοκιών και προκαταλήψεων. Έχω ακούσει αρκετά αντικρουόμενα σχόλια, αναφορικά με τις ερμηνείες που δίνουν αναγνώστες/στριες στα κίνητρα και τις πράξεις των ηρώων, κι αυτό, αντί να με προβληματίζει, θα έλεγα ότι μάλλον με χαροποιεί. Δεν θεωρώ ότι το βιβλίο δεν διαθέτει θέση ή άποψη για όσα συμβαίνουν στις ιστορίες του. Ωστόσο, και πέρα απ’ αυτό, αν καταφέρνει να αναπαράγει ένα είδος πολυπλοκότητας που ενυπάρχει στις ανθρώπινες σχέσεις, γεννώντας περισσότερα ερωτήματα απ’ ό,τι απαντήσεις, θα έλεγα ότι θα έχει πετύχει το στόχο του».
«Αυτό επιθυμούσα γράφοντας το βιβλίο – να μην γίνεται εύκολα αναγνώσιμο και κατηγοριοποιήσιμο ως ένα εγχειρίδιο σχέσεων, για παράδειγμα, ή ως ένα κατηγορητήριο ενάντια στο ανδρικό φύλο, την “woke” ατζέντα (!), την παγκοσμιοποίηση, ή οτιδήποτε άλλο.»
Του αναφέρω κάτι που δήλωσε πρόσφατα περί λογοτεχνίας και φιλαναγνωσίας η κριτικός λογοτεχνίας Ελισάβετ Κοτζιά στο NEWS 24/7: «Ένα συμπέρασμα που έχω βγάλει για το αναγνωστικό κοινό είναι ότι εκείνοι που διαβάζουν τη λογοτεχνία σαν λογοτεχνία -και όχι απλά για να τους πάρει ο ύπνος το βράδυ- δεν είναι πολυάριθμοι. Νομίζω δηλαδή ότι μπορούν να μετρηθούν εκείνοι που διαβάζουν με λογοτεχνικά κριτήρια ένα βιβλίο και είναι σε θέση να το αξιολογήσουν με αυτά».
Ο Μάντης δεν διαφωνεί κατά βάση με αυτή την τοποθέτηση –«αν και γνωρίζω επαρκείς αναγνώστες που διαβάζουν (και) για να τους πάρει ο ύπνος»– αλλά ξεκαθαρίζει ότι δεν έχει συγκεκριμένο κοινό στο μυαλό του γράφοντας. Ποτέ δεν είχε. «Αυτό πιθανώς να αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τα βιβλία μου διαφέρουν αρκετά μεταξύ τους. Ωστόσο δεν πιστεύω ότι οι συγγραφείς γενικότερα λειτουργούν έτσι, ακόμα και όσοι γράφουν περίπου με τον ίδιο τρόπο από βιβλίο σε βιβλίο. Νομίζω ότι την ώρα της γραφής -το γνωρίζεις καλά εξάλλου- όπου μας ξεκουφαίνει η χλαπαταγή των φωνών μες στο κεφάλι μας, μαζί με τους χτύπους του πληκτρολογίου, είμαστε αναγκαστικά μόνοι και έρημοι – εμείς, οι εμμονές, το γούστο μας και ο εαυτός μας, σαν ναυαγοί σε μια θάλασσα δημιουργικών επιλογών, όπου πασχίζουμε να επιπλεύσουμε. Και για να κλείσω ετούτη την επικολυρική αναλογία, θα πω οριστικά ότι, όχι, δεν έχω κάποιο κοινό στο μυαλό μου γράφοντας, παρά μόνο ίσως πολύ αργότερα, κοιτώντας το τελικό κείμενο. Όπου συχνά αναρωτιέμαι: «Αυτό τώρα ποιος θα το διαβάσει;».
Πόσο συχνά αναρωτιέται γιατί γράφει; Γιατί πασχίζει να επιπλεύσει στην τρικυμιώδη θάλασσα που περιγράφει;
«Με βρίσκεις, λόγω της εικοσαετίας που λέγαμε πιο πάνω, αλλά και λόγω ηλικίας, σε ένα σταυροδρόμι όπου πολλά από αυτά τα “οντολογικά” με απασχολούν. Στην πρώτη μου νιότη φαντασιωνόμουν δόξες και τιμές, που όταν μεγάλωσα κατάλαβα πόσο πομφόλυγες ήταν. Ωστόσο δεν υποτιμώ την όποια αποδοχή κοινού και συναφιού έχω καταφέρει να αποκτήσω με τα χρόνια – εννοείται ότι τίποτα από αυτά δεν είναι ποτέ δεδομένο. Νομίζω πάντως ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο για οποιονδήποτε ασχολείται με τη γραφή στην Ελλάδα, να το κάνει αν δεν έχει ένα ιδιαίτερα ισχυρό εσωτερικό κίνητρο, την ανάγκη δηλαδή να αφηγείται ιστορίες, την ανάγκη του έντεχνου λόγου γενικότερα. Μιλώντας για μένα, θα πω ότι η ζωή στο μαγγανοπήγαδο της γραφής είναι μια ζωή που απλά νιώθω ότι μου ταιριάζει. Η ανάγκη της συνεχούς επικοινωνίας με τον εσώτερο εαυτό, η ανάγκη να μηρυκάζεις διαρκώς σκέψεις και ιδέες, η συμφιλίωση με τη μόνιμη μοναξιά, η τάση για απομόνωση δίχως τύψεις, και ειδικά (το πιο σημαντικό) η αγάπη για τα βιβλία και το διάβασμα, μου έρχονταν πάντα φυσικά. Άρα, αν το καλοσκεφτώ, μπορώ πια να πω: Αυτός είμαι. Και ίσως δεν χρειάζεται, πλέον πιστεύω, κάτι πολύ περισσότερο».
Θα συνεχίσει λοιπόν ο Νίκος Μάντης τη ζωή του με τον ίδιο τρόπο – δηλαδή ακόμη και σε πρακτικό επίπεδο. «Γράφω αποκλειστικά στην ασφάλεια του σπιτιού μου και πάντα σε υπολογιστή. Μισώ τόσο πολύ τον γραφικό χαρακτήρα μου, που νομίζω ότι αν είχα γεννηθεί μια γενιά νωρίτερα, πιθανώς να μην είχα αποφασίσει να γράψω οτιδήποτε πέρα από καταλόγους με ψώνια.»
Θα συνεχίσει να αναπτερώνεται από πλευράς συγγραφικού ρυθμού σε περιόδους αργιών και αδειών από την πρωινή του δουλειά.
Θα συνεχίσει να διαψεύδει συχνά τον εαυτό του και να προχωρά ακάθεκτος όταν σκέφτεται ότι βρίσκεται σε περίοδο ανομβρίας – «“τρόμου του κενού” και τα λοιπά» – ή όταν έχει βγάλει μόλις βιβλίο, όπως φέτος καλή ώρα. «Ισχυρίζομαι ότι θα επακολουθήσει πολυετής αγρανάπαυση, συγγραφική σιωπή, κ.λπ., αλλά και πάλι σχεδόν πάντα μεταστρέφομαι σχετικά σύντομα. Μέχρι τουλάχιστον να αλλάξει κάτι απ’ όλα τα παραπάνω. Γιατί ποτέ δεν ξέρουμε πραγματικά τι μας επιφυλάσσει η ζωή».
Θα συνεχίσει κι ας πιστεύει ότι τα επόμενα χρόνια η επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης θα είναι τόσο σαρωτική «που θα υπάρξει ανάγκη για σοβαρή επαναδιαπραγμάτευση όλων σχεδόν των καλλιτεχνικών και γενικότερα πνευματικών δραστηριοτήτων. Προσωπικά, στο βαθμό που θεωρώ ότι τα βιβλία μου είναι εκτός των άλλων και η γραπτή αποτύπωση του προσώπου μου στο χωροχρόνο που μου έλαχε να ζήσω, θα είχα πρόβλημα να αναθέσω σε ένα πρόγραμμα να μου γράψει -εν όλω ή εν μέρει- ένα βιβλίο».
Δεν πάμε μακριά· μέχρι τον σάλο που προκλήθηκε όταν η Όλγα Τοκάρτσουκ, βραβευμένη με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2018, παραδέχτηκε σε συνέντευξή της ότι γράφει το επόμενο μυθιστόρημα της με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης ακόμη και για την αρχιτεκτονική της πλοκής, αν και την επομένη των αντιδράσεων υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα εννοούσε μόνο για έρευνα. «Η διαδικασία στην οποία αναφέρεται η Τοκάρτσουκ, αφορά περισσότερο μια μορφή επιμέλειας ή υποβοήθησης του συγγραφικού έργου. Θα μπορούσε να πει κανείς: Αυτό περίπου δεν έκανε και ο Γκόρντον Λις, υποβοηθώντας αποφασιστικά το έργο του Κάρβερ; Ωστόσο ενδεχομένως εδώ να υπάρχει κάτι βαθύτερο: η ανάγκη της τέχνης να συνάπτεται με την ανθρώπινη ατέλεια, που κι εκείνη με τη σειρά της συνάπτεται με το απώτερο ζήτημα της θνητότητας. Αλλιώς η γραφή γίνεται απλά ένα παιχνίδι ανακυκλούμενων μοτίβων. Μήπως όμως αυτό δεν συμβαίνει ήδη σε μεγάλο βαθμό;» αναρωτιέται ο Μάντης και δηλώνει διχασμένος σε σχέση με τη χρήση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας για την «εκπαίδευση» της ΤΝ. «Από την μια υπάρχει το ζήτημα της εκμετάλλευσης και της υποτίμησης του κόπου τόσων ανθρώπων, των αμοιβών που δεν δίνονται, της πλήρους κατίσχυσης των εταιριών αυτών πάνω σε όλα σχεδόν τα επιστητά της ζωής. Σκέφτομαι όμως από την άλλη, αν είναι τα μοντέλα να ρυθμίζουν αύριο-μεθαύριο τη ζωή μας, δεν θα θέλαμε να είναι κάπως -ας πούμε- λόγια; Να διαθέτουν μια κάποια “ανθρωπιά”, μια άλφα θεωρητική συγκρότηση, ώστε να βάζουν όρια στον εαυτό τους, ή τουλάχιστον να κατανοούν τα υπαρξιακά και φιλοσοφικά διακυβεύματα της ζωής σε τούτο τον κόσμο; Ίσως όμως κι αυτό να μην είναι παρά μια βολική αυταπάτη. Ίσως απλά κι εγώ να ψάχνω κάπου έναν τρόπο να εκλογικεύσω ή να ωραιοποιήσω το ζόφο».
Εν τέλει δηλώνει συγκρατημένα απαισιόδοξος.
«Αρκετά πρόσφατα άρθρα (π.χ. στο περιοδικό The Atlantic, που απέκτησε ευρεία δημοσιότητα) μιλούν για τη ραγδαία πτώση του εγγραμματισμού και της ανάγνωσης στις κοινωνίες της εποχής μας. Από την άλλη, ορισμένοι διακινούν μια πεισματικά αισιόδοξη άποψη, επικαλούμενοι π.χ. το Romantasy και παρόμοια είδη ψυχαγωγικής λογοτεχνίας που έχουν μεγάλη πέραση στις νέες γενιές. Ειλικρινά δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Νομίζω πάντως ότι ο φόβος για το μέλλον αφορά λιγότερο κάποια πιθανή έκπτωση του επιπέδου της προσφερόμενης λογοτεχνίας, και περισσότερο την σταδιακή (ή τη ραγδαία) ατροφία της ανάγκης των ανθρώπων για σύνθετες, εκτεταμένες αφηγήσεις σε γραπτή μορφή.
Αποφεύγοντας να πέσω στην παγίδα της οποιασδήποτε πρόβλεψης, θα πω μονάχα ότι ώρες-ώρες αισθάνομαι ότι ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσα και νιώθω ότι ανήκω, μοιάζει σιγά-σιγά να αποχωρεί από το προσκήνιο. Μπορεί βέβαια αύριο να επινοηθεί μια νέα μορφή αφηγηματικότητας, αδιανόητη σε εμάς τώρα. Το θέμα λοιπόν, για να συνοψίσω, είναι να μπορούμε να παραμένουμε ανοιχτοί στο παιχνίδι της τέχνης και της ανάγνωσης, και η ανοιχτότητα αυτή είναι νομίζω το στοίχημα που θα πρέπει να κερδηθεί με τις επόμενες γενιές και την πεζογραφία».
Η συλλογή διηγημάτων Τοξική Αρρενωπότητα του Νίκου Μάντη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.